Hunger Games

Deep in the meadow, hidden far away
A cloak of leaves, a moonbeam ray
Forget your woes and let your troubles lay
And when it's morning again, they'll wash away
Here it's safe, here it's warm
Here the daisies guard you from every harm
Here your dreams are sweet and tomorrow brings them true
Here is the place where I love you.

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

2 χρόνια

Θυμάμαι πριν 2 χρόνια. Έβαλες απαλά το χέρι σου στο μάγουλό μου και με φίλησες και χιλιάδες πυροτεχνήματα έσκασαν μέσα στην κοιλιά μου.
Ξέρεις, ο κόσμος μου μέχρι τότε, ήταν ασπρόμαυρος. Και λίγο γκρι. Αλλά ήρθες εσύ με αυτά τα όμορφα μελοκαστανά σου μάτια και άρχισες να μου προσθέτεις λίγους τόνους μπλε, λίγες πινελιές κόκκινο και το ασπρόμαυρο τοπίο μου γέμισε με χρώματα και τα χρώματα ήσουν εσύ.
Θυμάμαι που ψιθύρισες το πρώτο σε αγαπάω στον αυχένα μου και πόσο σοκαρισμένη ένιωθα. Εσύ. Εμένα; Με αγαπούσες. Οι δύο λέξεις αυτές μου άλλαξαν τη ζωή.
Δεν είχα δεθεί ξανά με άνθρωπο τόσο. Γιατί; Γιατί αγαπούσα εσένα. Και αγαπούσα αυτό που γινόμουν όταν ήμουν μαζί σου.
Είσαι ένας υπέροχος άνθρωπος. Λαμπερός. Καλοσυνάτος. Και με έκανες και εμένα να γίνομαι σαν εσένα. Γιατί με αγαπούσες.
Και ας είμαι έτσι όπως είμαι. Γκρινιάρα. Κομπλεξική. Ανασφαλής. Πάντα άκουγες τα προβλήματά μου, πάντα με βοηθούσες να τα λύσω, όχι προσφέροντάς μου λύσεις. Αλλά επειδή ήσουν εκεί.
Ήσουν εκεί.
Δύο χρόνια μετά, δεν είσαι εδώ. Εξαιτίας μου. Σκότωσα αυτό που ένιωθες για εμένα. Εγώ. Το πήρα στα χέρια μου και το έκανα κομμάτια.
Και ενώ ξέρω ότι εγώ φταίω και πως μου αξίζει να νιώθω μίζερη, μου αξίζει να νιώθω άθλια, πονάω. Μου λείπεις. Γύρνα πίσω σε παρακαλώ. Συγγνώμη.
Στο ξαναείπα πως ξέρω πως δεν μετράει η συγγνώμη μου. Αλλά σκόπευα…σκόπευα να σου δώσω όλη μου τη ζωή. Για να εξιλεωθώ. Για να γίνω η κοπέλα που θα άξιζε να είναι στο πλευρό σου.
Αλλά.
Έφυγες.
Δε σε κατηγορώ.
Απλά πονάει. Τόσο. Πολύ.
Και είναι μερικές μέρες, ή μερικά λεπτά, ή δευτερόλεπτα, ή ώρες που με χτυπάει άσχημα. Γιατί συνειδητοποιώ πως έχεις φύγει. Δε θα σου ξανακρατήσω το χέρι. Δε θα σε ξαναπάρω αγκαλιά. Δε θα σε ξαναφιλήσω στο μέτωπο. Δε θα πάμε στα μέρη που είπαμε να πάμε, δε θα κάνουμε ότι είχαμε σχεδιάσει να κάνουμε.
Δε θα σε ξαναδώ να γελάς με τα χαζά μου αστεία. Και δε θα μπορέσω να ξαναπώ τα αστεία αυτά σε κανέναν γιατί δάκρυα θα αναβλύζουν από τα μάτια μου.
Είναι μερικές φορές που μου λείπεις τόσο που όλος ο αέρας βγαίνει από τα πνευμόνια μου και δεν ξέρω από πού να κρατηθώ γιατί εσύ ήσουν η ζωή μου και στο χέρι σου στηριζόμουν για να περπατήσω και να σταθώ όρθια μετά από κάθε πτώση μου.
Ξέρεις, κάθε φορά που βλέπω την κόκκινη μπλούζα που σου πήρα και δεν πρόλαβα ποτέ να σου δώσω, τα χέρια μου τρέμουν. Σου πηγαίνει πολύ το κόκκινο, μάτια μου. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να σου τη δώσω ποτέ τη μπλούζα και κάθε φορά που τη βλέπω, νιώθω κενή.
Τις προάλλες, στις πέντε το πρωί ήθελα να σε πάρω τηλέφωνο. Τα δάκρυα είχαν στερέψει και το μόνο που ήθελα ήταν να ακούσω τη φωνή σου, γιατί έχω να την ακούσω δύο βδομάδες. Αλλά και να ακούσω τη φωνή σου. Δεν θα υπάρξουν ποτέ ξανά. Ποτέ. Τηλεφωνήματα που να τελειώνουν με ένα «σε αγαπάω Μαράκι». Ποτέ. Δε θα ξαναέρθεις σπίτι μου να μαγειρέψουμε παρέα. Δε θα ξαναδούμε ταινία αγκαλιά. Δε θα ξυπνήσω ποτέ ξανά με εσένα πλάι μου. Ποτέ ξανά.
Το μόνο που έχω πια είναι ένα κάρο αναμνήσεις. Αλλά εγώ. Ήθελα. Να κάνω και άλλες αναμνήσεις. Μαζί σου. Είναι τόσο θλιβερό. Όλη μου η ζωή ως τώρα τα τελευταία δύο χρόνια γύριζε γύρω σου και τώρα. Τώρα είσαι ένας ξένος. Και εγώ είμαι μόνη.
Και το αξίζω. Το αξίζω. Αλλά πονάει.
Είναι εγωιστικό, είμαι ο χειρότερος άνθρωπος του κόσμου, αλλά πονάει πονάει πονάει πονάει. Πονάει τόσο να μην είσαι εδώ. Να μη σε βλέπω να μου χαμογελάς. Να μη μου πιάνεις το χέρι. Να μην μου λες καληνύχτα. Να μη μου λες καλημέρα. Να μην πηγαίνουμε βόλτες. Πονάει γιατί όλα τα «αν» μου και ό,τι είχα φανταστεί για εμάς ξαφνικά χάθηκαν και δε θα πάμε στη Ρόδο που είχα κλείσει εισιτήρια, ούτε στην Πράγα το φθινόπωρο όπως είχαμε πει και δε θα σου δώσω την κόκκινη μπλούζα και απλά πονάει τόσο πολύ και φταίω εγώ για όλα και συγγνώμη συγγνώμη συγγνώμη συγγνώμη.

