Hunger Games

Deep in the meadow, hidden far away
A cloak of leaves, a moonbeam ray
Forget your woes and let your troubles lay
And when it's morning again, they'll wash away
Here it's safe, here it's warm
Here the daisies guard you from every harm
Here your dreams are sweet and tomorrow brings them true
Here is the place where I love you.

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

Dreams, dreams, dreams






Μια φορά και έναν καιρό σε μία μακρινή χώρα, όπου οι άνθρωποι μιλούν μία άλλη γλώσσα, γίνονταν εμφύλιος πόλεμος. Ένας πόλεμος εναντίον μία δικτατορίας. Όμως, αυτό είναι μία άλλη ιστορία, χαμένη στο χρόνο, θαμμένη στις αναμνήσεις. Εμάς μας ενδιαφέρει η ιστορία ενός μικρού κοριτσιού, γύρω στα 10. Ο πατέρας της έχει πεθάνει. Η μαμά της, για να γλιτώσει τις κακουχίες του πολέμου παντρεύεται έναν στρατηγό της δικτατορίας και μετακομίζουν μαζί του στην εξοχή, για στρατιωτικούς λόγους. Η μητέρα της είναι έγκυος σε προχωρημένους μήνες και η κοπέλα αποφασίζει να εξερευνήσει λίγο το μέρος. Βρίσκει αυτό το μαγικό λαβύρινθο. Ή τουλάχιστον ένα λαβύρινθο που για εκείνη είναι μαγικός. Έχει νεράιδες και έναν Φαύνο, ένα πλάσμα με πόδια τράγου και κέρατα στο ανθρώπινο κεφάλι του. Και με τη φαντασία της περνά από διάφορες καταστάσεις και προσπαθεί να ξεπεράσει μία μεγάλη τραγωδία που συμβαίνει στη ζωή της. Και... well, το τέλος δεν μπορεί να θεωρηθεί ευτυχισμένο... Ή ίσως και να μπορεί...

Αυτή είναι μία περιεκτική περίληψη της πανέμορφης ταινίας "Ο Λαβύρινθος του Πάνα". Δεν κάνω διαφήμιση της ταινίας, προς Θεού, αλλά αξίζει να τη δείτε. Πραγματικά... αξίζει. Γιατί, εγώ προσωπικά, έκλαψα.

Τώρα... η πρωταγωνίστρια, η Οφίλια, είναι ένα πλάσμα ανήσυχο. Δε στέκεται σε μία μεριά. Και το κυριότερο, η φαντασία της και τα βιβλία της την ταξιδεύουν σε κόσμους και μέρη που δεν περίμενε να δει. Που δεν ήξερε καν πως υπάρχουν. Σε κόσμους που τις προσφέρουν μία υπέροχη εμπειρία. Ταξιδεύει μέσα σε όνειρα γεμάτα φανταστικά πλάσματα...
Και... απλά υποτίθεται πως μένουν όνειρα... Άρα, δεν αξίζει να ονειρευόμαστε; Να κλείνουμε τα μάτια και να φανταζόμαστε ένα κόσμο φωτεινότερο; Να ταξιδεύουμε σε μέρη μαγικά;

Dreams are dreams.I ain't gonna play the fool anymore.

