Hunger Games

Deep in the meadow, hidden far away
A cloak of leaves, a moonbeam ray
Forget your woes and let your troubles lay
And when it's morning again, they'll wash away
Here it's safe, here it's warm
Here the daisies guard you from every harm
Here your dreams are sweet and tomorrow brings them true
Here is the place where I love you.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χάρι Πότερ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χάρι Πότερ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011

Aoi Hana


«Σέλεστ;».
Η Πόιζον ήταν πάνω από το θρανίο της Σέλεστ και την κοιτούσε πολύ ανήσυχα με τα κόκκινα φρύδια της ενωμένα σε μία γραμμή ανησυχίας. Πολλοί συμμαθητές της ήταν τριγύρω και κοιτούσαν παραξενεμένοι, ενώ μερικοί που την ήξεραν λίγο καλύτερα, ανήσυχοι. Οι δίδυμοι Σκαμάντερ ήταν ακόμα πιο ανήσυχοι από την Πόιζον. Ο Λύσανδρος είχε κάτσε δίπλα στη Σέλεστ και την κοίταγε αγχωμένος, ενώ ο Λόρκαν ήταν καθισμένος στο θρανίο. Η Σέλεστ ήταν λαχανιασμένη, σα να είχε τρέξει πολλά χιλιόμετρα σε πέντε λεπτά και ένιωθε τις παλάμες της ζεστές και υγρές από τον ιδρώτα ενώ ένιωθε μερικές τούφες από τα λιτά μαλλιά της να κολλάνε στο σβέρκο της. Ήταν σχεδόν σίγουρη πως τα μάτια της όταν κοίταξε την Πόιζον ήταν γαλάζια αλλά δεν την ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή.
Η έκφραση της Πόιζον από ανησυχία μετατράπηκε σε κάτι ενδιάμεσο της έκπληξης και του τρόμου. «Σέλεστ… είσαι καλά;»,τη ρώτησε η καθηγήτρια των Φίλτρων.
Η Σέλεστ ένιωσε ένα ελαφρύ πόνο στα μάτια και κατάλαβε πως έγιναν πάλι μελί. «Όχι. Κυρία Πόιζον, μπορώ να πάω στο αναρρωτήριο;»,ρώτησε η Σέλεστ.
«Ναι, Θορν. Θα έρθω μετά το μάθημα να δω πως είσαι.»,είπε η Πόιζον και έφυγε από το θρανίο της Σέλεστ. «Όλοι στα θρανία σας παιδιά. Έχουμε και ένα φίλτρο να φτιάξουμε.».
«Καλή ανάρρωση Σέλεστ.»,είπε ο Λόρκαν και η Σέλεστ, παίρνοντας βιαστικά την τσάντα της μαζί της, βγήκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε από την ψυχρή αίθουσα των Φίλτρων.
Δεν είχε κάνει πολλά βήματα όταν ακούμπησε στον τοίχο σχεδόν κουρασμένη και ένιωσε τα πόδια της να λυγίζουν. Δεν ήταν η απειλή που υπήρχε περίπτωση να έρθει στο Χόγκουαρτς. Ούτε το γεγονός πως υπήρχαν στο σχολείο της χρήστες ‘‘Σιωπηλής Μαγείας’’ που δεν ήξερε καν τι είναι. Στην πραγματικότητα, δεν τα ‘χε σκεφτεί καν αυτά από τη στιγμή που το όραμά της τελείωσε. Δεν την ένοιαζαν καθόλου. Το μόνο που τριγύριζε στο κεφάλι της, αυτό που την έκανε εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή να τρέμει σύγκορμη και να νιώθει τη γη να κουνιέται κάτω από τα πόδια της, ήταν το ονοματεπώνυμό της. Ορόρα Ουάν. Ουάν. Ουάν. Πριν δεκάξι περίπου χρόνια η Σελέν Ουάν, είκοσι ενός χρόνων παντρεύτηκε τον Τσάρλι Θορν και κάμποσους μήνες αργότερα γεννήθηκε ένα υγιές μωρό. Η Σέλεστ Θορν.

*   *   *

«Μαμά; Ήρθαμε!»,ήταν οι πρώτες κουβέντες της Σέλεστ.
Είχε ανοίξει την πόρτα και η γνώριμη ελαφριά μυρωδιά από ψημένα κουλουράκια εισέβαλε στη μύτη της. Στο χολ του σπιτιού τους βρήκε τον καλόγερο με τα μπουφάν, τις ομπρέλες και τα παλτό της οικογένειας και κάποιες κινούμενες φωτογραφίες από το γάμο των γονιών της. Πίσω της ερχόταν ο Τόμας, ουσιαστική κρυμμένος μέσα σε ένα τεράστιο παλτό και τυλιγμένος με το χρυσοκόκκινο κασκόλ του Γκρίφιντορ.
«Σέλεστ!».
Σαν αστραπή, μία μικρή φιγούρα έπεσε γρήγορα πάνω της και την αγκάλιασε. Πρόλαβε να δει μία μάζα από σγουρά μαύρα μαλλιά, όταν ο Κρις έπεσε πάνω της.
«Μου έλειψες τόσο πολύ Σέλεστ!»,είπε ο Κρις.
Ο Κρις Θορν ήταν εννιά χρονών και είχε τα ίδια περίπου γκρίζα μάτια με τον Τόμας.
«Τόμας!»,συνέχισε ο Κρις ακάθεκτος και όρμισε στο μεγαλύτερο αδερφό του που μόλις είχε μπει γεμάτος νιφάδες χιονιού στο σπίτι. Τον αγκάλιασε και εκείνον και ο Τόμας του ανακάτωσε τα μαλλιά.
«Καλώς ήρθατε παιδιά.»,ακούστηκε μία γνώριμη και ελαφρώς κουρασμένη φωνή.
Η Σέλεστ γύρισε. Η Σελέν Θορν είχε τα μαύρα ίσια μαλλιά της πιασμένα κότσο και τα γκρίζα μάτια της ήταν πίσω από τα μπλε γυαλιά της. Η κοιλιά της είχε φουσκώσει πάρα πολύ από το Σεπτέμβριο και γενικότερα η Σέλεστ συνειδητοποίησε πως η μητέρα της ήταν κουρασμένη.
Η Σέλεστ αγκάλιασε σφιχτά τη μητέρα της. Της είχε λείψει.
«Γεια μαμά. Πες μου πως δεν πας στο Υπουργείο σε αυτή την κατάσταση.»,είπε η Σέλεστ.
Η μητέρα της χαμογέλασε. Όλοι ήξεραν πως ήταν μανιακή με τη δουλειά της και δεν ήθελα να χάνει μέρα. «Όχι, άφησα κάποιον άλλον στο πόστο μου.».
«Ευχαριστώ που βοηθάτε με τις αποσκευές παιδιά.»,είπε ο πατέρας τους που μπήκε μέσα εκείνη τη στιγμή.
Στο ένα χέρι κράταγε το καλάθι με τον γάτο της Σέλεστ και το κλουβί με την κουκουβάγια του Τόμας ενώ στο άλλο κράταγε το ραβδί του, το οποίο κρατούσε υπερυψωμένα μαγικά τα μπαούλα των παιδιών. Στις καστανόξανθες μπούκλες του υπήρχαν νιφάδες χιονιού και παρότι αυτό που είπε ακούστηκε σαν παράπονο, τα μάτια του που είχαν μία ανοιχτή απόχρωση μελιού γελούσαν.
«Τσάρλι άσε τα παιδιά ήσυχα!»διαμαρτυρήθηκε η Σελέν. «Τόμας, Σέλεστ, το δείπνο είναι σχεδόν έτοιμο. Πηγαίνετε να κάνετε μπάνιο και να αλλάξετε και ελάτε για φαγητό.».

«Κρις, είναι ώρα για ύπνο γλυκέ μου.»,είπε η Σελέν.
Η οικογένεια Θορν κάθονταν στο σαλόνι του σπιτιού. Το τζάκι ήταν αναμμένο. Κάτι κάδρα ζωγραφικής κρέμονταν στους τοίχους στο χρώμα της ώχρας και κινούνταν φυσικά, όπως όλα τα μαγικά κάδρα. Η Σελέν διάβαζε ένα βιβλίο και κουνούσε αφηρημένα το ραβδί της για να κάνει δύο βελόνες πλεξίματος να κινηθούν, πλέκοντας ένα άσπρο κασκόλ. Ο Τσάρλι Θορν είχε στήσει μία παρτίδα μαγικού σκακιού με τη Σέλεστ, ενώ ο Κρις κάθονταν και άκουγε μαγεμένος τις περιπέτειες του Τόμας στο σχολείο.
«Έλα μαμά! Ακόμα δε μου είπα ο Τόμας πώς κατάφερε να ξεφύγει από τον επιστάτη την ώρα που ήταν στον απαγορευμένο όροφο με τον Τίμοθι!»,διαμαρτυρήθηκε ο Κρις.
«Κρις, ο  Τόμας απλά τα φαντάζεται όλα αυτά.»,είπε η Σέλεστ με πειρακτικό τόνο. «Είναι ο μόνος Γκρίφιντορ που δεν έχει τα κότσια να αντιμετωπίσει ένα Μπόγκαρτ χωρίς τη βοήθεια της αδερφής του, θα τριγυρνά στους απαγορευμένους διαδρόμους;».
Ο Τόμας έριξε μία σκοτεινή ματιά στην αδερφή του. «Μάθε πρώτα να μεταμορφώνεις το βάζο σε πιάτο και μετά μίλα.».
Η Σέλεστ ήταν έτοιμη να απαντήσει αλλά επενέβη ο Τσάρλι. «Παιδιά, να τσακώνεστε στο Χόγκουαρτς. Κρις, η ώρα είναι δώδεκα και μισή. Ο Τόμας θα είναι εδώ και αύριο. Πήγαινε για ύπνο.».
Ο Κρις μούτρωσε. «Καλά.»,είπε και καληνύχτισε τους γονείς και τα αδέρφια του.
«Μπαμπά, μπορούμε να παίξουμε μαζί σκάκι τώρα;»,ρώτησε ο Τόμας, πιο πολύ κοιτάζοντας τη Σέλεστ, παρά τον πατέρα του. «Θέλω να μπω στη Λέσχη Μαγικού Σκακιού του Γκρίφιντορ και θέλω εξάσκηση για αυτό.».
Η Σέλεστ χαμογέλασε στον αδερφό της και σηκώθηκε από την καρέκλα για να τον αφήσει να πάρει τη θέση της, αντιμέτωπος με τον πατέρα τους. Η Σέλεστ καθώς δεν είχε κάτι να κάνει και δεν νύσταζε, πήρε ένα μπλοκ σχεδίου, μία πένα και μελάνι για να ζωγραφίσει. Έκλεισε τα μάτια και το πρώτο που της ήρθε στο μυαλό ήταν το πρόσωπο μία γυναίκας. Η Ορόρα Ουάν. Άνοιξε τα μάτια και πλέον βρίσκονταν στον κόσμο της και ίσα που άκουγε το τρίξιμο της πένας που ακουμπά το λεπτό φύλλο χαρτιού ή τον ήχο από τα ξύλα που καίγονταν. Όταν τελείωσε και άφησε την πένα κάτω, τα δάχτυλά της ήταν γεμάτα μελάνι. Αλλά δεν την ένοιαζε. Μπροστά της είχε ένα σκίτσο που έμοιαζε υπερβολικά πολύ με την Ορόρα Ουάν. Ευτυχώς που ήξερε να ζωγραφίζει. Η Ορόρα χαμογελούσε όπως χαμογελούσε πάντα στα οράματα της. Με αυτοπεποίθηση και ελαφριά ειρωνεία ενώ το βλέμμα της ήταν παγερό και αλαζονικό.
«Μαμά;»,ρώτησε η Σέλεστ. Η μητέρα της ήταν χαμένη στα βάθη του βιβλίου της.
«Ναι καλή μου;»,ρώτησε αφηρημένα η Σελέν.
«Άσε λίγο το βιβλίο. Σε παρακαλώ. Είναι σημαντικό.»,είπε η Σέλεστ παρακλητικά.
Η Σελέν δε μπορούσε να αγνοήσει το σοβαρό τόνο στη φωνή της κόρης της. Άλλωστε είχε δει το βλέμμα της Σέλεστ νωρίτερα. Ήταν τόσο σοβαρό, σα να είχε ωριμάσει πριν την ώρα της και φαινόταν να την απασχολεί έντονα κάτι. Άφησε το βιβλίο στο τραπεζάκι δίπλα της και σταμάτησε το πλέξιμο με ένα κούνημα του ραβδιού της. «Σε ακούω Σέλεστ.»,είπε η Σελέν.
Η Σέλεστ πήγε δίπλα στη μητέρα της και έκατσε στο μπράτσο της πολυθρόνας. «Μαμά, ξέρεις ποια είναι αυτή;»,ρώτησε και έδειξε στη μητέρα της τη σελίδα του μπλοκ όπου βρίσκονταν η Ορόρα Ουάν.
Η Σελέν στην αρχή κοίταγε με περιέργεια τη ζωγραφιά. Κάτι της φαινόταν ιδιαίτερα γνωστό και απίστευτα οικείο. Μετά, πήρε απότομα το μπλοκ από τα χέρια της κόρης της και τα μάτια της μεγάλωσαν από την έκπληξη. Οι γραμμές του προσώπου της εικονιζόμενης γυναίκας, λίγα χρόνια μικρότερή της ήταν τόσο γνωστές. Η καρδιά της Σελέν άρχισε να χτυπά δυνατά και τότε συνειδητοποίησε τα πάντα. Ήταν σαν να έβλεπε τη γυναίκα μπροστά της. Τα μαλλιά της είχαν ένα γνώριμο ξανθό ανοιχτό χρώμα και ακούμπαγαν τους ώμους, τα μάτια της είχαν το χρώμα του μελιού, το δέρμα της ήταν κατάλευκο. Ήταν μία γυναίκα που ήταν  μαζί της σχεδόν δεκαεννέα χρόνια στο σύνολο. Η Ορόρα, σκέφτηκε η Σελέν και ένιωσε ένα δάκρυ να κυλά ασυναίσθητα στο μάγουλό της.
«Έλα, Σέλεστ.»,είπε η Σελέν σχεδόν ψιθυριστά.
«Να έρθω πού;»,ρώτησε με απορία η Σέλεστ καθώς είδε τη μητέρα της να σηκώνεται από την πολυθρόνα.
«Στη σοφίτα. Έχω κάτι να σου δείξω.»,είπε η Σελέν. «Και μία ιστορία να σου πω.».