Ποτέ μου δε θα βρω κάποιον που να φωτίσει τη ζωή μου όπως εσύ. Σε αγάπησα και σε αγαπάω με όλο μου το είναι και ποτέ δε θα αγαπήσω κάποιον όπως αγάπησα εσένα.

Συγγνώμη. Σε αγαπάω. Να προσέχεις.

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

hold my hand ?

Σήμερα σκεφτόμουν για κάποιο λόγο πόσους ανθρώπους έχω αφήσει πίσω μου.
Ίσως επειδή είναι νέα χρονιά. Ίσως επειδή κοντεύω τα είκοσι δύο. Ίσως επειδή ακόμη λυπάμαι.

Σκεφτόμουν τι είπαμε με τον κάθε ένα την τελευταία φορά.


«Νομίζω πως οι δρόμοι μας πρέπει να χωρίσουν»

«Έχεις αλλάξει πολύ και δεν ταιριάζουμε»

«Περάσαμε ωραία, μην κλαις που φεύγω»

«Πρέπει να σε αφήσω»

«Θα είμαι καλύτερα μακριά σου»



Δεν ξέρω αν πονάει η απώλειά τους από τη ζωή μου, ή αυτά που μου είπαν.

Ξέρω όμως σίγουρα κάτι.


Έχω βαρεθεί πλέον να κυνηγάω τους ανθρώπους. Έχω βαρεθεί να βλέπω κόσμο να φεύγει γιατί προτιμάει άλλους.




Θέλω μία μέρα κάποιος να πιάσει το χέρι μου και να μου πει «σε χρειάζομαι», «μείνε μαζί μου».


Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

Why do we fall?

Γιατί πέφτουμε;

Είναι σχετικά εύκολο να απαντηθεί η ερώτηση αυτή.  Μπορεί να μας ρίξει ο φόβος, ή την επιτυχία, ή μπορεί να μας ρίξουν άλλοι άνθρωποι. Ή μερικές φορές, είμαστε τόσο σπασμένοι, που μπορεί να ρίξουμε εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας.


Μπορεί να μας ρίξει ο φόβος επειδή πάντα θα είναι εκεί για να μας πει: σταμάτα, δε μπορείς να το κάνεις, είναι ακατόρθωτο. Και αρχίζεις να βρίσκεις δικαιολογίες. Δικαιολογίες για να σηκωθείς πάνω, στα δύο σου πόδια και να κάνεις αυτό που πρέπει να κάνεις.


Μπορεί να μας ρίξει η επιτυχία. Μερικές φορές φτάνουμε κάποια από αυτά που θέλαμε να φτάσουμε και τυφλωνόμαστε από τα καλά και τα κακά πράγματα που οι άνθρωποι μας λένε. Και χάνουμε τη μάχη, γιατί γινόμαστε νάρκισσοι. Σκέφτόμαστε: έκανα ό,τι μπορούσα, οπότε μπορώ να κάνω τα πάντα. Και τότε, εμφανίζεται κάποιος που φαίνεται να είναι πιο ενθουσιώδης και αποφασιστικός και επιτυχημένος, και πέφτουμε γιατί απογοητευόμαστε.