Τα όνειρα είναι όνειρα. Δεν αλλάζει η φύση τους. Είναι μια οφθαλμαπάτη που δημιουργεί ο εγκέφαλός μας. It's an illusion. Ε, λοιπόν, εγώ δεν το δέχομαι. Όχι. Δεν το δέχομαι. Με ανάγκασαν να συμβιβαστώ. Να πατήσω τα πόδια μου στη Γη, να προσγειωθώ άσχημα και να αντιμετωπίσω την πραγματικότητα. Και έτσι, ξέχασα ότι ήξερα. Ξέχασα να γελάω, να εκτιμώ ένα χαμόγελο, ένα αστείο, μία αγκαλιά, μία φωτογραφία. Ξέχασα αυτό που πραγματικά έχει σημασία. Ξέχασα να ζω... Τι τραγική ειρωνεία. Να είσαι μόνο 16 και να έχεις ωριμάσει τόσο απότομα, να ξεχνάς να είσαι παιδί. Να μην είσαι ξέγνοιαστος. Όχι, λοιπόν, δε θα συμβιβαστώ. Δε θα συμβιβαστώ με τη στυγνή, κρύα, σκληρή πραγματικότητα. Ο κόσμος δεν είναι μαύρος. Ούτε ασπρόμαυρος. Όχι. Ο κόσμος μπορεί να χρωματιστεί. Μπορεί. Με ένα-δύο πινέλα και νερομπογιές, με παστέλ και ξυλομπογιές. Δε θα είναι εύκολο. Θα είναι ένας δύσκολος αγώνας... Θα πρέπει να βρούμε ό,τι έχει γίνει ασπρόμαυρο, ότι είναι θλιβερό και μαραζωμένο και να το φτιάξουμε. Αλλά... πρώτη φορά, μετά από καιρό, νιώθω ελπίδα. Και έχω δύο-τρία όνειρα. Κανένας δε θα με εμποδίσει να τα πραγματοποιήσω. Και καθώς τα πραγματοποιώ, θα έχω και άλλα, πολύ περισσότερα, πιο πολύχρωμα και περίπλοκα όνειρα. Όνειρα που δεν είναι μόνο ουτοπικά. Όνειρα που είναι παράλληλα με την πραγματικότητα, όμως δε συμβιβάζονται με αυτήν. Γιατί έχω βαρεθεί. Έχω βαρεθεί. Έχω βαρεθεί, βαρεθεί, βαρεθεί να βλέπω τόση δυστυχία, μέσα μου και γύρω μου. Έχω βαρεθεί να βλέπω εφήβους να έχουν ωριμάσει γρήγορα και να μην απολαμβάνουν το ζεστό χάιδεμα της ανατολής του ήλιου και το βαθύ μπλε της θάλασσας. Έχω βαρεθεί τη μιζέρια, τη θλίψη, την κούραση, την πίεση το άγχος.
You may say I'm a dreamer... But I'm not the only one!
Λοιπόν, φαίνεται δύσκολο; Ακατόρθωτο; I'll give it a shot. Or maybe three. Δεν εγκαταλείπω την προσπάθεια και δε συμβιβάζομαι. Θέλω να ζήσω χαρούμενα. Γεμάτα φως και χρώμα. 


Η πόλη των χρωμάτων-Ζακ Στεφάνου

Όμορφη μου πόλη
έχεις γίνει γκρι και φεύγουν όλοι
βόλτα στις ταράτσες
βγαίνω το πρωί σε βλέπω όλη
γκρι είναι οι δρόμοι
γκρι κι όλοι αυτοί
που περπατάνε
μες τα γκρίζα σπίτια τους
γκρι θα μιλούν γκρι θα αγαπάνε

Μα δε σ' αφήνω γλυκιά μου πόλη
νοικιάζω αεροπλάνο
σημάδι κάνω στο χάρτη

Παίρνω μαζί μου ουράνια τόξα
αυτή που η λόξα γεμίζει με δόξα
το πάρτι

Κόκκινα πράσινα κίτρινα μπλε
σπίτια στους δρόμους
και αστυνόμους μπορντό
Παντού χαμόγελα
και χρώμα στα μαλλιά και τους ώμους
και ένας σκύλος καρό
Πορτοκαλί τα πεζοδρόμια
και οι τοίχοι γαλάζιοι
και τα περίπτερα ροζ
αυτή η πόλη κάθε μέρα μπορεί να αλλάζει
και να γεμίζει με φως

Όμορφη μου πόλη
γίνανε οι δρόμοι σου λιβάδια
οι πλατείες λίμνες και όλα τα σκουπίδια
πολύχρωμα ψάρια
τα αμάξια δέντρα και οι μηχανές
λουλούδια
όμορφη μου πόλη γίνανε οι κόρνες σου
τραγούδια

Και τότε όλοι
γλυκιά μου πόλη
και εκείνοι που κάθονται
κι αυτοί που όλη μέρα δουλεύουν

Καρδιές παράθυρα
και πόρτες ανοίγουν
πετάγονται έξω
γελούν τραγουδούν και χορεύουν

Κόκκινα πράσινα κίτρινα μπλε
σπίτια στους δρόμους
και αστυνόμους μπορντό
Παντού χαμόγελα
και χρώμα στα μαλλιά και τους ώμους
και ένας σκύλος καρό
Πορτοκαλί τα πεζοδρόμια
και οι τοίχοι γαλάζιοι
και τα περίπτερα ροζ
αυτή η πόλη κάθε μέρα μπορεί να αλλάζει
και να γεμίζει με φως




Nevermore!