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

Aoi Hana


Κεφάλαιο Δεύτερο

Το χιόνι του Δεκέμβρη


«Ερέβια; Είσαι καλά;»,ρώτησε η Σέλεστ.
Ήταν η Τρίτη πριν τις διακοπές των Χριστουγέννων. Η ώρα ήταν εφτά και έπρεπε να πάρουν πρωινό γιατί είχαν μάθημα Φίλτρων τις δύο πρώτες ώρες και δεν έπρεπε να αργήσουν. Ωστόσο, η συνήθως χαρωπή και ενεργητική Ερέβια ήταν στο κρεβάτι και ψήνονταν στον πυρετό.
«Όχι και πολύ.»,είπε η Ερέβια και έβηξε. «Σε πειράζει να πεις στην Πόιζον πως είμαι άρρωστη;».
«Θα της πω. Ίσως να έρθει να ελέγξει αν είσαι καλά και να σε πάει στο αναρρωτήριο.»,είπε η Σέλεστ.
Στη συνέχεια, η Σέλεστ πήγε μία κανάτα και ένα ποτήρι με νερό δίπλα στην Ερέβια και της έδωσε και νέες κομπρέσες. Έβαλε το μανδύα της και πήρε στον ώμο την τσάντα της.
«Θα φύγω εγώ τώρα, εντάξει; Εκτός και αν θες να μείνω μαζί σου…».
Η Ερέβια χαμογέλασε κουρασμένα. «Όχι Σέλι. Πήγαινε. Θα τα πούμε μετά.».
Η Σέλεστ, γεμάτη ανησυχία, έφυγε από τον κοιτώνα της και πήγε στη Μεγάλη Αίθουσα. Έκατσε μαζί με το Λούκας και τον Στέφαν στο τραπέζι του Ράβενκλοου και έφαγε ανήσυχη και σχετικά ανόρεχτη κορν φλέικς με γάλα. Ο Στέφαν δεν είχε αναρρώσει πλήρως από το συμβάν λιποθυμίας του το Νοέμβριο. Ήταν χλωμός, είχε μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια από την έλλειψη ύπνου και το διάβασμα. Πλέον ανέβαζε αρκετά συχνά πυρετό. Ο Λούκας φαινόταν να έχει κολλήσει και εκείνος, καθώς συχνά ζαλίζονταν και είχε και εκείνος υψηλούς πυρετούς.
«Εσείς είστε καθόλου καλύτερα;»,ρώτησε η Σέλεστ τα αγόρια.
«Όχι. Και είναι παράξενο.»,είπε ο Λούκας πίνοντας σκεφτικός καφέ. «Αν ήταν κάποια μεταδοτική γρίπη, θα είχε κολλήσει όλο το σχολείο. Τώρα την έχουν μεμονωμένα άτομα.».
«Θα πάω πάλι να ψάξω τα συμπτώματα στη βιβλιοθήκη.»,είπε η Σέλεστ.
«Δεν έχεις ψάξει ήδη έξι φορές;»,ρώτησε ο Στέφαν.
«Ναι. Αλλά ίσως να προσπαθήσω να επισκεφθώ το Απαγορευμένο Τμήμα σήμερα.».
«Θα έρθω μαζί σου τότε.»,είπε ο Στέφαν.
«Εντάξει. Πού θα πάτε τα Χριστούγεννα;»,ρώτησε η Σέλεστ.
«Εγώ θα μείνω εδώ, να κάνω παρέα στην Ερέβια.»,είπε ο Λούκας χαμογελώντας.
«Εγώ θα πάω σπίτι.»,είπε ο Στέφαν ανόρεχτα. «Έρχεται ο Μπεν από το μεταπτυχιακό του στη Βοτανολογία από την Ισπανία φέτος και έτσι πρέπει να είμαστε όλοι μαζί. Επίσης η μαμά λέει πως η Τζούλιετ με αποζητά με αγωνία….».
Η Σέλεστ και ο Λούκας γέλασαν. Η δεκάχρονη αδερφή του Στέφαν, η Τζούλιετ, ήταν ένα γλυκύτατο πλασματάκι με τρελή αδυναμία στους μεγάλους αδερφούς της, τον εικοσιδυάχρονο Μπεν και τον σχεδόν δεκαεξάχρονο Στέφαν.
«Ωχ, η ώρα πήγε σχεδόν οχτώ, πρέπει να την κάνω!»,είπε η Σέλεστ ανήσυχα και έφυγε.
Η Πόιζον, αν και Υπεύθυνη του Ράβενκλοου, δεν δίσταζε να βάζει τιμωρίες σε όσους αργούσαν για το μάθημά της. Η Σέλεστ τρέχοντας, κατευθύνθηκε προς τα σκοτεινά μπουντρούμια του κάστρου. Μπήκε στην αίθουσα Φίλτρων. Ήταν ήδη εκεί μερικοί Γκρίφιντορ, μαζί με τους οποίους είχε συνδιδασκαλία το Ράβενκλοου στα Φίλτρα, και κάμποσοι Ράβενκλοου. Η Σέλεστ ανακουφισμένη που δεν άργησε πολύ, έκατσε στο θρανίο της.
Οι αναθυμιάσεις μέσα στην αίθουσα των Φίλτρων ήταν σχεδόν μόνιμες και η ατμόσφαιρα αποπνικτική, αλλά στη Σέλεστ άρεσε αυτό το μάθημα, παρά τη δυσκολία του και τη σχεδόν εκνευριστική ακρίβεια που χρειάζονταν η τέλεση του κάθε φίλτρου. Και ξαφνικά, η Σέλεστ ήξερε τι θα συμβεί πριν αυτό συμβεί και έτσι έκρυψε όσο πιο γρήγορα μπορούσε τα μάτια της από την κοινή θέα.
Ένιωσε το κεφάλι της να ανοίγει, τα μάτια της να καίνε και ήξερε ότι θα έβλεπε πάλι ένα όραμα. Εδώ και ένα περίπου μήνα, έτσι συνέβαινε. Τα μάτια της γίνονταν ένα ανοιχτό γαλάζιο και στο κεφάλι της έρχονταν εικόνες. Το είχε μάθει και η Ερέβια και η Λαβέρνα, αλλά τις είχε παρακαλέσει αν μην πουν τίποτε σε κανέναν…
Η Ορόρα αναστέναξε. Χιόνιζε ελαφρά και εκείνη κάθονταν μόνη της σε ένα παγκάκι. Η ίδια δεν κρύωνε, αλλά βαριόταν να περιμένει. Έβγαλε το ραβδί της, χωρίς να τη νοιάζει αν θα τη δει κάποιος Μαγκλ και άρχισε να δημιουργεί κόκκινο και μαύρο καπνό, ο οποίος έπαιρνε περίεργα σχήματα.
«Καλησπέρα, Ορόρα.»,άκουσε μία φωνή δίπλα της.
«Επιτέλους!»,είπε η Ορόρα και έβαλε μέσα το ραβδί της. Κοίταξε εξεταστικά τη μορφή με την κουκούλα. «Και είναι αφέντρα, για εσένα.»,συμπλήρωσε απαξιωτικά.
Η μορφή έκατσε δίπλα της στο παγκάκι αθόρυβα και με χάρη. «Δε νομίζεις πως αντιγράφεις υπερβολικά πολύ το Βόλντεμορτ;». η φωνή της μορφής ήταν γυναικεία, ευχάριστη και νεανική.
«Ο Άρχοντας του Σκότους ήταν, είναι και θα είναι το πρότυπό μου. Εξάλλου, ποια είσαι εσύ για να κατακρίνεις εμένα, Αναστασία Ρουτ.»,είπε αλαζονικά η Ορόρα.
Σαν σε αντίδραση στο άκουσμα του ονόματός της, η μορφή δίπλα στην Ορόρα κατέβασε με αργές και ήρεμες κινήσεις την κουκούλα της. Ήταν πολύ πιο όμορφη από ότι τη θυμόταν η Ορόρα. Η Αναστασία Ρουτ ήταν γύρω στα είκοσι εφτά. Είχε μακριά μαλλιά στο χρώμα του άχυρου, ή ίσως λίγο πιο σκούρα. Τα μάτια της ήταν ένα πολύ σκούρο πράσινο και το πρόσωπό της είχε λεπτά χαρακτηριστικά που την έκαναν να μοιάζει πολύ μικρότερη από ότι στην πραγματικότητα ήταν.
«Μην παίζεις με εμένα, Ορόρα Ουάν. Ξέρεις πολύ καλά τι μπορώ να κάνω. Και ξέρεις ότι μπορώ να σε καταστρέψω για αυτό που μου έκανες δεκάξι χρόνια πριν.»,είπε η Αναστασία και τα μάτια της έγιναν για ένα λεπτό ένα πολύ ανοιχτό πράσινο, σαν αυτό των φύλλων ενός δέντρου και σήκωσε το δεξί της μανίκι.
Υπήρχε μία τεράστια κακοφορμισμένη ουλή κατά μήκος της κύριας αρτηρίας του χεριού, μέχρι το εσωτερικό του αγκώνα, η οποία ήταν τόσο λευκή που έμοιαζε να λάμπει αμυδρά σε ασημένια απόχρωση.
«Το θυμάσαι αυτό, Ορόρα;»,ρώτησε με μία μικρή δόση υστερίας στη φωνή της η Αναστασία. «Θυμάσαι πόσο αιχμηρή ήταν η λεπίδα που τρύπησε αυτές τις φλέβες;».
Η Ορόρα είχε χλομιάσει. Τα μάτια της Αναστασίας είχαν γίνει ένα ψυχρό πράσινο, ένα πράσινο γεμάτο μίσος και έχθρα και ο αέρας ήταν σαν να χε παγώσει γύρω τους, ενώ η γη άρχισε να τρέμει.
«Μην με ειρωνεύεσαι και μη μου το παίζεις ντίβα του σκοτεινού μαγικού κόσμου.»,είπε η Αναστασία και η γη άρχισε να τρέμει. «Δε σε συμφέρει. Το πρώτο σου πείραμα, εγώ, ήταν τόσο αποτυχημένο, αλλά ταυτόχρονα το πιο δυνατό από όλα. Μην τα βάζεις μαζί μου. Αν θες να κάνω την τόσο σημαντική δουλειά σου, πρέπει να με σέβεσαι.».
«Ποιος να το έλεγε πως το Χάφλπαφ βγάζει πλέον κακούς;»,αναρωτήθηκε η Ορόρα φωναχτά, όταν η γη έπαψε να τρέμει και τα μάτια της Αναστασίας έγιναν κανονικά.
«Ίσως αυτός που είπε σε μια δεκαεννιάχρονη μάγισσα να ξεσκίσει τις φλέβες ενός μικρού εντεκάχρονου κοριτσιού και να τις γεμίσει αστερόσκονη;»,ρώτησε ειρωνικά η Αναστασία.
Η Ορόρα γέλασε. «Δεν περίμενα ποτέ ότι θα γινόσουν τόσο ευχάριστη παρέα, Αναστασία.».
Η έκφραση της Αναστασίας παρέμεινε παγωμένη, ούτε που χαμογέλασε. «Τι θες να κάνω για ‘σένα Ορόρα; Με την ανάλογη αμοιβή φυσικά.».
Η Ορόρα έβγαλε από το εσωτερικό του μανδύα της ένα αρκετά μεγάλο, βελούδινο, μπλε σκούρο πουγκί. «Δύο χιλιάδες γαλέρες.»,είπε και το έδωσε στην Αναστασία. «Θέλω να πας στο Χόγκουαρτς για τη θέση καθηγητή Σιωπηλής Μαγείας που βγήκε προχθές στις εφημερίδες. Και να παρακολουθείς τους νέους με τη δύναμη της Σιωπηλής Μαγείας, αλλά κυριότερα…αυτήν.».
Η Ορόρα της έδωσε μία φωτογραφία και η Αναστασία την έφερε κοντά στο πρόσωπό της.
«Είναι η ανιψιά μου. Θέλω να την παρακολουθείς πολύ προσεχτικά. Και αν γίνεται, να μειώσεις όσο πιο πολύ τις δυνάμεις της γίνεται. Και αυτής και των φίλων της. Έχουν γίνει πολλοί δυνατοί.»,είπε η Ορόρα.
«Μάλιστα. Μπέιμπι σίτινγκ λοιπόν.»,είπε η Αναστασία σχεδόν αδιάφορα και έβαλε το πουγκί μέσα στο εσωτερικό του μανδύα της. Μετά, η ματιά της έγινε σκληρή και χαμογέλασε σχεδόν διαβολικά. «Μετά από δέκα χρόνια… Χόγκουαρτς, σου έρχομαι!».
«Σέλεστ;».