Μπορούν να μας ρίξουν άλλοι άνθρωποι. Τις περισσότερες φορές θα είναι απλά μνησίκακοι άνθρωποι, που θα μας λένε ότι δεν μπορούμε να το κάνουμε επειδή δεν το έκαναν εκείνοι. Ή επειδή δεν πιστεύουν στις ικανότητές μας. Θα κάνουν τα πάντα για να μας κρατήσουν κάτω, ώστε να μην βγούμε ποτέ στην κορυφή, σε ελπίδα ίσως ότι έτσι αυτοί θα πάρουν περισσότερη προσοχή.


Μπορεί όμως να μας ρίξει και ο ίδιος μας ο εαυτός. Εδώ πιστεύω πως ταιριάζει το ρητό που λέει πως:
«Ο μεγαλύτερος φόβος μας, δεν είναι πως δεν είμαστε αρκετοί. Ο μεγαλύτερος φόβος μας είναι πως είμαστε δυνατοί πέρα από κάθε φαντασία. Ρωτάμε τους εαυτούς μας ‘‘Ποιος είμαι εγώ για να είμαι έξυπνος, όμορφος, ταλαντούχος,  υπέροχος;’’ Αλήθεια, ποιος είσαι για να μην είσαι όλα αυτά;»
Ο μεγαλύτερος εχθρός μας, είναι ο εαυτός μας, και αυτός είναι που μας ρίχνει πιο πολύ από όλους.


Είναι φυσιολογικό που πέφτουμε, είναι ανθρώπινο. Ωστόσο, είναι μαγικό και θαυμάσιο το πώς βρίσκουμε τη δύναμη να σηκωνόμαστε πάντα.  



Κλείνοντας, θα κάνω quote τον αγαπημένο μου Neil Gaiman: 

“And sometimes, when you fall, you fly.”

It's a test we all have to take 
You have to fall before you can learn how to fly 

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

watch it disappear

Σου λέω σε αγαπάω και δε λες τίποτα.
Δεν πειράζει.
 Οι σχέσεις, ακόμη και οι φιλικές, σα και αυτή που έχουμε – ή μήπως να πω, είχαμε; – είναι γεμάτες τέτοια γεγονότα. Πάντα κάποιος νιώθει λίγο παραπάνω από τον άλλο, το πιστεύω ακράδαντα αυτό.

Έλα όμως που αυτό το σε αγαπάω, σε έδιωξε.
Και τι ήταν εν τέλει; Μια απλή παραδοχή των συναισθημάτων μου προς το πρόσωπό σου. Είσαι φίλος μου και σε αγαπάω, γιατί σε νιώθω κοντά μου. Παρότι είχα  χτίσει τοίχους γύρω από εμένα, εσένα σε είχα κρατήσει.

Αλλά εσένα μάλλον δε σου άρεσε όλο αυτό. Δε μου ξαναμίλησες. Μιλήσαμε τις προάλλες. Είχαμε να μιλήσουμε 2 μήνες και αν δε σου έστελνα εγώ, ούτε που θα νοιαζόσουν να στείλεις. Έθιξα το θέμα. Το ότι πάντα εγώ σου μιλάω πρώτη. Και είπα πως κάτι μάλλον σημαίνει αυτό. Και είπες ναι.

Έχω βαρεθεί
να βλέπω
ανθρώπους που αγαπάω
να φεύγουν μακριά μου.
                                               

Νιώθω μερικές φορές σαν οι σχέσεις μου με τους ανθρώπους να ναι απλή άμμος. Προσπαθώ να την κρατήσω στα χέρια μου, μα είναι λεπτή και κόκκοι, άπειροι, χιλιάδες μικροί κόκκοι πέφτουν και χάνονται.

Μέχρι που τα χέρια μου θα μείνουν άδεια.



Δε θέλω να μείνουν άδεια. Φοβάμαι. 

Ίσως και να 'χω βαρεθεί λιγουλάκι. 
Όλο βλέπω πλάτες γυρισμένες. Όλο δε μπορώ να αποφύγω να χάνω κόσμο από τη ζωή μου. 
Τι στο διάολο πάει τόσο λάθος με εμένα;
Προσπαθώ εδώ και αρκετά χρόνια να απαντήσω αυτή την ερώτηση μα δεν.....


Αλλά δε θέλω
να χάσω
όλη την άμμο
από τα χέρια μου.


Φοβάμαι.





Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

ps

i tried to be good at something
but i ended up being nothing
i
was
smiling
even though i felt like crying
i felt so alone
like i was in all this on my own
i could only hurt myself
because there felt like nothing else
i was lying
and lying
no one knew what i was hiding
i wanted to die
and no one knew knew why
i'll just go to bed
and i hope to wake up dead




Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

Lei era ambra

Ο γέρος καθόταν τυλιγμένος στα ζεστά του ρούχα, με το πινέλο στο χέρι του και ζωγράφιζε. Σταμάτησε λίγο να ξεκουράσει το χέρι του και χάζεψε το φθινοπωρινό τοπίο. Το μάτι του τράβηξαν τα έντονα χρώματα των φύλλων από τα δέντρα. Κόκκινα, πορτοκαλιά, κίτρινα. Και έπειτα, ήταν και εκείνο το κόκκινο, αυτό του κεχριμπαριού. Το χρώμα που του θύμιζε εκείνη.
Τέτοιο χρώμα είχαν τα μαλλιά της. Θυμόταν πώς έπαιζε μαζί τους το ηλιόφως την ημέρα που την γνώρισε, εκείνο το καλοκαίρι, δίπλα στο λιμάνι. Την πλησίασε και γνωρίστηκαν και εκείνο το βράδυ βγήκαν βόλτα. Το κρασί που ήπιαν έκανε τα μάτια της να λάμψουν. Τον φίλησε.
Μπορεί να ήταν περίεργο μα εκείνο φιλί έκανε τον κόσμο του να ταραχτεί. Κάποιους μήνες αργότερα, της ζήτησε να μείνουν μαζί. Και έμειναν.
Ο δρόμος συνεχώς τους έβγαζε σε μέρη διαφορετικά, μέρη που δεν είχε ξαναδεί. Ή ίσως να τα είχε ξαναδεί. Μα μαζί της είχαν άλλη όψη. Ίσως επειδή, χωρίς να καταλάβει πώς, την είχε αγαπήσει.
Η συμβίωσή του μαζί της του είχε καλυτερέψει τη ζωή. Μαζί με εκείνη και το άλλο μεγάλο του έρωτα, τη ζωγραφική, ένιωθε πλήρης. Η τέχνη του και εκείνη είχαν γίνει ένα πλέον. Η ηδονή που ένιωθε όταν ήταν ανάμεσα στις μπογιές και τα πινέλα του ήταν όμοια με εκείνη που ένιωθε όταν την κρατούσε στα χέρια του.

Όταν, κάποια χρόνια αργότερα, πηγαίνανε ταξίδι, την έχασε. Το τροχαίο ήταν πολύ σοβαρό. Εκείνη χάθηκε, αυτός έμεινε ανάπηρος από το δεξί του πόδι και οι επιβάτες του άλλου αυτοκινήτου είχαν τραυματιστεί επίσης σοβαρά.
Είχε φύγει από κοντά του, όσο και αν ήθελε να την κρατήσει. Την έβλεπε παντού γύρω του. Στη κουζίνα, να μαγειρεύει σιγοτραγουδώντας έναν εύθυμο σκοπό. Στο διάδρομο, να ψάχνει την κατάλληλη θέση για τους πίνακές του. Την μύριζε στα σεντόνια του κρεβατιού. Μα όσο έντονη και αν ήταν η παρουσία της, δεν ήταν εκεί.
Προσπαθούσε να μείνει δυνατός. Για εκείνη. Συνέχισε να πουλάει τους πίνακές του, μα δεν ήταν το ίδιο πια το να ζωγραφίζει. Τα βράδια, όταν δεν κοιμόταν, ζωγράφιζε εκείνη, ανάμεσα σε τόνους κόκκινους και πορτοκαλί, σε τόνους σα και αυτούς του κεχριμπαριού.
Ο γερός δεν θυμόταν καν πώς είχε καταφέρει να περάσει όλα αυτά τα χρόνια μακριά της. Αναστέναξε. Ακόμη του έλειπε. Πήρε πάλι στα χέρια του το πινέλο και καταπιάστηκε με τον πίνακά του. Συνέχιζε να προσθέτει πινελιές, δημιουργώντας έτσι ένα τοπίο παρεμφερές με εκείνο που ήταν γύρω του, μα όχι ακριβώς ίδιο. Ζωγράφιζε ένα μέρος που είχε επισκεφθεί μαζί της, πολλά χρόνια πριν, σε ένα τους ταξίδι.
Έξαφνα, την είδε εκεί. Εκεί, ανάμεσα στα δέντρα. Ήταν εκείνη. Σηκώθηκε αλαφιασμένος. Μπορούσε να σταθεί μόνος του, δεν τον πονούσε πια το κατεστραμμένο του πόδι. Προχώρησε με σίγουρα βήματα, άπλωσε τα χέρια του και βρέθηκε μέσα στον πίνακα.
Τα κίτρινα και τα πορτοκαλιά φύλλα έπεφταν νωχελικά από τα δέντρα. Το ποτάμι κυλούσε ήρεμα. Είχε ένα δροσιστικό αεράκι. Και υπήρχε εκείνη. Ήταν εκεί, κάτω από τα δέντρα. Ήταν τα καφετιά μάτια που είχε ερωτευτεί και τα μαλλιά στην απόχρωση του κόκκινου του κεχριμπαριού που ποθούσε να αγγίζει. Έτρεξε προς το μέρος της, με δάκρυα να κυλάν από τα μάτια του. Την αγκάλιασε σφιχτά. Εκείνη, τύλιξε ανάλαφρα τα χέρια της γύρω από το λαιμό του και ακούμπησε το κεφάλι της στο στέρνο του, λέγοντας:

«Χαίρομαι που σε βλέπω ξανά.»

