Hunger Games

Deep in the meadow, hidden far away
A cloak of leaves, a moonbeam ray
Forget your woes and let your troubles lay
And when it's morning again, they'll wash away
Here it's safe, here it's warm
Here the daisies guard you from every harm
Here your dreams are sweet and tomorrow brings them true
Here is the place where I love you.

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

Votre cœur va devenir sec et cassant


«Γιατί κάτι στιγμές, αρχίζει σιγά-σιγά να μου δίνεται η εντύπωση ότι ποτέ δε θα είμαι ικανός ν’ αρχίσω μία πραγματική ζωή, γιατί νομίζω ότι έχω χάσει πια κάθε ρυθμό, κάθε αίσθηση του παρόντος, της πραγματικότητας, γιατί, τελικά, καταριόμουν ο ίδιος τον εαυτό μου και γιατί, μετά τις νύχτες της φαντασίας μου, έρχονται στιγμές νηφαλιότητας, οι οποίες είναι φοβερές! Στο μεταξύ, ακούς πως γύρω σου βροντοφωνάζει και στριφογυρίζει στον ανεμοστρόβιλο της ζωής το ανθρώπινο πλήθος, ακούς, βλέπεις πως ζουν οι άνθρωποι. Ζουν ξύπνιοι, βλέπεις ότι η ζωή για αυτούς δεν ήρθε κατά παραγγελία, δε θα εξανεμιστεί σαν όνειρο, σαν οπτασία, συνεχώς ανανεώνεται, μένει πάντα νεανική κι ούτε μία ώρα της δε μοιάζει με την άλλη, ενώ η λιγόψυχη φαντασία είναι τόσο καταθλιπτική, ποταπή και μονότονη, σκλάβα μιας σκιάς, μιας ιδέας, σκλάβα του πρώτου σύννεφου που θα κρύψει ξαφνικά τον ήλιο.[…] Στο μεταξύ, η ψυχή ζητάει και θέλει κάτι άλλο! Ο ονειροπόλος μάταια σκαλίζει τα παλιά του όνειρα, όπως τη στάχτη, γυρεύοντας έστω κάποια μικρή σπίθα, να τη φυσήξει, να ζεστάνει την κρύα του καρδιά με φλόγα ανανέωσης και ν’ αναστήσει μέσα της απ’  την αρχή όλα αυτά που πρώτα ήταν τόσο αγαπητά, που συγκινούσαν την ψυχή, που έκαναν το αίμα να βράζει, τα μάτια να δακρύζουν, κι εξαπατούσαν με τόση μεγαλοπρέπεια! Οι ανόητοι και άυλοι ρεμβασμοί δεν υπάρχουν, επειδή δεν υπάρχει κάτι που να τους κάνει να διατηρούνται. Ακόμα και τα όνειρα, σβήνουν, τελειώνουν! Τα χρόνια θα διαβαίνουν, θα έρθει η σκληρή μοναξιά, θα έρθουν, τρέμοντας και με μπαστούνι, τα γηρατειά, κι ύστερα με τη σειρά τους η ανία και η κατάθλιψη. Ο φανταστικός σου κόσμος θα χλομιάσει, τα όνειρά σου θα σβήσουν, θα μαραζώσουν, και, σαν τα κίτρινα φύλλα, θα πέσουν κάτω από τα δέντρα. Είναι θλιβερό να μένεις μόνος, τελείως μόνος, και να μην έχεις ακόμα και τι να λυπηθείς- τίποτε, απολύτως τίποτε… Γιατί όλα αυτά που έχασες, ήταν όλα ένα τίποτε, ήταν ένα ανόητο, στρογγυλό μηδενικό, ένα όνειρο και τίποτε άλλο!»           Φίοντορ Μιχαήλοβιτς Ντοστογέφσκι ‘‘Λευκές Νύχτες’’