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Aoi Hana


«Καλημέρα Σέλεστ!»,είπε η Ερέβια χαρούμενα καθώς κούμπωνε το πουκάμισό της.
«Καλημέρα.»,είπε η Σέλεστ. «Τι ώρα είναι;».
«Εννέα παρά είκοσι πέντε.».
«Πφφφ.»,έκανε η Σέλεστ. Μετά τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Μα τα γένια του Μέρλιν, πρέπει να πάω για φαγητό! Έχω υποσχεθεί στον Τόμας να πάμε μαζί στη βιβλιοθήκη για να τον βοηθήσω σε μία εργασία του για τα Μπόγκαρτ!»,είπε, σχεδόν φωνάζοντας η Σέλεστ και πετάχτηκε πάνω αγχωμένη.
Η Ερέβια γέλασε καθώς έβλεπε τη φίλη της να βγάζει γρήγορα από το μπαούλο της ένα άσπρο πουκάμισο και μία γκρι φούστα.
«Ηρέμισε, Σέλι.»,είπε η Ερέβια καθώς η Σέλεστ ντύνονταν βιαστικά. «Ο Τόμας ποτέ δε θα σου κράταγε κακία. Σε λατρεύει υπερβολικά για να το κάνει αυτό.».
«Ναι, καλά.»,είπε η Σέλεστ και φόρεσε την καζάκα της και το μανδύα της. Έβαλε τα παπούτσια της και χτένισε γρήγορα τα μαλλιά της. «Πάμε γρήγορα για φαγητό!»,συνέχισε με επείγοντα τόνο στη φωνή της.
«Καλά, αλλά μην αγχώνεσαι, θα σου πέσουν τα μαλλιά.»,έκανε πλάκα η Ερέβια.
Η Σέλεστ γέλασε, έβαλε τα βιβλία από την τσάντα της και κλήτευσε κάμποσες περγαμηνές, δύο δοχεία με μαύρο μελάνι και τρεις πένες.
«Πάμε να φάμε!»,είπε η Σέλεστ κρεμώντας την τσάντα της στον ώμο της. «Εσύ τι θα κάνεις σήμερα;».
«Κανονίσαμε με το Λούκας να πάμε βόλτα στο πάρκο. Μετά, μάλλον θα βρω τη Λαβέρνα να διαβάσουμε παρέα Ξόρκια. Θα έρθεις και εσύ;».
«Φυσικά! Θα ‘χει πλάκα να κάνουμε στην Λαβέρνα το ξόρκι επιμήκυνσης των δοντιών.»,είπε με σατανικό ύφος η Σέλεστ.
Τα δύο κορίτσια έφτασαν στην τραπεζαρία και έκατσαν στο τραπέζι του κοιτώνα τους. Ο Λούκας δεν ήταν εκεί, μάλλον θα κοιμόταν ακόμα και ο Στέφαν δεν είχε βγει ακόμα από το αναρρωτήριο. Η Σέλεστ έβαλε γάλα σε μία κούπα και άρπαξε τρεις φρυγανιές και τις άλειψε με μέλι.
«Σέλεστ, ηρέμησε. Ο Τόμας δε θα σε σκοτώσει αν καθυστερήσεις ένα τέταρτο. Βάζω στοίχημα πως μπορεί ο ίδιος να μην έχει κατέβει ακόμα για πρωινό.»,είπε η Ερέβια.
Η Σέλεστ αυτή τη φορά άκουσε τα λόγια της φίλης της και σάρωσε με τα μάτια της προσεχτικά το τραπέζι του Γκρίφιντορ που βρίσκονταν ακριβώς απέναντι. Εντόπισε τον τριτοετή με τα καστανόξανθα, σγουρά, ατημέλητα μαλλιά και τα γκρίζα μάτια που έψαχνε. Ο Τόμας Σεμπάστιαν Θορν ήταν ο δεκατριάχρονος αδελφός της.
«Ακόμα τρώει.»,σχολίασε η Σέλεστ.
Ο Τόμας καθόταν με τον καλύτερό του φίλο, Τίμοθι Ρόμπινσον και γελάγανε τρώγοντας. Η Ερέβια έβαλε ήρεμα τσάι σε μία κούπα και πρόσθεσε μία κουταλιά μέλι.
«Είδες που ανησυχούσες; Ίσως κιόλας να ‘χει ξεχάσει πως πρέπει να τον βοηθήσεις.»,είπε η Ερέβια παίρνοντας ένα κομμάτι κέικ από μία πιατέλα δίπλα της.
«Πιθανότατα ναι. Ώρες-ώρες, είναι σαν να ξέρεις τον Τόμας περισσότερο από εμένα.».
Ακούστηκε ένα κρώξιμο από ψηλά. Μετά πολλά κρωξίματα μαζί. Και ένα τσούρμο κουκουβάγιες, όλων των χρωμάτων και διαφόρων μεγεθών εισέβαλλαν μέσα στην τραπεζαρία. Έσταζαν λίγο, καθώς έξω ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και ψιχάλιζε. Η μαύρη κουκουβάγια της Ερέβια, η Σολφέζ, προσγειώθηκε στο τραπέζι, με ένα γράμμα δεμένο στο πόδι της. Η Ερέβια πήρε το γράμμα και η Σολφέζ τσίμπησε λίγο από το κέικ της ιδιοκτήτριάς της, πριν φύγει.
«Α, κοίτα, έρχεται η Ολίβια!»,είπε η Ερέβια ξαφνιασμένη.
Η Ολίβια ήταν η γκρι οικογενειακή κουκουβάγια της Σέλεστ, που ερχόταν σχεδόν δύο φορές το μήνα στο Χόγκουαρτς. Η κουκουβάγια προσγειώθηκε μπροστά στη Σέλεστ. Η Σέλεστ τη χάιδεψε ελαφρά στο κεφάλι και της έδωσε ένα κομμάτι φρυγανιά. Έπειτα, έλυσε το γράμμα από το πόδι της, και η Ολίβια πέταξε μακριά.
Η Σέλεστ άνοιξε το γράμμα. Ήταν από τον πατέρα της, τον Τσαρλς Άντονι Θορν, κοντολογίς Τσάρλι για τους φίλους του.

16 Νοεμβρίου 2020
Αγαπημένη μου Σέλεστ,
Τι κάνεις; Ελπίσω τα μαθήματα να μην είναι υπερβολικά και να τα πηγαίνεις καλά. Ο Τόμας πώς τα πηγαίνει; Να τον προσέχεις.
Τώρα, στο θέμα μας. Λυπάμαι που στο ανακοινώνω, αλλά δεν μπορείς να παραμείνεις στο  Χόγκουαρτς φέτος. Ξέρω ότι έτσι σου χαλάμε τις διακοπές με τις φίλες σου, αλλά το μωρό θα γεννηθεί μέσα στις διακοπές των Χριστουγέννων και θέλουμε να είσαι εδώ. Ο Κρις ανυπομονεί να σας δει, θέλει να του κάνετε κόλπα με τα ραβδιά σας.(αν και δεν πρόκειται να σας αφήσω!). Σκοπεύουμε και να αγοράσουμε καινούριο δέντρο και θα έρθει και ο θείος Έρικ με την οικογένειά του την Παραμονή Πρωτοχρονιάς! Είμαι σίγουρος ότι θα περάσεις καλά ή έστω ικανοποιητικά έτσι ώστε να μη μας παραλύσεις και μας δέσεις στο δέντρο την Παραμονή.
Κοίτα να προσέχεις μην κρυώσεις τώρα που έρχεται ο Δεκέμβρης γλυκιά μου. Λείπεις πολύ στη μαμά. Σου στέλνει πολλά φιλιά και ελπίζει να μη θύμωσες που πρέπει να έρθεις εδώ και να είσαι καλά. Ο Κρις σου στέλνει την αγάπη του και το μωρό κλωτσάει πολύ από την κοιλιά της μαμάς,
Τα λέμε γλυκιά μου!
Φιλιά,
Ο μπαμπάς σου.

«Πωπω!»,είπε η Σέλεστ σιγανά και τύλιξε το γράμμα πάλι σε ρολό.
«Τι έγινε, Σέλεστ;»,ρώτησε η Ερέβια τρώγοντας κέικ.
«Πρέπει να πάω σπίτι φέτος τα Χριστούγεννα.»,είπε η Σέλεστ κάνοντας μία ξινισμένη γκριμάτσα. «Τέλος πάντων, δεν πειράζει, είναι για το καλό της μπέμπας.».
«Πού ξέρεις πως θα είναι μπέμπα; Νόμιζα πως ο γιατρός στον Άγιο Μάνγκο δεν είχε πει τι φύλο είναι.».
«Δεν είπε. Αλλά εγώ το ξέρω.»,είπε η Σέλεστ και τελείωσε το πρωινό της.

«Άρα τα Μπόγκαρτ με το ‘‘Ρεντίκολο’’ απωθούνται;»,ρώτησε ο Τόμας ψιθυριστά.
Κάθονταν με τη Σέλεστ στη βιβλιοθήκη και η δεύτερη τον βοηθούσε να  κάνει την εργασία του για την Άμυνα Εναντίον Σκοτεινών Τεχνών και του έδειχνε το ξόρκι απώθησης των Μπόγκαρτ.
«Φυσικά. Φαντάζεσαι πώς να γελοιοποιήσεις το φόβο σου, κουνάς το ραβδί, φωνάζεις ‘‘Ρεντίκολο’’ και πάει το Μπόγκαρτ.»,απάντησε στον ίδιο τόνο η Σέλεστ και χαμογέλασε.
«Το κατάλαβα!»,είπε ο Τόμας και η Σέλεστ έβγαλε τα γυαλιά της για να τρίψει τα κουρασμένα μάτια της.
Όταν όμως, άνοιξε τα μάτια της, κάτι περίεργο συνέβη. Δεν έβλεπε θολά, έβλεπε τα πάντα με ευκρίνεια. Και ξάφνου, νιώθει το κεφάλι της να σπάει στα δύο και πολλές πολύχρωμες εικόνες και ήχοι εισχωρούν μέσα του.
«Σέλεστ;»,ρώτησε ο Τόμας τρομαγμένος. «Τι έχουν τα μάτια σου;».
«Τι έχουν;»,ρώτησε η Σέλεστ κρατώντας το κεφάλι της που πόναγε αφάνταστα πολύ.
Με διστακτικά βήματα σηκώθηκε και πήγε στον καθρέφτη που βρίσκονταν απέναντι. Μόλις είδε το είδωλό της, τρόμαξε. Τα μάτια της είχαν γίνει ένα γαλάζιο σαν αυτό του πάγου.
«Τι στο καλό συμβαίνει;»,ρώτησε η Σέλεστ καθώς τα μάτια της ξαναγύριζαν στο φυσικό τους μελένιο χρώμα.
Τύλιξε τα χέρια της γύρω από το κοκαλιάρικο σώμα της. Ξαφνικά, της φάνηκε πως ο Νοέμβρης δεν ήταν ποτέ πιο κρύος.

-ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ-

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

Aoi Hana


Το πλήθος διαλύθηκε σιγά-σιγά με χαρούμενες επευφημίες και τραγούδια από τους Ράβενκλοου, θλιμμένα και μουτρωμένα πρόσωπα από τους Γκρίφιντορ.
«Πρέπει να πάω στον κοιτώνα. Έχουμε κανονίσει με το Σκορπιό και την Αμάντα να διαβάσουμε.»,είπε η Λαβέρνα όταν σχεδόν όλος ο κόσμος είχε φύγει.
«Α, Λούκας!»,είπε η Ερέβια χαρούμενη και αγκάλιασε τον Λούκας που μόλις είχε ανέβει στις κερκίδες. «Υπέροχο παιχνίδι.».
Ο Λούκας της ανακάτωσε τα μαλλιά. «Ευχαριστώ μικρή.».
«Τα λέμε αύριο κορίτσια!»,είπε η Λαβέρνα χαμογελώντας και έφυγε.
«Γεια σου Λαβέρνα!»,είπαν η Σέλεστ, η Ερέβια και ο Λούκας μαζί.
«Ο Στέφαν;»,ρώτησε η Σέλεστ.
«Είναι κάτω. Νομίζω μόλις μπήκε για ντουζ.»,απάντησε ο Λούκας.
«Καλό θα ήταν να πάτε στο κάστρο.»,είπε η Σέλεστ. «Τα μαλλιά σου είναι βρεγμένα, Λούκας, θα κρυώσεις.».
«Έχει δίκιο.»,είπε η Ερέβια και τον τράβηξε από το χέρι. «Δεν θες να χάσεις τις προπονήσεις έτσι δεν είναι; Σέλεστ, θα περιμένεις μόνη σου τον Στέφαν;»,ρώτησε.
«Ναι, θα πάω στα αποδυτήρια για να τον περιμένω.»,είπε η Σέλεστ και πήγε προς τα αποδυτήρια.
«Σίγουρα δεν πειράζει που θα μείνει μόνη της;»,ρώτησε ο Λούκας την Ερέβια καθώς, πιασμένοι χέρι-χέρι ξεκινούσαν για το κάστρο.
«Δεν νομίζω. Θέλει να περιμένει το Στέφαν και για αυτό πηγαίνει εκεί.»,είπε η Ερέβια και χαμογέλασε.
Η Σέλεστ κατέβηκε από τις κερκίδες και μπήκε στα αποδυτήρια του Ράβενκλοου. Εκείνη τη στιγμή ο Στέφαν κούμπωνε το πουκάμισό του.
«Α, Στέφαν! Νόμιζα ότι ήσουν ακόμα στο ντουζ.»,είπε η Σέλεστ.
«Όχι, θέλω να πάω να φάω, οπότε τελείωσα γρήγορα.»,είπε ο Στέφαν γελώντας και έβαλε σε ένα σάκο τη στολή Κουίντιτς.
«Σου είπα το πρωί να φας.»,διαμαρτυρήθηκε η Σέλεστ.
Ο Στέφαν γέλασε ξανά και την αγκάλιασε. «Όπως μου είπες και το σκορ. Ευχαριστώ μικρούλα. Είσαι το τυχερό μου γούρι.».
Εκείνη τη στιγμή η πόρτα των αποδυτηρίων άνοιξε.
«Ωχ, συγνώμη.»,ακούστηκε μία αγορίστικη φωνή. «Σας διέκοψα.».
Η Σέλεστ έφυγε κατευθείαν από την αγκαλιά του Στέφαν.
«Όχι, Τζέιμς, αλλά γιατί είσαι εδώ; Ελπίζω να μη γυρεύεις καυγάδες…»,είπε επιφυλακτικά ο Στέφαν.
Στην πόρτα στέκονταν ο Τζέιμς Πότερ. Είχε μαύρα ίσια μαλλιά, βρεγμένα τη συγκεκριμένη στιγμή και καστανά μεγάλα μάτια.
«Όχι Στέφαν.»,είπε ο Τζέιμς γελώντας. «Και πόσο μάλλον μπροστά σε κορίτσι. Απλά… ήθελα να σε συγχαρώ.».
Η Σέλεστ ένιωσε να πέφτει από τα σύννεφα. Ο Τζέιμς Πότερ τους συνεχαίρονταν για τη νίκη τους; Ο Στέφαν φαινόταν το ίδιο σοκαρισμένος.
«Ήταν ένα πολύ καλό παιχνίδι, Στέφαν.»,είπε ο Τζέιμς Πότερ και άπλωσε το χέρι του. «Χάρηκα που σε είχα αντίπαλο.».
Ο Στέφαν έκανε χειραψία με τον Τζέιμς και χαμογέλασε. «Και εγώ χάρηκα. Είσαι καλός αντίπαλος, Πότερ. Τα λέμε στα Ξόρκια την Δευτέρα, ναι;».
«Ναι, τα λέμε Ντράγκον!»,είπε ο Τζέιμς και έφυγε.
«Έλα, πάμε στο κάστρο.»,είπε ο Στέφαν και ξεκίνησαν για το κάστρο. «Δεν περίμενα να έρθει ο Πότερ να με συγχαρεί. Συνήθως είναι αλαζόνας με αυτά τα θέματα.».
«Μπορεί να έγινε ευαίσθητος τώρα τελευταία. Εξάλλου, κάνετε συνδυαστικά μαθήματα έξι χρόνια μαζί. Μάλλον σε συμπαθεί.».
«Μάλλον…»,είπε ο Στέφαν και φάνηκε σα να θέλει να πει κάτι άλλο, αλλά εκείνη τη στιγμή, εντελώς απροειδοποίητα, πέφτει κάτω.
«Στέφαν; Στέφαν, είσαι καλά;»,ρώτησε σχεδόν φωνάζοντας ταραγμένη η Σέλεστ.
Έπιασε το μέτωπό του και ήταν ζεστό.
«Γαμώ το… Τώρα τι θα κάνω;»,μουρμούρισε στον εαυτό της και ένα δάκρυ κύλησε. Το σκούπισε βιαστικά. «Πρέπει να βοηθήσω τον Στέφαν. Σωματοκινήσιους!»,είπε βγάζοντας το ραβδί της από την τσέπη και το αναίσθητο σώμα του Στέφαν σηκώθηκε σχεδόν ενάμισι μέτρο πάνω από το έδαφος.
Η Σέλεστ πήρε τον αθλητικό σάκο του Στέφαν στον ώμο της. «Ας σε πάμε στο αναρρωτήριο. Έχεις καιρό να δεις την κυρία Πόμφρι.»,μουρμούρισε.

****

«Τι ακριβώς έγινε, Σέλεστ;»,τη ρώτησε ο Λούκας.
Ο ήλιος φαινόταν από τα παράθυρα του αναρρωτηρίου να βουτά μέσα στα κατάμαυρα δέντρα του Απαγορευμένου δάσους και ο Στέφαν ήταν στο κρεβάτι, με ένα μόνιμο συνοφρύωμα. Η Σέλεστ κάθονταν στο περβάζι του παραθύρου δίπλα στο κρεβάτι του Στέφαν κοιτάζοντας το παράθυρο. Ο Λούκας και η Ερέβια κάθονταν ο ένας πάνω στο κρεβάτι και η άλλη στη μία καρέκλα.
«Όπως μου μίλαγε ξαφνικά λιποθύμησε. Έπιασα το μέτωπό του και έκαιγε. Τον έφερα εδώ. Η Πόμφρι αγχώθηκε, του έδωσε αντιπυρετικά βοτάνια αλλά ο πυρετός δεν έλεγε να πέσει. Μετά από λίγο ξύπνησε, ήπιε δύο μπουκάλια νερό και του πέρασε ο πυρετός και μετά ήρθατε εσείς και ακούσατε την Πόμφρι να λέει πως θα τον κρατήσει μέσα σήμερα το βράδυ για να σιγουρευτεί πως είναι καλά.».
«Καλά είμαι, την Κεντάβρα μου μέσα!»,διαμαρτυρήθηκε ο Στέφαν.
«Στέφαν, καλό θα ήταν να μείνεις εδώ. Ξέρεις, μπορεί απλά να ήταν αντίδραση του οργανισμού σου στην υπερκόπωση.»,είπε η Ερέβια.
«Εξάλλου, βγαίνεις αύριο.»,είπε ο Λούκας που εν μέρει καταλάβαινε το φίλο του. Δεν ήταν διόλου ευχάριστο να παραμένεις άπραγος μέσα στο ελαφρά κρύο και νοσηρό περιβάλλον του αναρρωτηρίου. «Υπομονή.».