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

L'homme des nombres

Άνοιξε το βιβλίο και άρχισε να διαβάζει από μέσα του:
‘‘Ο Βασιλιάς της Χώρας των Σκιών ήταν βρικόλακας. Η Μεγαλειότητά του ήταν αρχαία. είχε πεθάνει πάνω από χίλια χρόνια πριν. Και έμοιαζε ακόμα με τριάντα χρονών, με τα γαλάζια μάτια του να λάμπουν σαν της γάτας και τα εβένινα μαλλιά του μέχρι τους ώμους μαζεμένα σε χαμηλό κότσο. Στο διπλανό θρόνο κάθονταν η Βασίλισσά του. Ήταν και εκείνη νεκρή εδώ και χίλια χρόνια. Έμοιαζε όμως σα νεαρή είκοσι πέντε ετών, με τα ολόισια ξανθά, σχεδόν άσπρα μαλλιά της να πέφτουν σαν καταρράχτης μέχρι τη μέση της και τα γκριζωπά της μάτια να λάμπουν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι της Αίθουσας των Θρόνων. Ήταν πραγματικά εξωτική η ομορφιά της.
Μπροστά τους ήταν ο βασιλιάς των Ανθρώπων της χώρας δίπλα από τη Χώρα των Σκιών. Το αίμα του κινούνταν έντονα στις φλέβες του λόγω του άγχους του και έδινε χρώμα στα μάγουλά του. Ίσως να θεωρούνταν γοητευτικός, με τα καστανά μαλλιά του και τα πράσινα μάτια του. Η γυναίκα του βασιλιά των Ανθρώπων ήταν μία από τις πιο δυνατές Φωτεινές Μάγισσες που υπήρξαν ποτέ από την Αρχή του Χρόνου. Εκείνη ήταν ψύχραιμη, το ανέκφραστο και όμορφο πρόσωπό της πλαισιώνονταν από μαύρες μπούκλες, τα μελένια μάτια της κοίταγαν επίμονα τη Μεγαλειότητά του.
Η Βασίλισσα έδωσε διαταγή να ανάψουν οι πυρσοί στο μήκος της Αίθουσας των Θρόνων. Ο χώρος φωτίστηκε.
«Να φανταστώ πώς ήρθατε για τη συνθήκη;»,ρώτησε η Βασίλισσα αγέρωχα.
«Ναι, Μεγαλειοτάτη.»,απάντησε ο βασιλιάς των Ανθρώπων. «Όπως ξέρετε η συνθήκη είχε υπογραφεί με τις Αυτού Μεγαλειότητές σας από τον πατέρα μου και ακόμα πιο πριν, το δικό του πατέρα και παππού μου. Η χώρα μου απειλείται από ορδές βαρβάρων και η βοήθειά σας θα ήταν ανεκτίμητη.».
«Ξέρετε πως Εμείς πάντα τηρούμε συνθήκες και υποχρεώσεις. Τα στρατεύματά μας θα είναι έτοιμα σε δύο μέρες.»,αποκρίθηκε η Βασίλισσα βαριεστημένα.
«Θα λάβουμε και Εμεί οι ίδιοι μέρος στη μάχη, όπως έχει συμφωνηθεί.»,συμπλήρωσε ο Βασιλιάς.
«Πολύ καλά λοιπόν. Ευχαριστούμε για την ακρόαση. Αντίο σας. Θα τα πούμε στο πεδίο της μάχης. Χαιρόμαστε που σας έχουμε συμμάχους.»,απάντησε ο βασιλιάς των Ανθρώπων και αφού χαμογέλασε ευγενικά στις Μεγαλειότητες, πήρε από το χέρι τη συμβία του και έφυγαν.
Ο Βασιλιάς παραξενεύτηκε. Εκείνος είχε ‘παντρευτεί’ τη Βασίλισσα λόγω υποχρέωσης. οι πιο αρχαίοι βρικόλακες πάντα δεσμεύονταν ώστε να βασιλεύουν στη Χώρα των Σκιών, στη χώρα όπου κατοικούσαν τα φαντάσματα, τα ξωτικά, οι λυκάνθρωποι, οι νεράιδες και όλα τα λοιπά μυθικά πλάσματα. Όμως δεν την αγαπούσε. Δε μπορούσε να αγαπήσει. Η καρδιά του είχε πάψει να αισθάνεται. Και απλά η ζωή του πλέον ήταν μία ατέρμονη νύχτα. […]
Η μάχη είχε τελειώσει. Οι εχθροί είχαν μαζέψει τους νεκρούς και είχαν οπισθοχωρήσει. Ο βασιλιάς των Ανθρώπων αν και κουρασμένος φαινόταν ευτυχισμένος. Γελούσε και συνεχώς αγκάλιαζε και φιλούσε τη γυναίκα του, σα να μη χόρταινε την παρουσία της. Ο Βασιλιάς μπορούσε πλέον να καταλάβει αυτόν τον Θνητό. Είχε καρδιά που χτυπούσε, αλλά η ψυχή του ήταν εκείνη που δημιουργούσε εκείνα τα συναισθήματα στοργής για τη γυναίκα του. Όμως ο Βασιλιάς ήξερε πως δεν είχε την πολυτέλεια σε κανένα από τα δύο. Η ψυχή του είχε εξαφανιστεί, χρόνια πριν. Η καρδιά του είχε πάψει να χτυπά. Ήταν ένα τίποτα.