Δεν ξέρω για ποιο λόγο δεν το έχω παραθέσει ακόμη. Ίσως να είναι το πιο αγαπημένο μου από τα ποιήματά του. Ο Edgar Allan Poe είναι ένας εκπληκτικός ποιητής. Και το ''Κοράκι'' είναι το αγαπημένο μου ποιήμα.









Edgar Allan Poe- The Raven

Once upon a midnight dreary, while I pondered weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore,
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
`'Tis some visitor,' I muttered, `tapping at my chamber door -
Only this, and nothing more.'

Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow; - vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow - sorrow for the lost Lenore -
For the rare and radiant maiden whom the angels named Lenore -
Nameless here for evermore.

And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me - filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
`'Tis some visitor entreating entrance at my chamber door -
Some late visitor entreating entrance at my chamber door; -
This it is, and nothing more,'

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
`Sir,' said I, `or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you' - here I opened wide the door; -
Darkness there, and nothing more.


Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before;
But the silence was unbroken, and the stillness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, `Lenore!'
This I whispered, and an echo murmured back the word, `Lenore!'
Merely this and nothing more.

Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
`Surely,' said I, `surely that is something at my window lattice;
Let me see then, what thereat is, and this mystery explore -
Let my heart be still a moment and this mystery explore; -
'Tis the wind and nothing more!'

Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately raven of the saintly days of yore.
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door -
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door -
Perched, and sat, and nothing more.

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
`Though thy crest be shorn and shaven, thou,' I said, `art sure no craven.
Ghastly grim and ancient raven wandering from the nightly shore -
Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'


Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning - little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door -
Bird or beast above the sculptured bust above his chamber door,
With such name as `Nevermore.'

But the raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only,
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing further then he uttered - not a feather then he fluttered -
Till I scarcely more than muttered `Other friends have flown before -
On the morrow he will leave me, as my hopes have flown before.'
Then the bird said, `Nevermore.'

Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
`Doubtless,' said I, `what it utters is its only stock and store,
Caught from some unhappy master whom unmerciful disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore -
Till the dirges of his hope that melancholy burden bore
Of "Never-nevermore.”

But the raven still beguiling all my sad soul into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore -
What this grim, ungainly, ghastly, gaunt, and ominous bird of yore
Meant in croaking `Nevermore.'

This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom's core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion's velvet lining that the lamp-light gloated o'er,
But whose velvet violet lining with the lamp-light gloating o'er,
She shall press, ah, nevermore!

Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
`Wretch,' I cried, `thy God hath lent thee - by these angels he has sent thee
Respite - respite and nepenthe from thy memories of Lenore!
Quaff, oh quaff this kind nepenthe, and forget this lost Lenore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil! -
Whether tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted -
On this home by horror haunted - tell me truly, I implore -
Is there - is there balm in Gilead? - tell me - tell me, I implore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us - by that God we both adore -
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels named Lenore -
Clasp a rare and radiant maiden, whom the angels named Lenore?'
Quoth the raven, `Nevermore.'


`Be that word our sign of parting, bird or fiend!' I shrieked upstarting -
`Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken! - quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

And the Raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon's that is dreaming,
And the lamp-light o'er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted- nevermore!

Πιστεύω δε χρειάζεται να αναλύσω κάτι. Θέλω να πω, το ποιήμα τα λέει όλα από μόνο του. Τόσο ξεχωριστό και υπέροχο και αγαπημένο ανάμεσα στα ποιήματα... Cause it leaves me with a bittersweet feeling. Yet, it still remains precious.