«Κύριε Φλίτγουικ, ένα παιδί από τον κοιτώνα του Ράβενκλοου λιποθύμησε σήμερα. Ο Στέφαν Ντράγκον.»,είπε η Αραμπέλα Πόιζον.
Η Αραμπέλα Πόιζον ήταν μόλις είκοσι έξι ετών, με κατακόκκινα σγουρά μαλλιά και μεγάλα καστανά σκούρα, σχεδόν μαύρα μάτια. Αν και μόλις πριν τρία χρόνια είχε διοριστεί ως καθηγήτρια Φίλτρων στη Σχολή Χόγκουαρτς για Μαγείες και Ξόρκια, λόγω της σκληρής δουλειάς, της επιμέλειας, της επιμονής και της υπομονής της πριν ένα χρόνο έγινε η Υπεύθυνη για τον κοιτώνα του Ράβενκλοου.
Ήταν στο γραφείο του Διευθυντή. Ήταν γεμάτο με βιβλία. Βιβλία χοντρά, βιβλία λεπτά, καινούρια, παλιά, με δερματόδετα εξώφυλλα, με χίλιες σελίδες, παντού βιβλία, βιβλία, βιβλία! Πάνω από το γραφείο του Διευθυντή ο Σέβερους Σνέιπ την κοίταγε από το κάδρο του με ενδιαφέρον. Μία γκρι γάτα με μαύρες ρίγες και μία μαύρη «μάσκα» γύρω από τα μάτια της την παρακολουθούσε με τα αεικίνητα μάτια της. Ο Φίλιους Φλίτγουικ, πρώην καθηγητής Ξορκιών και Υπεύθυνος του Ράβενκλοου και νυν Διευθυντής του Χόγκουαρτς, σταύρωσε τα χέρια του σκεφτικά πάνω στο γραφείο.
«Μάλιστα. Και, Αραμπέλα, η Πόπι τι ακριβώς σου είπε για τα συμπτώματά του; Ανέφερε τίποτα…ιδιαίτερο;»,ρώτησε ο Φίλιους Φλίτγουικ ήρεμα.
«Είπε πως τον Ντράγκον μετέφερε εκεί η Σέλεστ Θορν. Ο Ντράγκον είχε λιποθυμήσει εντελώς απροειδοποίητα σύμφωνα με τα λεγόμενα της κοπέλας και είχε υψηλό πυρετό. Γύρω στους σαράντα με σαράντα ένα βαθμούς για μία ώρα. Μετά ξύπνησε και ήπιε τρία λίτρα νερό και συνήλθε.»,είπε η Αραμπέλα νιώθοντας ελαφρώς άβολα.
Δεν την είχε ενημερώσει ακόμα ο Διευθυντής για το τι συνέβαινε. Όμως είχε ακούσει πως ήθελε από όλους τους Υπεύθυνους των κοιτώνων αναφορές για την υγεία των μαθητών. Κυρίως αυτών που ήταν από τα δεκατέσσερα-δεκαπέντε και πάνω. Ενδιαφέρονταν  κυρίως για περίεργα περιστατικά όπως αυτό του Στέφαν Ντράγκον. Τον λόγο δεν τον ήξερε κανείς εκτός από τη Μινέρβα ΜακΓκόνακαλ, μάλλον και φυσικά τα πορτρέτα των παλαιών Διευθυντών στον τοίχο. Η Αραμπέλα όμως σεβόταν τον Φλίτγουικ και επειδή τον είχε καθηγητή ως έφηβη και επειδή ήταν Υπεύθυνος του Ράβενκλοου όταν ήταν εκείνη στο Χόγκουαρτς, οπότε απλά ακολουθούσε κατά γράμμα τις εντολές του. Ήξερε πως κάποια στιγμή θα την εμπιστευόταν και θα της έλεγε τι συνέβαινε.
«Αυτό είναι ενδιαφέρον.»,είπε περισσότερο στον εαυτό του ο Φλίτγουικ παίζοντας με μία μαύρη πένα. «Τέλος πάντων, σε ευχαριστώ πολύ για τον κόπο σου Αραμπέλα.»,συνέχισε χαμογελώντας. «Να με ενημερώσεις για οτιδήποτε καινούριο, εντάξει;».
«Μάλιστα κύριε Φλίτγουικ.»,είπε η νεαρή κοπέλα. «Καλό σας απόγευμα.».
«Καλό απόγευμα και καλό υπόλοιπο Σαββατοκύριακο, Αραμπέλα.»,είπε ευγενικά ο Φλίτγουικ και η Αραμπέλα βγήκε από το δωμάτιο.
Μόλις την άκουσαν να κατεβαίνει τα σκαλοπάτια, η γάτα πήδηξε από το γραφείο στο πάτωμα και στα γρήγορα μεταμορφώθηκε σε μία ψηλή, αδύνατη γυναίκα με σκούρο γκρι φόρεμα. Τα μαλλιά της είχαν γίνει γκρι και φόραγε τετράγωνα γυαλιά. Ήταν η Μινέρβα ΜακΓκόνακαλ, καθηγήτρια Μεταμορφώσεων, Υπεύθυνη του κοιτώνα Γκρίφιντορ, Υποδιευθύντρια και μεταμορφωμάγος.
«Η κατάσταση έχει αρχίσει να ξεκαθαρίζει, Φίλιους, δε νομίζεις;»,ρώτησε και κάθισε σε μία καρέκλα απέναντι από τον Φλίτγουικ.
Ο Φλίτγουικ χτύπησε τον ραβδί του στον αέρα και εμφανίστηκε μία πορσελάνινη τσαγιέρα και δύο φλιτζάνια από το ίδιο υλικό. Έπιασε την τσαγιέρα και γέμισε τα φλιτζάνια και έδωσε το ένα στη ΜακΓκόνακαλ. «Όντως. Αλλά είναι ένας μαθητής. Καλό θα ήταν να περιμένουμε λίγο καιρό πρώτα, ε;»,είπε ο μικροσκοπικός Διευθυντής.
«Φυσικά, για να το λες εσύ. Πόσο όμως;».
«Μέχρι τα τέλη του Δεκέμβρη θα είμαστε σίγουροι. Μη βιάζεσαι Μινέρβα.»,είπε ο Φλίτγουικ και ήπιε μία γουλιά καυτό τσάι με λεμόνι. «Ούτε εκείνη θα κάνει κίνηση αν δεν έχει ενδείξεις για τη δύναμη των παιδιών εδώ.».
«Όταν λες εκείνη Φίλιους.»,παρενέβη ένα πορτρέτο από τον τοίχο απέναντι. «Εννοείς εκείνη;».
Ήταν ένα πορτρέτο με καλαίσθητη χρυσή κορνίζα, που δεν ήταν υπερβολική. Ο εικονιζόμενος είχε μακριά άσπρα μαλλιά και γένια, γαλάζια μάτια, φόραγε γυαλιά, ένα πράσινο καπέλο και πράσινο μανδύα. Κάθονταν σε μία ξύλινη καρέκλα, έτσι φαίνονταν το σώμα του μόνο μέχρι το στέρνο του. Όμως ήταν αναμφισβήτητο πως ήταν το πορτρέτο του Άλμπους Πέρσιβαλ Γούλφρικ Μπράιαν Ντάμπλιντορ, πρώην Διευθυντής του Χόγκουαρτς.
«Ναι Άλμπους, εκείνη.»,είπε ο Φλίτγουικ, καταλαβαίνοντας τι εννοεί ο Ντάμπλιντορ.
Παρότι πορτρέτο, συμμετείχε ακόμα στη ζωή του Χόγκουαρτς, μιλώντας με τον τωρινό Διευθυντή μερικά απογεύματα και δίνοντάς του συμβουλές.
«Πιθανότατα ήδη να ξέρει την πρόοδο δύναμης μερικών μαθητών. Αμέσως μετά τα Χριστούγεννα καλό θα ήταν να πεις στα παιδιά την αλήθεια, Φίλιους.»,είπε ο Ντάμπλιντορ.
«Εντάξει λοιπόν, μετά τα Χριστούγεννα.»,είπε ο Φλίτγουικ και εμφάνισε ένα μπισκότο με ζάχαρη.

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011

Aoi Hana


«Βασικά με τρόμαξε επειδή φαινόταν τόσο αληθινό…»,είπε η Σέλεστ και ήπιε την τελευταία γουλιά γάλα. «Τέλος πάντων. Η ημέρα είναι υπέροχη έξω, οπότε πάμε να δούμε το Ράβενκλοου να κερδίζει.».
«Πάμε!»,είπε η Ερέβια χαμογελώντας και τα τρία κορίτσια σηκώθηκαν από το τραπέζι του Ράβενκλοου και κατευθύνθηκαν προς τα έξω.
«Ο Άλμπερτ Νταστ ρωτούσε για εσένα, Σέλι.»,είπε στα ξαφνικά με ένα πονηρό χαμόγελο η Λαβέρνα.
Από όταν ήταν μικρές, η Σέλεστ ήταν η Σέλι, καθώς ήταν πάντα μικροκαμωμένη και αδύνατη. Η Σέλεστ κατέβαλε προσπάθεια να θυμηθεί ποιος ήταν ο Άλμπερτ Νταστ, μέχρι που ένιωσε σαν μία λάμπα να ανάβει στο κεφάλι της.
«Ο τύπος με τα καστανά μαλλιά που είναι μέχρι τους ώμους και παίζει χτυπητής στην ομάδα του Σλίθεριν;»,ρώτησε η Σέλεστ.
«Ναι, ακριβώς αυτός!»,είπε χαχανίζοντας η Λαβέρνα.
«Και τι ρώτησε;»,ρώτησε σχεδόν σοκαρισμένη η Σέλεστ.
«Αν έχεις αγόρι.»,είπε η Λαβέρνα.
«Γιατί;»,ρώτησε σοκαρισμένη η Σέλεστ.
Η Λαβέρνα και η Ερέβια κοιτάχτηκαν και στριφογύρισαν τα μάτια τους. Η Σέλεστ ήταν τόσο απελπιστικά ντροπαλή που δεν κοινωνικοποιούνταν πολύ και έτσι δεν καταλάβαινε απλά πράγματα.
«Του αρέσεις, Σέλεστ.»,είπε η Ερέβια. «Αυτός είναι ο πιο πιθανός λόγος που ρωτάει.».
«Μα δεν έχω δώσει ενδείξεις πως έχω αγόρι. Και γιατί να του αρέσω; Δε με ξέρει καν.»,είπε η Σέλεστ και χαμογέλασε
«Νόμιζε πως έβγαινες με το Στέφαν. Και δε χρειάζεται να ξέρεις πολύ κάποιον για να σου αρέσει. Απλά σου αρέσει. Δεν είναι και ο έρωτας της ζωής σου.»,είπε η Λαβέρνα και γέλασε.
«Εγώ έχω θέμα με αυτό. Δεν θέλω να βγω με τον πρώτο τυχόντα.»,γκρίνιαξε η Σέλεστ.
«Έχει δίκιο σε αυτόν τον τομέα. Και εγώ δεν ήθελα να βγω με όποιον και όποιον.»,μουρμούρισε σκεφτικά η Ερέβια. «Όπως και να ‘χει, Λαβέρνα, πες μας τι έγινε με τον Σκορπιό Μαλφόι και τη Ρόουζ Ουέσλι. Άκουσα πως έγινε μεγάλο σούσουρο.».
«Η αλήθεια είναι πως είναι πολύ ερωτευμένοι μεταξύ τους, αλλά ο μπαμπάς της Ρόουζ ούτε που θέλει να ακούσει το όνομα ‘‘Μαλφόι’’ και έχει και τα ξαδέρφια της εδώ που δεν είναι και με τις καλύτερες διαθέσεις απέναντι στο Σλίθεριν. Όμως ο Σκορπιός πραγματικά δεν μπορεί να αποφύγει αυτό το συναίσθημα όπως μου είπε. Ο πατέρας του τουλάχιστον εγκρίνει εν μέρει αυτή τη σχέση. Αλλά δεν έχουν ξεκινήσει ακόμα να βγαίνουν.»,είπε η Λαβέρνα.
Η Ρόουζ Ουέσλι, ο Άλμπους-Σέβερους Πότερ, η Ντομινίκ Ουέσλι(κόρη του Μπιλ και της Φλερ Ουέσλι) και ο Σκορπιός Μαλφόι ήταν και εκείνοι πεμτοετείς όπως οι κοπέλες, ενώ ο Τζέιμς-Σείριος Πότερ και ο Φρεντ Ουέσλι ο δεύτερος, γιος του Τζορτζ Ουέσλι, ήταν εκτοετείς, σαν τον Στέφαν και τον Λούκας.
«Κάποια στιγμή οι γονείς τους θα ξεπεράσουν όλο αυτό το θέμα μίσους και έχθρας που είχαν αυτοί στο σχολείο έτσι δεν είναι;»,ρώτησε η Σέλεστ.
«Λογικά.»,απάντησε η Ερέβια. «Αλλιώς η ιστορία του Σαίξπηρ θα γίνει ‘‘Σκορπιός και Ρόουζ’’.»,συνέχισε τραγικά και τα τρία κορίτσια γέλασαν.
Πήγαν στο γήπεδο Κουίντιτς και έκατσαν στη μεριά που κάθονταν σήμερα οι ντυμένοι στα μπλε και στα μπρούτζινα, οπαδοί του Ράβενκλοου. Ακόμα και η Λαβέρνα είχε βάλει μία ζακέτα με αετό μέσα από το μανδύα της.
«Γεια σου Χανά.»,ακούστηκαν δύο φωνές από πίσω τους και τα κορίτσια γύρισαν.
Ήταν δύο αγόρια με ξανθά μαλλιά. Ο ένας ήταν μισό κεφάλι ψηλότερος από τον άλλον, με σγουρά μαλλιά και μεγάλα γαλάζια, υγρά μάτια. Ο άλλος είχε ίσια μαλλιά και μάτια πιο σκούρα μπλε, αλλά το ίδιο υγρά. Ο ψηλότερος ήταν ο Λόρκαν Σκαρμάντερ και ο κοντότερος ο δίδυμος αδελφός του, ο Λύσανδρος. Τα δύο αγόρια, εκτός από αυτά τα δύο τρία διαφορετικά χαρακτηριστικά, ήταν ολόιδια.
«Γεια σας παιδιά.»,είπε η Σέλεστ χαρούμενα και η Ερέβια τους χαμογέλασε.
Ήταν ίδιο έτος με εκείνες και ήταν αρκετά καλοί φίλοι, διαβάζοντας όλοι μαζί στην αίθουσα αναψυχής τα βράδια.
Οι αδερφοί Σκαμάντερ ήταν περίεργοι σήμερα. Φόραγαν και οι δύο στα κεφάλια τους καπέλα αετού, ο οποίος αετός φόραγε το κασκόλ του Ράβενκλοου.
«Γιατί σε λένε συνεχώς Χανά;»,ρώτησε η Λαβέρνα καθώς θυμόταν πως η δίδυμοι φώναζαν συνεχώς τη Σέλεστ Χανά.
«Χαζή. Είναι το δεύτερο όνομά της.»,είπε η Ερέβια.
«Νόμιζα ότι ήταν Χάνα.»,διαμαρτυρήθηκε η Λαβέρνα.
«Όχι, είναι Χανά. Η μαμά μού έχει πει πως είναι  ‘‘Χανά’’ γιατί έχει ιδιαίτερη σημασία. Σημαίνει ‘‘λουλούδι’’ στα ιαπωνικά.»,είπε η Σέλεστ.
«Αχ, τι γλυκό.»,είπε η Λαβέρνα και αγκάλιασε σφιχτά τη Σέλεστ. «Είσαι το λουλούδι της μαμάς σου.».
«Σταματήστε εσείς οι δυο με τις γλύκες!»,είπε πειρακτικά η Ερέβια. «Αρχίζει ο αγώνας!».
Πράγματι τα δεκατέσσερα σκουπόξυλα με τους παίχτες του εισήλθαν στο χώρο. Η καθηγήτρια πτήσεων, η κυρία Κόουτς, επέβλεπε τον αγώνα. Ο Στέφαν έσφιξε το χέρι του με τον Τζέιμς Πότερ και το παιχνίδι ξεκίνησε. Τα σκουπόξυλα υψώθηκαν στον αέρα και οι φιγούρες έγιναν θολές. Οι θεατές ξεχώριζαν τους παίχτες της ομάδας τους μόνο από την μπλε ή την κόκκινη ενδυμασία.
Ο Τζέιμς Πότερ ξεκίνησε μετά από 5 λεπτά παιχνιδιού αιφνιδιαστικές τεχνικές. Όλοι λέγανε πως κληρονόμησε το ταλέντο του από τη μητέρα του, τη Τζίνι Πότερ, που παλιά ήταν αστέρι στο χώρο του Κουίντιτς. Έτσι, έβαλε τους 10 πρώτους πόντους υπερ του Γκρίφιντορ. Περνώντας στην αντεπίθεση η καλύτερη κυνηγός του Ράβενκλοου, η Άντζελα, σκόραρε δύο συνεχόμενες φορές.
Το παιχνίδι συνεχίστηκε έντονα. Ο Λούκας φαινόταν αγχωμένος καθώς είχε αντίπαλό του τον Άλμπους Πότερ, ο οποίος δεν είχε χάσει ποτέ του σε αγώνα και τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ελίσσονταν με το σκουπόξυλό του, την Αστραπή 4 ανάμεσα στους υπόλοιπους παίχτες πανεύκολα, κυνηγώντας τη χρυσή. Η Άντζελα προσπαθούσε να μαρκάρει τον Τζέιμς Πότερ και οι άλλοι δύο κυνηγοί, ο Κένεθ και ο Στιούαρτ προσπαθούσαν να τη βοηθήσουν και σκόραραν και εκείνοι αρκετές φορές. Οι χτυπητές και των δύο ομάδων ήταν εκπληκτικοί, στέλνοντας τις μαύρες πάντα στα σωστά σημεία, την κατάλληλη στιγμή. Ο Στέφαν έκανε κάποιες φοβερές αποκρούσεις, αλλά και πάλι η ομάδα του Γκρίφιντορ είχε σκοράρει. Όπως και η ομάδα του Ράβενκλοου. Η κάθε ομάδα είχε βάλει 23 γκολ, που σήμαινε πως τα σκορ ήταν 230-230.
Το παιχνίδι είχε σοβαρέψει, η άμυνα και το μαρκάρισμα είχαν γίνει πολύ αυστηρές και επί ένα δεκάλεπτο κανένας πόντος δεν έμπαινε. Το θέμα φαινόταν πλέον να αφήνεται στα χέρια των ανιχνευτών.
Ο Άλμπους Πότερ και ο Λούκας κυριολεκτικά είχαν μία προσωπική μονομαχία. Ο ένας έκανε μπλόφες στον άλλον και υπήρχαν και στιγμές που συναγωνίζονταν για το ποιος θα πιάσει τη χρυσή…μέχρι που την έχαναν. Ο αγώνας μεταξύ τους ήταν πολύ έντονος.
Ο Άλμπους Πότερ, ξαφνικά, πηγαίνει προς την χρυσή με ταχύτητα φωτός προς τη χρυσή, που φτερουγίζει κάπου ανάμεσα στα στεφάνια του τέρματος του Ράβενκλοου. Ο Λούκας είναι μακριά, αλλά και εκείνος την εντοπίζει και ξεκινά όσο πιο γρήγορα μπορεί, τον αγώνα δρόμου. Ο Άλμπους Πότερ σχεδόν είχε φτάσει τη χρυσή όταν… μια μαύρη μπάλα περνά ξυστά του και χάνει οπτική επαφή για να την αποφύγει.
Ο χτυπητής του Ράβενκλοου, ο Μπέντζαμιν την είχε ρίξει λέγοντας κάτι σε στυλ: «Κανείς δε θα πιάσει τη χρυσή πριν το Λούκας!».
Και έτσι η χρυσή πετάει προς την αντίθετη κατεύθυνση από την οποία έρχεται ο Λούκας και…
«Απίστευτο! Ο Λούκας Μπλάκθορν, στο πιο κρίσιμο σημείο του αγώνα καταφέρνει να πιάσει τη χρυσή! 150 πόντοι για το Ράβενκλοου! 380-230! Εξαίσιος αγώνας, υπέροχοι παίχτες! Ένα θερμό χειροκρότημα για το Ράβενκλοου και το Γκρίφιντορ!»,ξεφώνιζε γεμάτος ενθουσιασμό ο παρουσιαστής από το Χάφλπαφ, που ήταν με το μέρος των Ράβενκλοου.
«Απίστευτο!»,μουρμούριζε αποχαυνωμένη η Λαβέρνα.
Η Σέλεστ και η Ερέβια είχαν σηκωθεί και χοροπηδούσαν αγκαλιασμένες φωνάζοντας «Ράβενκλοου!», οι αδερφοί Σκαμάντερ είχαν ξεδιπλώσει μπρουτζοκύανες σημαίες και τις ανέμιζαν και όλοι η ομάδα ατόμων που υποστήριζε το Ράβενκλοου ξεφώνιζε. Η Λαβέρνα ενώθηκε με το πλήθος αφού ξεπέρασε το αρχικό σοκ. Η ομάδα Κουίντιτς του Ράβενκλοου είχε γίνει μία αγκαλιά πάνω στα σκουπόξυλα και όλο το κλίμα ήταν πολύ χαρούμενο.