Κοίταξε τη Βασίλισσά του. Αδιαμφισβήτητα ήταν πανέμορφη, κάτω από το φως του φεγγαριού που την έλουζε. Την έκανε να μοιάζει με νεράιδα, τόσο ντελικάτη ήταν.  Αναρωτήθηκε για ποιο λόγο τα σκέφτονταν αυτά όμως. Ποτέ δεν τον είχε συγκινήσει ιδιαίτερα η ομορφιά της Βασίλισσάς του. Ήταν βρικόλακας, προφανέστατα ήταν πανέμορφη. Η αλήθεια είναι όμως πως είχε συλλάβει αρκετές φορές τον εαυτό του να παρατηρεί τις λεπτές γωνίες του προσώπου της, τα μεγάλα της μάτια, τα σχεδόν ολόλευκα μαλλιά της, όλο της το παράστημα.  Ήταν όντως πανέμορφη.
Και είχε παρατηρήσει πως είχε αρχίσει να βρίσκει αρκετά ενδιαφέρων το χαρακτήρα της και συμπαθητική την προσωπικότητά της. Αν και συχνά ειρωνική και σοβαρά, έκανε πολλές φορές αστεία με τη γυναίκα του βασιλιά των Ανθρώπων και το γέλιο της ήταν υπέροχο. Της άρεσε να περπατάει στο δάσος και να παίζει φλάουτο. Ήταν η σύζυγός του εδώ και πεντακόσια χρόνια και ποτέ του δεν είχε προσέξει όλα αυτά. Δεν είχε ενδιαφερθεί.
Πλησίασε τη Βασίλισσά του. Εκείνη τον κοίταξε ανέκφραστα.
«Νομίζω… νομίζω πως αρχίζω να νιώθω πράγματα. Για εσένα.»,της είπε τελικά μετά από μερικά λεπτά δισταγμού και αμηχανίας.
Αν η καρδιά του χτυπούσε ίσως είχε κοκκινίσει. Παρότι όμως πλέον δε ζούσε, ένιωθε μέσα του πράγματα-συναισθήματα-για τη Βασίλισσά του. Όλος αυτός ο καιρός με τους Θνητούς είχε ξυπνήσει μέσα του τα αισθήματα που είχαν ναρκωθεί για μία χιλιετία.
Η Βασίλισσα σήκωσε έκπληκτη τα φρύδια της. «Εγώ… είναι παράξενο. Και εγώ εδώ και κάποιο καιρό νιώθω το ίδιο. Παρότι δε χτυπάνε οι καρδιές μας»,είπε βάζοντας το χέρι στην νεκρή καρδιά του. «νομίζω μπορούμε να νιώσουμε.».
Έβαλε το χέρι του πάνω στο δικό της και χαμογέλασε για πρώτη φορά εδώ και πολλούς αιώνες. «Νομίζω έχεις δίκιο. Ελπίζω να μη χάσαμε πολύ καιρό.».
Χαμογέλασε και εκείνη. «Δεν το νομίζω.».
Την αγκάλιασε.’’
Άφησε το βιβλίο και σηκώθηκε από την καρέκλα του. Συνήθως δεν αγόραζε τέτοια βιβλία, μυθιστορήματα φαντασίας, του άρεσαν περισσότερο τα ψυχολογικά βιβλία. Του άρεσε να διαβάζει για την ψυχοσύνθεση των ανθρώπων. Πίστευε ότι έτσι τους καταλάβαινε σε βάθος. Όμως ήξερε πως οι άνθρωποι δεν ήταν σαν τους αριθμούς που τόσο αγαπούσε.
Οι αριθμοί είναι εύκολοι. Πάντα ένα και ένα κάνει δύο, δύο και δύο τέσσερα και ούτω κάθε εξής. Δεν υπάρχει κάτι που να αλλάζει, όλα παραμένουν τα ίδια, παρά τις αλλαγές που συμβαίνουν ανά τα χρόνια. Οι αριθμοί δε σε προδίδουν ποτέ, σκέφτηκε. Πάντα είναι εκεί και πάντα ίδιοι. Ποτέ δεν αλλάζουν, ποτέ δε λένε ψέματα, ποτέ δε σε πληγώνουν. Δεν είναι άνθρωποι.
Γιατί για αυτό ο ίδιος παρέμενε κλεισμένος στο μισοσκότεινο δωμάτιό του, με  τα βιβλία του και τα μαθηματικά του. Παλιά βέβαια δεν ήταν έτσι. Παλιά ήξερε να γελάει, παλιά μπορούσε να πάρει τηλέφωνο κάποιον και να του πει να βγούνε. Ενώ τώρα…κατέληξε να είναι ένας εκνευριστικός και απόμερος φοιτητής Μαθηματικών. Ένα τίποτα, ουσιαστικά;