Αυτά του Ντοστογέφσκι με χαρακτηρίζουν. Ίσως χαρακτηρίζουν και άλλους. Οι ονειροπόλοι είμαστε ένα ξεχωριστό και μοναδικό είδος ανθρώπων, ένα είδος καλά καλυμμένο πίσω από μισοσκισμένα
All Star και χοντρά φούτερ. Φανταζόμαστε σημαίνει για εμάς ζούμε. Ζούμε μέσα από όνειρα, μέσα από διάφορες φαντασιώσεις, μέσα από βιβλία, μέσα από ποιήματα, μέσα από πλαστικούς χαρακτήρες, μέσα από κάτι άλλο τέλος πάντων. Κλεινόμαστε μέσα σε αυτόν τον φανταστικό κόσμο όταν ο άλλος, αυτός που είναι στο δρόμο, έξω από το παράθυρο και παντού γύρω μας είναι τόσο πραγματικός που μας πονάει.
Μας πονάει και μας σπάει σε χίλια κομμάτια. Αυτό είναι το αρνητικό χαρακτηριστικό, μία συνέπεια ας το θέσω της πραγματικότητας. Όμως, η φαντασία δεν είναι έτσι. Μας προσέχει, μας κανακεύει, μας φροντίζει. Είναι πάντα εκεί για εμάς. Όταν πρέπει να τρέξουμε για να κρυφτούμε, τυλίγοντας τα χέρια μας γύρω από τα γόνατά μας, όταν είμαστε έτοιμοι να αφήσουμε τα δάκρυα να κυλήσουν και τα δάκρυα είναι τόσα πολλά που θα γέμιζαν μία θάλασσα ή έστω μία λίμνη.
Και εκεί όλα είναι τόσο τέλεια. Τόσο τέλεια.
Η πραγματικότητα δεν είναι. Όμως με το να μένουμε στη φτιαχτεί αυτή τελειότητα, στην υπερβολική αυτή τελειότητα, χάνουμε πράγματα.
Πιστεύω ότι το κάνουμε επειδή φοβόμαστε πως η προσγείωση από το σύννεφό μας στη γη θα είναι τόσο απότομη που θα μας κόψει τα φτερά. Φοβόμαστε πως δε θα μπορέσουμε να ξαναπετάξουμε. Και έτσι, εξασφαλίζουμε μία φτιαχτή ευτυχία.
Είναι όμως σωστό αυτό;
Και εγώ το κάνω. Δεν το αρνούμαι. Ξέρω πως δεν είμαι καλά. Και ξέρω γιατί το κάνω.
Φοβάμαι την πραγματικότητα. Βλέπετε, οι ονειροπόλοι είμαστε και πάνω από όλα ευαίσθητοι. Και αν σπάσει η καρδιά μας μία φορά, τη μαζεύουμε, την κολλάμε όπως-όπως και φοβόμαστε να την ξαναχρησιμοποιήσουμε γιατί θα σπάσει. Γιατί είμαστε τόσο ευαίσθητοι που δε θέλουμε ο τόπος να γεμίσει με τα κόκκινα απομεινάρια της καρδιάς μας-με τα απομεινάρια που θα μείνουν αν η επαφή μας με την πραγματικότητα, με τους άλλους ανθρώπους, μας πληγώσει ξανά.
Voilà, ma petite Amélie, vous n'avez pas des os en verre. Vous pouvez vous cogner à la vie. Si vous laissez passer cette chance, alors avec le temps, c'est votre cœur qui va devenir aussi sec et cassant que mon squelette. ~Le fabuleux destin d’ Amélie Poulain
Λοιπόν, μικρή μου Αμελί, δεν έχετε οστά από γυαλί. Μπορείτε να γνωρίσετε τους χτύπους της ζωής. Εάν αφήσετε αυτή την ευκαιρία να περάσει, αργότερα με τον καιρό, είναι η καρδιά σας που θα γίνει το ίδιο ξηρή και εύθραυστη με τον σκελετό μου.
Αφήνουμε έτσι μερικές ευκαιρίες να περνούν και η καρδιά μας αραχνιάζει.
Δε λέω να μην ονειρευόμαστε. Εγώ ονειρεύομαι πολύ, τι Creepy Dreamer θα ήμουν αν δεν το έκανα;
Ωστόσο υπάρχουν ευκαιρίες που αξίζει να ζήσουμε. Υπάρχουν όνειρα που μπορούμε να κυνηγήσουμε. Όνειρα ζωντανά και αληθινά. Υπάρχουν άνθρωποι που θα μας δώσουν ένα μέρος της καρδιάς τους, αν τους δώσουμε ένα μέρος της δικής μας. υπάρχουν μέρη να επισκεφθούμε, πράγματα να δούμε και να ζήσουμε.
Και αν η πραγματικότητα μας πονέσει ξανά; Αν μας σπάσει; Αν μας πληγώσει;
Τουλάχιστον πιστεύω ότι θα έχουμε ζήσει μερικά λεπτά ευτυχίας. Δεν είναι μία τεράστια ανταμοιβή που να αντισταθμίζει και τη χειρότερη από όλες τις πτώσεις;

Θεέ μου! Ένα ολόκληρο λεπτό υπέρτατης ευτυχίας! Είναι, μήπως, λίγο αυτό, έστω και σ’ όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής;…
Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι

Is it ever gonna be enough? Is it ever gonna be perfect?


Τέλειοι. Αυτό θέλουμε να είμαστε. Τέλειοι.
Φτιάχνουμε τα μαλλιά μας. Τα βάφουμε. Τα ξυρίζουμε.
Προσέχουμε τι είδους ρούχα αγοράζουμε-είναι μάρκας ή όχι;
Γιατί το κάνουμε αυτό;
Για να τους κάνουμε να μας δουν.
Όμως ποιοι είμαστε εμείς μετά;
Κανείς. Αυτό είμαστε.
Ένας Κανείς. Κανείς αυτός που περπατά και μιλά.
Ένα κομμάτι υφάσματος και γυαλιστερής σκιάς.
Μία εικόνα. Ένα είδωλο. Ένα πουκάμισο αδειανό.
Ένα τίποτα.
Και ότι και αν κάνεις.
Και ότι και αν κάνεις νιώθεις αόρατος.
Σαν ένα κομμάτι από γυαλί πάνω σε μία τζαμαρία
Τόσο ασήμαντο ανάμεσα στα υπόλοιπα γυαλιά
Που κανείς δεν το κοιτά
Τι και αν προσπαθείς;
Ότι και αν κάνεις, είναι σα να σε έχουν καλύψει με ένα μανδύα
Ένα μανδύα αόρατο.
Και σε ακούει κανείς; Ακούει;
Η καρδιά σου.
Ναι, η καρδιά σου είναι αυτή που τόσο απελπισμένα ζητά βοήθεια.
Ζητά προσοχή.
Και σε προσέχουν.
Προσέχουν αυτό το κομμάτι υφάσματος και γυαλιστερής σκιάς.
Την εικόνα, το είδωλο.
Προσέχουν το τίποτα.
Προσέχουν αυτό το οποίο ποτέ σου δε θα γίνεις
Αυτό το οποίο δεν είσαι
Αυτό που έγινες για να γίνεις κάποιος
Και έγινες Κανένας.
Και κανείς δε βλέπει Εσένα.
Αυτό που Είσαι, τα χρώματα που είναι Εσύ.
Γιατί έχουν καλυφθεί από μία πλαστική τελειότητα
Γιατί έγινες Κανένας.