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011

Aoi Hana


«Τι έγινε;»,ρώτησε η Σέλεστ και ανασηκώθηκε πιάνοντας το κεφάλι της που πήγαινε να σπάσει.
«Εσύ θα μου πεις. Δε μπορούσα να σε ξυπνήσω με τίποτα!»,είπε εμφανώς αγχωμένη η Ερέβια.
«Νομίζω ότι απλά είδα κάτι σαν…όνειρο;»,είπε αβέβαια η Σέλεστ και σηκώθηκε από το κρεβάτι. «Ή σαν όραμα.».
«Όραμα; Μα εσύ δεν έχεις πάει ποτέ σου σε μαθήματα Μαντικής.».
«Ναι, το ξέρω. Αλλά ήταν τόσο αληθοφανές.»,είπε η Σέλεστ και έβγαλε από το μπαούλο της τη στολή του σχολείου στα γρήγορα. «Τι ώρα είναι;».
«Οχτώ και μισή. Ντύσου για να πάρουμε πρωινό. Ξέρεις πώς σήμερα είναι το Κουίντιτς! Δεν θα ‘θελες να χάσουμε τον Στέφαν, έτσι δεν είναι;.»,είπε η Ερέβια σε πιο χαρούμενο τόνο.
Η Ερέβια ήταν αρκετά ψηλότερη από την Σέλεστ, με μακριά, σγουρά καστανόξανθα μαλλιά που τώρα ήταν πιασμένα κότσο και πράσινα μάτια. Φόραγε και εκείνη γυαλιά, αλλά είχε πολύ μεγάλη μυωπία.
Η Σέλεστ ντύθηκε γρήγορα, και αφού φόρεσε στα γρήγορα τον μανδύα της, έβαλε το ραβδί της στην τσέπη της.
«Πάμε για πρωινό;»,ρώτησε η Σέλεστ.
«Φυσικά. Βάζω στοίχημα πως θα δούμε τον Στέφαν πάλι με μαύρους κύκλους.»,είπε η Ερέβια.
Η Σέλεστ χαμογέλασε. Η φίλη της ήξερε πώς να της φτιάχνει το κέφι. «Πάλι έμεινε μέχρι αργά χθες να διαβάζει;»,ρώτησε.
«Έτσι μου είπε ο Λούκας όταν έφευγε για πρωινό.»,είπε η Ερέβια.
Ο Λούκας ήταν στην ίδια ηλικία με το Στέφαν και ήταν τόσο καλοί φίλοι, που ο δεσμός τους έμοιαζε υπερβολικά με τον αδερφικό δεσμό. Ο Λούκας Μπλάκθορν ήταν επίσης εδώ και δύο μήνες το αγόρι της Ερέβιας.
«Αυτό το παιδί δεν έχει κλείσει μάτι από τότε που ήρθαμε εδώ.»,είπε σχεδόν απελπισμένη η Σέλεστ καθώς πήγαιναν προς την τραπεζαρία.
«Όπως εσύ.»,σχολίασε η Ερέβια. «Αχ, κοίτα! Ο καιρός είναι πολύ καλός έξω!»,σχολίασε χαρωπά η Ερέβια.
Πράγματι, η ημέρα, αν και φαινόταν κρύα από τα παράθυρα, τουλάχιστον δεν ήταν βροχερή.
«Πάμε γρήγορα να ευχηθούμε καλή επιτυχία στην ομάδα μας!»,είπε η Σέλεστ και τράβηξε από το χέρι την Ερέβια.
Έφτασαν στην τραπεζαρία. Το τραπέζι του Ράβενκλοου ήταν δίπλα σε αυτό του Γκρίφιντορ. Το μπλε και το χρώμα του μπρούτζου κυριαρχούσαν στο τραπέζι τους, το κόκκινο και το χρυσό στο άλλο. Η Σέλεστ ανησυχούσε. Οι δύο Πότερ, ο Τζέιμς-Σείριος και ο Άλμπους-Σέβερους δεν είχαν χάσει σχεδόν ποτέ αγώνα, κληρονομώντας το ταλέντο και των δύο γονιών τους. Αλλά η ομάδα του Ράβενκλοου είχε προπονηθεί σκληρά.
«Καλημέρα παιδιά!»,είπε χαρούμενα η Ερέβια και έκατσε δίπλα στον Λούκας, ο οποίος έπαιζε με τα αυγά που ήταν μπροστά του. Ο Λούκας ήταν ο ανιχνευτής του Ράβενκλοου από το τρίτο έτος της φοίτησής του στο Χόγκουαρτς.
«Καλημέρα.»μουρμούρισε η Σέλεστ και έκατσε ακριβώς απέναντι, δίπλα στον Στέφαν ο οποίος μπροστά του είχε μόνο ένα ποτήρι με κολοκυθοχυμό. «Πρέπει να φας κάτι.»,είπε στο Στέφαν.
«Έχω άγχος. Ο Τζέιμς Πότερ παίζει κυνηγός.»,είπε ο Στέφαν.
«Και ο Άλμπους Πότερ ανιχνευτής.»,συμπλήρωσε ο Λούκας και τα δύο αγόρια αναστέναξαν ταυτόχρονα με θλίψη στη φωνή τους.
«Είστε τόσο ανόητοι!»,αναφώνησε η Ερέβια. «Θέλω να πω, ξυπνήστε! Θυμηθείτε για λίγο σε ποιον κοιτώνα είστε! Ράβενκλοου! Εδώ μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα! Εσύ!»,είπε και έδειξε το Λούκας δίπλα της. «Παίζεις τρία ολόκληρα χρόνια και έχεις κερδίσει σχεδόν όλους τους αγώνες και είσαι εκπληκτικός στις προπονήσεις! Εσύ!»,συνέχισε δείχνοντας το Στέφαν αυτή τη φορά. «Είσαι ο αρχηγός της ομάδας του Ράβενκλοου από πέρυσι και ένας από τους καλύτερούς φύλακες που είχαμε ποτέ!».
Ο Στέφαν της χαμογέλασε και έτσι η Σέλεστ έβαλε μπροστά του ένα πιάτο με κρέπες με μαρμελάδα βατόμουρο και ο Λούκας ξεκίνησε να τρώει.
«Πάντα η Ερέβια ήταν καλή στο να κάνει τους άλλους να νιώθουν πιο σίγουροι και ικανοί για τον εαυτό τους.»,σχολίασε ο Στέφαν.
«Όντως. Και πάντα ξέρει πώς να σε κάνει χαρούμενο. Αυτή είναι η Ερέβια.»,είπε η Σέλεστ και χαμογέλασε, καθώς έβαζε στον εαυτό της γάλα στο ποτήρι της.
«Και εσύ ξέρεις πώς να προβλέπεις τις κινήσεις κάποιου. Για αυτό άλλωστε είσαι η πρόεδρος της Ομάδας Μαγικού Σκακιού του Ράβενκλοου.»,είπε ο Στέφαν τρώγοντας μία μπουκιά. «Είστε ξεχωριστές.».
«Αυτό λες εδώ και πέντε χρόνια, Στεφ.»,είπε ο Λούκας γυρίζοντας τα μάτια του. «Ξέρουμε τη θεωρία σου. Πιστεύεις πως τα κορίτσια, μαζί τους και η Λαβέρνα έχουν κάτι παραπάνω από τις συνηθισμένες μαγικές δυνάμεις.».
Η Σέλεστ κοκκίνισε. Πάντα ένιωθε άβολα να συζητά αυτό το θέμα. Ειδικά δε όταν ήταν κάτι που δεν ίσχυε και ταυτοχρόνως κατά κάποιο τρόπο την έκανε να φανεί πολύ πιο δυνατή και ικανή μάγισσα από ότι ήταν.
«Εγώ δεν πιστεύω πως αυτά είναι κάτι ιδιαίτερο.»,είπε η Σέλεστ. «Έτσι ήμασταν από μικρές.».
«Όντως.»,είπε η Ερέβια και πήρε ένα κεκάκι.
«Ωχ, η ώρα πήγε εννιά και εννιά και μισή ξεκινά ο αγώνας!»,είπε ο Στέφαν.
«Πάμε!»,συμπλήρωσε σχεδόν τρομαγμένος ο Λούκας και ήπιε στα γρήγορα τον εναπομείναντα καφέ στο ποτήρι του.
«Έι, μικρή.»,είπε ο Στέφαν στη Σέλεστ. Έτσι την έλεγε συνήθως, μικρή. «Πόσο θα πάει το σκορ;».
«Θα νικήσετε 380 προς 230.»,είπε η Σέλεστ απερίσκεπτα και του έκλεισε το μάτι.
«Ευχαριστώ.»,είπε και της ανακάτωσε τα μαλλιά. Η Ερέβια έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο του Λούκας και τα δύο αγόρια έφυγαν βιαστικά.
«Το ξέρεις ότι σκορ που του είπες διαφέρει μόνο 150 πόντους έτσι δεν είναι;»,ρώτησε η Ερέβια και η Σέλεστ ένευσε επειδή έτρωγε. «Αυτό σημαίνει απλά το πιάσιμο της χρυσής ενώ το σκορ των γκολ είναι ίδιο. Και αν το σκορ που είπες είναι σωστό, όπως συνήθως… αναμένεται να δούμε έναν εκπληκτικό αγώνα.»,συνέχισε η Ερέβια και χαμογέλασε.
«Εδώ είστε!»,ακούστηκε μία μελωδική φωνή.
Τα κορίτσια γύρισαν. Ήταν η Λαβέρνα. Η Λαβέρνα, κατά τη Σέλεστ, ήταν η πιο όμορφη από τις τρεις τους. Είχε μακριά ξανθά ολόισια μαλλιά και μεγάλα σκούρα πράσινα μάτια. Ήταν ψηλή και αδύνατη και η φωνή της ήταν εκπληκτική. Τραγούδαγε στη χορωδία του Χόγκουαρτς. Ήταν η Επιμελήτρια του Σλίθεριν.
«Πώς και δεν πήγατε να πιάσετε θέση;»,ρώτησε η Λαβέρνα και έκατσε δίπλα στην Ερέβια.
«Η Σέλεστ είχε μάλλον ένα παράξενο όνειρο και δε μπορούσε να ξυπνήσει εύκολα.»,απάντησε με σχετικά ήπιο και αδιάφορο τόνο η Ερέβια για να μην ανησυχήσει την Λαβέρνα.
«Είδες κάτι τρομακτικό;»,ρώτησε η Λαβέρνα την Σέλεστ ανήσυχη. Αυτή η κοπέλα, η Λαβέρνα Ρέγκουμ, φαινόταν ώρες-ώρες σαν να διαβάζει σκέψεις.