Όμως δεν έφταιγε (μόνο) εκείνος. Τον είχαν πληγώσει. Εκείνοι και εκείνη. Εκείνοι που ήταν φίλοι του, από το Γυμνάσιο ακόμα, μόλις πήγαν φοιτητές τον παράτησαν και δεν του ξαναμίλησαν, χωρίς κάποιο προφανή λόγο. Ενώ εκείνη, που την αγαπούσε πάρα πολύ, τον είχε χωρίσει. Έτσι απλά. Και του ήρθαν όλα μαζί. Ένιωθε πως έχασε τα πάντα. Ένιωθε την καρδιά του να σπάει, όπως ένα ξύλινο καράβι που τσακίζεται πάνω σε ένα κοφτερό προεξέχοντα βράχο. Αφού είχε χάσει τα πάντα από ανθρώπους που τον στήριζαν δεν έβλεπε πια το λόγο να συνεχίσει τις ανθρώπινες σχέσεις. Ποιο θα ήταν το νόημα; Ποιο το αποτέλεσμα; Πάλι δε θα πληγωνόταν, εν τέλει, αργά ή γρήγορα; Δεν το καταλάβαινε… Ποιος ήταν ο λόγος να έχεις μια καρδιά, να έχεις συναισθήματα, αν ήταν να καταρρέουν σαν τραπουλόχαρτα στο τέλος;
Κανένας δεν τον είχε προειδοποιήσει για αυτή την κατάληξη των ανθρώπινων σχέσεων. Και αφού είχε μείνει παντελώς μόνος, κλείστηκε μέσα σε ένα προστατευτικό καβούκι. Η ζωή του ήταν τώρα πια, τον τελευταίο χρόνο, η σχολή του, το διάβασμα για αυτή, η λογοτεχνία, τα βιβλία ψυχολογίας και τα μαθηματικά. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό του πως θα ξανάβγαινε στον κόσμο. Αυτό όμως αφού πρώτα είχε κατανοήσει πλήρως την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση ώστε να είναι σε θέση να αποτρέψει μία μελλοντική κατάσταση που θα τον πλήγωνε ξανά.
Όμως όσο περισσότερο διάβαζε τόσο περισσότερο δεν καταλάβαινε τι ήταν πλέον αυτό που έψαχνε να βρει. Και αυτό τελικά που τον είχε παρακινήσει σε όλες αυτές τις σκέψεις εκείνο το βροχερό απόγευμα ήταν τι; Ένα απλό μυθιστόρημα φαντασίας.
Δεν ήταν ωστόσο ο Βασιλιάς σαν εκείνον; Εν μέρει; Ο Βασιλιάς δεν είχε πληγωθεί. Ωστόσο είχε πάψει να νιώθει, αφού δεν έβρισκε το λόγο να νιώσει κάτι. Η επαφή του όμως με τους ανθρώπους και την ανθρώπινη θνητή φύση τους τον έκανε να αρχίσει να εξανθρωπίζεται. Δεν είχε πάψει στην πραγματικότητα ποτέ του να νιώθει. Απλά τα συναισθήματα, λόγω αχρηστίας, είχαν σιγάσει και στη θέση τους υπήρχε ένα κενό, ένα τίποτε. Ίσως ο ίδιος ο Βασιλιάς να ήταν ένα τίποτε. Και πώς άραγε να είναι κάτι, αφού δε νιώθει; Όμως, ο βασιλιάς των Θνητών τον είχε ωθήσει να δει πέρα από το όμορφο αθάνατο πρόσωπο της Βασίλισσας. Ο Βασιλιάς βρικόλακας είχε αρχίσει να εκτιμά τις λεπτές πτυχές του χαρακτήρας της, τη ντελικάτη φυσιογνωμία της, να την εκτιμά και να τη σέβεται. Άρχισε να νιώθει, άρχισε να ερωτεύεται. Και έγινε λοιπόν κάτι, έπαψε η ζωή του να είναι βαρετή αφού μπορούσε πια να νιώσει και όχι μόνο αυτό. Μπορούσε επίσης να μοιραστεί αυτό το συναίσθημα με κάποιον άλλον, κάποιον που αγαπούσε.
Ίσως αυτό να ήταν το νόημα εν τέλει. Άφησε έναν αναστεναγμό αγανάκτησης. Το κεφάλι του κόντευε να σπάσει από όλες αυτές τις τόσο συναισθηματικά φορτισμένες σκέψεις. Ήθελε καθαρό αέρα. Έβαλε το μπουφάν του, πήρε κλειδιά και κινητό και βγήκε έξω.
Ήταν στο κέντρο της πόλης. Πού πήγαινε; Δεν ήξερε. Απλά περπάταγε και προσπαθούσε να καθαρίσει το μυαλό του. Ήθελε να σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει. Και καθώς σκεφτόταν το πρώτο πράγμα που το ήρθε στο μυαλό ήταν εκείνη η συμφοιτήτριά του που είχε γνωρίσει στο αμφιθέατρο κάποτε, πριν μήνες. Αυτή με τα καστανά μαλλιά και τα μελένια μάτια. Τολμούσε να πει πως είχε βρει την προσωπικότητά της αρκετά γοητευτική, αν και δεν είχε κάνει τον κόπο να τη γνωρίσει, φοβόταν ακόμη τότε μία πιθανή ατυχή γνωριμία που θα κατέληγε πάλι στο να τον πληγώσει.