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2011

Aoi Hana

Θα ποστάρω 2-3 σελίδες, γιατί είναι τεράστιο και τη συνέχεια θα τη βάλω άλλη φορά :D



 Κεφάλαιο Πρώτο

Κρύος Νοέμβρης
Η Σέλεστ Θορν ήταν δεκαπέντε χρονών και φοιτούσε στο πέμπτο έτος στη Σχολή Χόγκουαρτς για Μαγείες και Ξόρκια. Είχε καταταχθεί στον κοιτώνα Ράβενκλοου, στον κοιτώνα των σοφών και των μορφωμένων. Η ίδια όμως πίστευε πως εκεί πήγαιναν και τα δημιουργικά άτομα, ως επί τω πλείστων.
Θυμόταν ακόμα τη μέρα της επιλογής της πεντακάθαρα. Κοντή, με τα μαλλιά της πλεγμένα σε κοτσίδες, αποχαυνωμένη από το υπέροχο κάστρο, περίμενε μαζί με την Ερέβια και τη Λαβέρνα την Επιλογή. Την Ερέβια Σταρσάιν την ήξερε από μωρό. Οι μητέρες του ήταν καλές φίλες από το Χόγκουαρτς και οι πατεράδες τους γείτονες από μικροί. Τη Λαβέρνα την είχαν γνωρίσει στο Δημοτικό των Μαγκλ. Αν και καθαρόαιμες και οι δύο, οι γονείς του επέμειναν να έχουν μία φυσιολογική παιδική ηλικία με Μαγκλ συμμαθητές. Σύντομα, έκαναν παρέα με τη Λαβέρνα Ρέγκουμ και έμαθαν πως και εκείνη είναι μάγισσα. Από τότε ήταν αχώριστες. Η Σέλεστ θυμάται ακόμα που ένας στρογγυλοπρόσωπος καθηγητής, η καθηγήτρια ΜακΓκόνακαλ των Μεταμορφώσεων και Υποδιευθύντρια φώναξε το όνομά της από μία μακριά περγαμηνή. Η Σέλεστ είχε κάτσει σε ένα άβολο μικρό σκαμνί και το Καπέλο της Επιλογής τοποθετήθηκε στο κεφάλι της. Της μίλησε λίγο για όλους τους κοιτώνες γενικά και μετά βροντοφώναξε «ΡΑΒΕΝΚΛΟΟΥ!». Η Σέλεστ είχε κάτσει στο τραπέζι των Ράβενκλοου, δίπλα στον Στέφαν Ντράγκον, με τον οποίο μίλαγε, μέχρι που η Ερέβια ήρθε δίπλα της. Προς έκπληξη όλων, η Λαβέρνα τοποθετήθηκε στο Σλίθεριν.
Και όμως, πέντε χρόνια αργότερα, είχε κρατήσει τη φιλία της και με τη Λαβέρνα και με την Ερέβια και, φυσικά, είχε γίνει φίλη με το περίεργο αγόρι που άκουγε στο όνομα Στέφαν Ντράγκον. Η ζωή κυλούσε ήρεμα, με διαγωνίσματα, υψηλές βαθμολογίες, εξάσκηση στα ξόρκια μεταμορφώσεων, που ήταν σχετικά αδύναμη και γνωριμίες με παιδιά όχι μόνο από το Ράβενκλοου, αλλά και από το Σλίθεριν, χάρη στη Λαβέρνα. Γενικά, της άρεσε πολύ η ζωή στο Χόγκουαρτς. Τόσο, που από το τρίτο έτος και μετά, είχε αποφασίσει να περνάει τα Χριστούγεννα εκεί. Ήταν ένα από τα πιο μαγικά μέρη του κόσμου.
Μέχρι την φετινή χρονιά. Με το που πάτησε το πόδι της στο Χόγκουαρτς ξεκίνησαν οι εφιάλτες. Βασικά, ήταν ο ένας και μοναδικός, ολόιδιος και πάντα ολοζώντανος εφιάλτης του πύρινου Χόγκουαρτς και των αγαπημένων της ανθρώπων νεκρών. Δεν είχε βρει νόημα σε αυτό τον εφιάλτη. Είχε ελέγξει όλους τους Ονειροκρίτες της βιβλιοθήκης, είχε πάει ακόμα και στο Απαγορευμένο Τμήμα της βιβλιοθήκης μία νύχτα, αλλά όλα τα βιβλία έλεγαν το ίδιο: επικείμενος κίνδυνος. Όμως τι κίνδυνος ήταν αυτός; Και ποιος απειλούνταν; Το Χόγκουαρτς; Εκείνη και οι φίλοι της; Πραγματικά, η Σέλεστ δεν έβγαζε νόημα και έτσι απλά αποφάσισε να αφήσει το χρόνο να δείξει τι σήμαινε το όνειρο.
Η Σέλεστ πήγε πίσω στο δωμάτιο των κοριτσιών και πήγε στο μπάνιο. Λούστηκε και μετά χτένισε τα μακριά, ολόισια μαύρα μαλλιά της. Η Σέλεστ ήταν ένα αρκετά όμορφο κορίτσι. Τα μαλλιά της ήταν μαύρα, σαν τα φτερά του κορακιού, μακριά μέχρι τη μέση και ολόισια και είχε μεγάλα μελί μάτια με πράσινες αποχρώσεις γύρω από την κόρη, τα οποία σκούραιναν όταν ήταν αφηρημένη ή έκλαιγε. Ήταν σχετικά κοντούλα και μικροκαμωμένη για την ηλικία της, με κατάλευκο δέρμα, φακίδες και μαύρα γυαλιά που πότε τα φόραγε και πότε όχι, επειδή τα ξέχναγε από εδώ και από εκεί.
Ως χαρακτήρας, η Σέλεστ ήταν ένα άτομο πολύ διαβαστερό. Δεν ήθελε να απογοητεύσει τους γονείς της, ειδικά μάλιστα τη μητέρα της που δούλευε στο Τμήμα Μαγικού Δικαίου και ήταν πάντα η καλύτερη της τάξεώς της. Ήταν αρκετά ντροπαλή κοπέλα και έκανε δύσκολα φίλους. Τις άρεσε πολύ η μουσική και η ζωγραφική και συχνά ονειροπολούσε κατά τη διάρκεια μερικών μαθημάτων ή όταν διάβαζε. Διάβαζε πολλά εξωσχολικά βιβλία και έκανε εκδρομές τα καλοκαίρια με την Ερέβια και τη Λαβέρνα όπου πιο μαγικά και εξωτικά μπορούσαν, αρκεί να ήταν κοντά στη φύση. Ήταν γενικά αισιόδοξος άνθρωπος, σπάνια σταματούσε να κάνει κάτι. Εάν μάλιστα έβαζε κάτι στο μυαλό της, δε τη σταματούσε κανείς.
Η Σέλεστ έκατσε στο κρεβάτι της και έπιασε το ραβδί της. Μουρμούρισε: «Φώτισε!» και ένα μικρό φως εμφανίστηκε.
Πήρε στα χέρια της το βιβλίο των μεταμορφώσεων. Έπρεπε να εξασκηθεί και άλλο σε αυτό το μάθημα, ειδικά με τα ΚΔΜ να αιωρούνται απειλητικά στον ορίζοντα. Δεν είχε μεγάλο πρόβλημα, απλά μερικές φορές οι μεταμορφώσεις της δεν ήταν όπως θα έπρεπε.
Διάβασε ξανά τις οδηγίες του βιβλίου για το πώς έπρεπε να μεταμορφώσει μία βελόνα σε σπίρτο. Πήρε βαθιά αναπνοή και κλήτευσε μία από τις βελόνες που βρίσκονταν στο συρτάρι της. Η βελόνα ήρθε στο χέρι της. Ετοιμάστηκε να πει το ξόρκι ώσπου…
Όλα ήταν σκοτεινά. Η μορφή με τη σκούρα μπλε κάπα προχωρούσε στο σκοτάδι και ίσα που φαίνονταν. Μια άσπρη γάτα πετάχτηκε μπροστά στη φιγούρα, η φιγούρα την κλώτσησε και η γάτα νιαουρίζοντας πονεμένα χάθηκε στο σκοτάδι. Η μορφή σταμάτησε, ανέβηκε δύο-τρία σκαλοπάτια και χτύπησε μία πόρτα που ούτε καν φαινόταν. Η πόρτα άνοιξε
«Σε ακολούθησε κανείς;»,ρώτησε μία αντρική φωνή.
«Ποτέ δε με ακολουθούν.»,απάντησε με αλαζονεία η γυναίκα με την μπλε σκούρα κάπα. Παρ’ όλο που τη φώτιζε το αχνό φως από το εσωτερικό του σπιτιού, το πρόσωπό της δε φαινόταν εξαιτίας της κάπας.
«Πέρνα μέσα, Ορόρα.»,είπε ο άνδρας και άνοιξε λίγο περισσότερο την πόρτα.
«Ευχαριστώ Κάσσιε. Ξέρω πως πάντα μπορώ να βασίζομαι πάνω σου.»,είπε η γυναίκα, η Ορόρα και αφού μπήκε μέσα στο σπίτι έβγαλε την κουκούλα της κάπας.
Ήταν μία γυναίκα εξαιρετικής ομορφιάς. Δεν έμοιαζε να είναι πάνω από τριάντα πέντε. Είχε μακριά ξανθά σπαστά μαλλιά μέχρι τους ώμους και μελένια μάτια. Ο άντρας μέσα στο σπίτι ήταν συνομήλικός της, με καστανόξανθα ολόισια μαλλιά, λίγο μακριά, και γκρι μάτια τόσο ανοιχτά που έλεγες πως είναι άσπρα.
«Τι έγινε, Ορόρα;»,ρώτησε ο Κάσσιος αγχωμένος καθώς πήγαν στο σαλόνι του σπιτιού. «Το μήνυμά σου ήταν κοφτό και μου φάνηκες…τρομαγμένη.».
Φαινόταν καθαρά πως η γυναίκα αυτή δεν είχα τρομοκρατηθεί ποτέ στη ζωή της.
«Ναι. Είμαι. Η δύναμη της ανιψιάς μου φαίνεται πως έχει μεγαλώσει. Νιώθω τις δονήσεις του μυαλού της. Εξελίσσεται μέρα με τη μέρα.»,είπε η Ορόρα και έκατσε σε έναν καναπέ. Τα ξανθά της φρύδια σχεδόν είχαν ενωθεί από την ανησυχία.
«Και τι θα κάνουμε για αυτό;»ρώτησε ο Κάσσιος, προσφέροντάς της ένα ποτήρι που μόλις εμφάνισε με το ραβδί του.
Η Ορόρα πήρε το ποτήρι και χαμογέλασε σατανικά. «Θα την πλησιάσουμε εκ των έσω.».
«Σέλεστ;».
Η Σέλεστ άνοιξε τα μάτια της. Ο κοιτώνας ήταν κατάφωτος, το ραβδί της και το βιβλίο μεταμορφώσεων πεσμένα στο κρεβάτι της και η Ερέβια την ταρακουνούσε.