Χωρίς καν να ξέρει γιατί σκέφτηκε αυτή την κοπέλα, έβγαλε το κινητό του και πληκτρολόγησε ένα μήνυμα στα γρήγορα, ρωτώντας την αν θα ήθελε να πάνε για καφέ. Προτού συνειδητοποιήσει τι έκανε, πάτησε ‘Αποστολή’.
Πώς μπορούσε εκείνος, που τόσο φοβόταν τις δεσμεύσεις και τις ανθρώπινες σχέσεις να συμπεριφέρεται τόσο… απερίσκεπτα; Ήταν όντως απερίσκεπτη η πράξη του; Τύψεις άρχισαν να περικυκλώνουν απειλητικά το μυαλό του. Μήπως δεν έπρεπε να στείλει αυτό το μήνυμα; Μήπως ήταν, εν τέλει, πολύ για εκείνον να θέλει οποιαδήποτε είδους σχέση με οποιοδήποτε άτομο; Μήπως ήταν πλέον αδύνατο να συναναστραφεί έστω και με συνομηλίκους του;
Όχι, ένιωσε μία φωνή να μιλάει στο κεφάλι του. Ήταν άγνωστη αλλά και συνάμα οικεία. Όλοι έχουν το δικαίωμα να κάνουν φίλους, να γελάσουν, να αγαπήσουν. Και επειδή πληγώθηκες και επειδή σε έσπασαν; Οι άνθρωποι είναι σημαντικοί. Γεννιόμαστε μόνοι, πεθαίνουμε μόνοι, αλλά τους έχουμε αδήριτη ανάγκη κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Είναι απαραίτητοι. Πληγώθηκες και ίσως ξαναπληγωθείς. Με το να μένεις όμως μόνος χάνεις την ευκαιρία να γνωρίσεις πολύ ενδιαφέροντες ανθρώπους και δεν τους δίνεις τη δυνατότητα να σε γνωρίσουν και εκείνοι. Ακολούθησε το παράδειγμα του Βασιλιά βρικόλακα. Προσπάθησε να κάνεις την καρδιά σου να νιώσει και άρπαξε μερικές ευκαιρίες, όσες σου δίνονται και προσπάθησε να ξεπεράσεις τα εμπόδια που σε τραυματίζουν και σε κάνουν να πέφτεις. Αλλιώς είναι η καρδιά σου που θα γίνει ξηρή και εύθραυστη και δε θα είναι ικανή για τίποτα παρά μόνο για να χτυπά.
Είχε μόλις λάβει ένα μήνυμα στο κινητό του. Η κοπέλα είχε δεχτεί και του έλεγε να πάει σε ένα τέταρτο σε μία καφετέρια εκεί κοντά. Δίστασε. Συνοφρυώθηκε. Και μετά έκανε αυτό που του είχε πει η φωνή, αυτό που θα έκανε ο Βασιλιάς βρικόλακας. Άδραξε την ευκαιρία και πήγε στην καφετέρια.
Η κοπέλα χαμογέλασε όταν τον είδε. Παρήγγειλαν καφέ και έπαιξαν τάβλι. Μίλησαν για τη σχολή, μίλησαν για τα μαθήματα, για τις ταινίες, για τα βιβλία, για τα σχολικά τους χρόνια. Είχε δίκιο. Ήταν όντως γοητευτική ως χαρακτήρας, πολύ ενδιαφέρουσα. Είχε καιρό να μιλήσει τόσο πολύ με κάποιον. Ένιωθε τόσο όμορφα, τόσο πλήρης. Πώς μπορούσε τόσο καιρό να μένει μόνος; Δεν τον είχε ενοχλήσει; Ένιωθε άβολα όταν σκεφτόταν πως ίσως να έπρεπε να κλειστεί στο καβούκι του, να μείνει ξανά μόνος. Όχι. Δε θα το έκανε. Όχι πια. Δεν έπρεπε να φοβάται.
Συνέχισαν να μιλάνε και η κοπέλα γέλασε σε ένα αστείο του. Ήταν τόσο όμορφο το γέλιο της. Και ένιωθε καλά που την είχε κάνει να γελάσει. Ένιωθε χαρά, μετά από πάρα πολύ καιρό. Άφησε το συναίσθημα αυτό να τον πλημμυρίσει και χαμογέλασε.

Όταν βγήκαν από την καφετέρια και άρχισαν να περπατούν προς το σπίτι της, της έπιασε δειλά και διστακτικά, σαν ένα μικρό ντροπαλό παιδί, το χέρι.  Εκείνη του έσφιξε το χέρι και χαμογέλασε ευδιάθετα. Χαμογέλασε και εκείνος για δεύτερη φορά εκείνη τη μέρα. Η κοπέλα, με τη σκιά του χαμόγελού της ακόμη πάνω στα χείλη της, τεντώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τον φίλησε στο μάγουλο. Εκείνος κοκκίνισε. Οι αριθμοί και τα βιβλία του θα ήταν μοναχικά για αρκετό καιρό από ‘δω και πέρα.