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011

Aoi Hana

Αoi Ηana
Ένα fan fiction σε Χαριποτερική διάσταση από εμένα

Πρόλογος
Ο Εφιάλτης

Η Σέλεστ Θορν άνοιξε τα μάτια της. Κοίταξε τις βαριές, μπλε σκούρες κουρτίνες που έπεφταν πάνω από το κρεβάτι της. Πάλι ο εφιάλτης.
Αναστέναξε και κατέβηκε από το ψηλό κρεβάτι με το παχύ στρώμα και έβαλε προσεχτικά τις παντόφλες της. Δεν ήθελε να ξυπνήσει τα υπόλοιπα κορίτσια που κοιμόντουσαν ήρεμα. Έδεσε τη ρόμπα γύρω από τη μέση της. Όσο ζεστό και αν ήταν το κάστρο, ο Νοέμβριος δεν ήταν καιρός που επέτρεπε να κυκλοφορείς με ένα αμάνικο νυχτικό. Βγήκε έξω από το υπνοδωμάτιο και κατέβηκε στην αίθουσα αναψυχής.
Επικρατούσε ηρεμία. Οι δείχτες του ξύλινου μεγάλου ρολογιού που στις άκρες τους είχαν κοράκια έδειχναν τέσσερις το πρωί. Το τζάκι ήταν αναμμένο, με μερικά κάρβουνα να σιγοκαίνε. Οι πολυθρόνες δίπλα στο τζάκι είχαν δύο βιβλία από τη βιβλιοθήκη πάνω τους και στα τραπεζάκια ήταν περγαμηνές. Με ένα κούνημα του ραβδιού της, η Σέλεστ τοποθέτησε τα βιβλία στα σωστά ράφια της μεγάλης βιβλιοθήκης που κάλυπτε ένα μεγάλο μέρος του τοίχου. Τα λάβαρα του κοιτώνα κρέμονταν στον πέτρινο τοίχο. Το παράθυρο κοίταγε στο πάρκο του κάστρου, το οποίο ήταν ολοσκότεινο. Μόνο τα αστέρια φώτιζαν τον ουρανό.
Η Σέλεστ έκατσε σε έναν από τους καναπέδες και κοίταξε έντονα το κατάλευκο άγαλμα της ιδρύτριας του κοιτώνα που στόλιζε το χολ πριν την είσοδο στο κύριο μέρος της αίθουσας αναψυχής του Ράβενκλοου.
«Πιθανότατα εσύ δεν είχες τέτοια προβλήματα.»,μουρμούρισε στο άγαλμα της Ροβένα Ράβενκλοου.
«Όταν ξεκινάς να μιλάς σε αγάλματα μάγων πεθαμένων εδώ και χιλιετίες, είναι καλό να εξετάσεις το κεφάλι σου.».
«Στέφαν, τι κάνεις ξύπνιος;»,ρώτησε η Σέλεστ νευριασμένη.
Ο Στέφαν Ντράγκον έκατσε δίπλα της στον καναπέ και την σκέπασε με μία κουβέρτα που είχε φέρει από τον κοιτώνα του. Ήταν δεκαέξι ετών, ψηλός, αρκετά έως και απελπιστικά αδύνατος, με ίσια μαλλιά στο χρώμα του άχυρου και  μεγάλα γαλάζια μάτια.
«Σου κάνω παρέα. Έχω άγχος. Αύριο είναι ο πρώτος αγώνας στο Κουίντιτς και είναι εναντίον του Γκρίφιντορ. Ξέρεις πως έχω άγχος.»,είπε το αγόρι.
«Θα τα πας μια χαρά.»,μουρμούρισε η Σέλεστ και τυλίχτηκε σφιχτά με την κουβέρτα της. «Το Ράβενκλοου δεν είχε ποτέ ξανά τόσο καλό φύλακα.».
Ο Στέφαν χαμογέλασε. «Εσύ όμως, γιατί δεν κοιμάσαι πάλι;».
«Έχω εφιάλτες, Στέφαν.».
«Βασικά, έναν δεν έχεις;».
«Ναι. Αυτόν τον ίδιο από την αρχή του σχολικού έτους.».
«Σέλεστ… το Χόγκουαρτς είναι το πιο ασφαλές μέρος στον κόσμο Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς.»,είπε ο Στέφαν και της έπιασε το χέρι.
Η Σέλεστ δεν απάντησε. Κάθε βράδυ, στα όνειρά της, έβλεπε σκοτεινές μορφές με μαύρους μανδύες και κουκούλες να έρχονται στο Χόγκουαρτς. Το βάδισμά τους απειλητικό. Και καθώς βγάζουν τα ραβδιά τους, μαύρα χέρια απλώνονται και αρπάζουν ότι πολυτιμότερο έχει. Τον Στέφαν, την κολλητή της, την Ερέβια, τους φίλους της από το Ράβενκλοου και την άλλη της κολλητή, την Λαβέρνα από το Σλίθερν και τον γάτο της, τον Λόλιετ. Και από τα ραβδιά των κουκουλοφόρων, φωτιές βγαίνουν και το Χόγκουαρτς τυλίγεται στις φλόγες. Και στο τέλος, μία πράσινη λάμψη πετά και καρφώνεται με δύναμη στο στήθος της. Και τότε πεθαίνει, βλέποντάς τα όλα χαμένα και το Χόγκουαρτς να καίγεται. Και έτσι ξυπνάει.





Θα ήθελα σχόλια για αυτό...Πώς σας φαίνεται...Αν θέλετε συνέχεια.

Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

I had the time of my life with you

Και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα. Με τα γράμματα από τον κανένα, σε ένα ορφανό αγόρι που οι γονείς του είχαν πεθάνει σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, από το οποίο ο ίδιος κέρδισε ένα σημάδι σε σχήμα κεραυνού. Το αγόρι έμενε με το θείο και τη θεία του. Το όνομά του ήταν Χάρι Πότερ.

Ακόμα θυμάμαι ξεκάθαρα πόσο μιρκοσκοπική ήμουν. Ήμουν σχεδόν 7. Με δυσκολία διάβαζα όταν πήγαμε σινεμά με την τότε καλύτερή μου φίλη και τον αδερφό της. Προσπαθούσα τόσο τραγικά πολύ να διαβάσω τους υποότιτλους, αλλά δε μπορούσα. Μετά ψιλοπαράτησα το θέμα.

Ώσπου γνώρισα την Αλεξάνδρα. Ήμουν 9 περίπου. Παίζαμε ένα υποτιθέμενο σκάκι όταν στο δωμάτιο εισέβαλλε η 14χρονη τότε Ανθή.
'Διαβάζεις βιβλία;',με ρώτησε.
'Κάτι λίγα.',απάντησα. 'Δεν έχουμε πολλά στο σπίτι.'
Χαμογέλασε. 'Έλα εδώ.',μου είπε και με πήρε από το χέρι. Πήγαμε στο δωμάτιό της και μου έδωσε ένα λεπτό σχετικά βιβλίο που είχε ως τίτλο το 'Ο Χάρι Πότερ και η Φιλοσοφική Λίθος'.
Και κάπως έτσι το ταξίδι ξεκίνησε.
Καθόμουν στο δωμάτιο, στον καναπέ, πάνω στην εσοχή του τζακιού, στο δέντρο και διάβαζα, διάβαζα, διάβαζα.

Δεν ήταν απλά ένα βιβλίο. Αρχικά ήταν ένα πείσμα. Όσο δε με άφηναν οι δικοί μου να διαβάσω, τόσο έκρυβα τα βιβλία σε συρτάρια, κάτω από το κρεβάτι και έμπαινα στην ντουλάπα να το διαβάσω. Θυμάμαι καθαρά πως το 7ο το αγόρασα κρυφά. Αλλά μετά από ένα σημείο και μετά δεν ήταν απλά μία σειρά βιβλίων. Ήταν τα πάντα.

Μεγάλωνα παρέα με το Χάρι και ήθελα, βαθιά μέσα μου, και εγώ να λάβω μία μέρα το Hogwarts Acceptance Letter.

Όμως είμαι απλά μία Μαγκλ, σε έναν απαίσιο Μαγκλ κόσμο, γεμάτο με άλλους Μαγκλ, χειρότερους από εμένα, που δεν ξέρουν τιποτα από μαγεία, τίποτα από χαμόγελο και χαρά.

Και έτσι σκέφτομαι πως εγώ δεν είμαι σαν αυτούς. Όπως ειπώθηκε και κάπου στο 3ο βιβλίο, οι Μαγκλ δε βλεπουν τίποτα. Δεν παρατηρούν. Οι άλλοι Μαγκλ, αυτοί που δεν ξέρουν τι θα πει η λέξη Μαγκλ και που γυρίζουν ειρωνικά τα μάτια τους όταν τους λέω πως έληξε όλη μου η παιδική ζωή με την πρεμιέρα στις 13/7, δεν έχουν μπει σε αυτόν τον κόσμο. Δεν έχουν διαβάσει αυτή τη σειρά. Δεν περίμεναν με αγωνία να βγει το επόμενο βιβλίο. Δεν έφτιαξαν κολιέ με το σύμβολο των Κλήρων και δεν έκλαψαν με τις αναμνήσεις του Σνέιπ. Δεν διάβασαν τα βιβλία.
Μέσα από αυτά εγώ έμαθα να βλέπω χιλιάδες πράγματα που αγνοούσα και είχα ξεχάσει. Τη δύναμη της φιλίας. Τη δύναμη της αγάπης. Το πόσο σημαντικό είναι να γυρνάς πίσω, ακόμα και αν έχεις φύγει. Το νόημα του να μην τα παρατάς και να ελπίζεις πάντα, ακόμα και στις πιο σκοτεινές στιγμές. Το πόσο σημαντικό είναι να είσαι ο εαυτός σου, ακόμα και αν σου παίρνουν τα πράγματα και σε φωνάζουν Loony. Το πόσο ωραίο είναι να υπάρχουν 2 δίδυμοι που σε κάνουν πάντα να γελάς. Πόσο γενναίο είναι να πολεμά κανείς για να κάνει ένα κόσμο καλύτερο...Τα σοφά λόγια ενός σοφού γέρου. Το πώς η αγάπη αλλάζει έναν άνθρωπο. Τη δυσκολία που υπάρχει ανάμεσα στο σωστό και το εύκολο. Το ότι υπήρχε ένα άτομο που αγαπούσε κάθε τι τερατώδες καθώς εμπιστεύονταν το χαρακήτρα του..
Τζόαν....σε ευχαριστώ που μου χάρισες την πιο μαγική και επική παιδική ηλικία. Νομίζω πρέπει να είμαι ευτυχισμένη που ο Χάρι ήταν φίλος μου από τα 9 μέχρι τα 14. Που μπορούσα να έχω ένα κόσμο κατάδικό μου, ένα κόσμο μαγείας, ένα κόσμο που αγαπούσα και που αγαπώ.
ϟ All was well ϟ

Απλά ακούστε το...

-After all this time?
-Always.

Mischief Managed.
You're just as sane as I am.








The ones that love us never truly leave us. You can always find them in here.

I solemnly swear to carry this story with me for the rest of my life.