Hunger Games

Deep in the meadow, hidden far away
A cloak of leaves, a moonbeam ray
Forget your woes and let your troubles lay
And when it's morning again, they'll wash away
Here it's safe, here it's warm
Here the daisies guard you from every harm
Here your dreams are sweet and tomorrow brings them true
Here is the place where I love you.

Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2011

Aoi Hana


«Τι έγινε;»,ρώτησε η Σέλεστ και ανασηκώθηκε πιάνοντας το κεφάλι της που πήγαινε να σπάσει.
«Εσύ θα μου πεις. Δε μπορούσα να σε ξυπνήσω με τίποτα!»,είπε εμφανώς αγχωμένη η Ερέβια.
«Νομίζω ότι απλά είδα κάτι σαν…όνειρο;»,είπε αβέβαια η Σέλεστ και σηκώθηκε από το κρεβάτι. «Ή σαν όραμα.».
«Όραμα; Μα εσύ δεν έχεις πάει ποτέ σου σε μαθήματα Μαντικής.».
«Ναι, το ξέρω. Αλλά ήταν τόσο αληθοφανές.»,είπε η Σέλεστ και έβγαλε από το μπαούλο της τη στολή του σχολείου στα γρήγορα. «Τι ώρα είναι;».
«Οχτώ και μισή. Ντύσου για να πάρουμε πρωινό. Ξέρεις πώς σήμερα είναι το Κουίντιτς! Δεν θα ‘θελες να χάσουμε τον Στέφαν, έτσι δεν είναι;.»,είπε η Ερέβια σε πιο χαρούμενο τόνο.
Η Ερέβια ήταν αρκετά ψηλότερη από την Σέλεστ, με μακριά, σγουρά καστανόξανθα μαλλιά που τώρα ήταν πιασμένα κότσο και πράσινα μάτια. Φόραγε και εκείνη γυαλιά, αλλά είχε πολύ μεγάλη μυωπία.
Η Σέλεστ ντύθηκε γρήγορα, και αφού φόρεσε στα γρήγορα τον μανδύα της, έβαλε το ραβδί της στην τσέπη της.
«Πάμε για πρωινό;»,ρώτησε η Σέλεστ.
«Φυσικά. Βάζω στοίχημα πως θα δούμε τον Στέφαν πάλι με μαύρους κύκλους.»,είπε η Ερέβια.
Η Σέλεστ χαμογέλασε. Η φίλη της ήξερε πώς να της φτιάχνει το κέφι. «Πάλι έμεινε μέχρι αργά χθες να διαβάζει;»,ρώτησε.
«Έτσι μου είπε ο Λούκας όταν έφευγε για πρωινό.»,είπε η Ερέβια.
Ο Λούκας ήταν στην ίδια ηλικία με το Στέφαν και ήταν τόσο καλοί φίλοι, που ο δεσμός τους έμοιαζε υπερβολικά με τον αδερφικό δεσμό. Ο Λούκας Μπλάκθορν ήταν επίσης εδώ και δύο μήνες το αγόρι της Ερέβιας.
«Αυτό το παιδί δεν έχει κλείσει μάτι από τότε που ήρθαμε εδώ.»,είπε σχεδόν απελπισμένη η Σέλεστ καθώς πήγαιναν προς την τραπεζαρία.
«Όπως εσύ.»,σχολίασε η Ερέβια. «Αχ, κοίτα! Ο καιρός είναι πολύ καλός έξω!»,σχολίασε χαρωπά η Ερέβια.
Πράγματι, η ημέρα, αν και φαινόταν κρύα από τα παράθυρα, τουλάχιστον δεν ήταν βροχερή.
«Πάμε γρήγορα να ευχηθούμε καλή επιτυχία στην ομάδα μας!»,είπε η Σέλεστ και τράβηξε από το χέρι την Ερέβια.
Έφτασαν στην τραπεζαρία. Το τραπέζι του Ράβενκλοου ήταν δίπλα σε αυτό του Γκρίφιντορ. Το μπλε και το χρώμα του μπρούτζου κυριαρχούσαν στο τραπέζι τους, το κόκκινο και το χρυσό στο άλλο. Η Σέλεστ ανησυχούσε. Οι δύο Πότερ, ο Τζέιμς-Σείριος και ο Άλμπους-Σέβερους δεν είχαν χάσει σχεδόν ποτέ αγώνα, κληρονομώντας το ταλέντο και των δύο γονιών τους. Αλλά η ομάδα του Ράβενκλοου είχε προπονηθεί σκληρά.
«Καλημέρα παιδιά!»,είπε χαρούμενα η Ερέβια και έκατσε δίπλα στον Λούκας, ο οποίος έπαιζε με τα αυγά που ήταν μπροστά του. Ο Λούκας ήταν ο ανιχνευτής του Ράβενκλοου από το τρίτο έτος της φοίτησής του στο Χόγκουαρτς.
«Καλημέρα.»μουρμούρισε η Σέλεστ και έκατσε ακριβώς απέναντι, δίπλα στον Στέφαν ο οποίος μπροστά του είχε μόνο ένα ποτήρι με κολοκυθοχυμό. «Πρέπει να φας κάτι.»,είπε στο Στέφαν.
«Έχω άγχος. Ο Τζέιμς Πότερ παίζει κυνηγός.»,είπε ο Στέφαν.
«Και ο Άλμπους Πότερ ανιχνευτής.»,συμπλήρωσε ο Λούκας και τα δύο αγόρια αναστέναξαν ταυτόχρονα με θλίψη στη φωνή τους.
«Είστε τόσο ανόητοι!»,αναφώνησε η Ερέβια. «Θέλω να πω, ξυπνήστε! Θυμηθείτε για λίγο σε ποιον κοιτώνα είστε! Ράβενκλοου! Εδώ μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα! Εσύ!»,είπε και έδειξε το Λούκας δίπλα της. «Παίζεις τρία ολόκληρα χρόνια και έχεις κερδίσει σχεδόν όλους τους αγώνες και είσαι εκπληκτικός στις προπονήσεις! Εσύ!»,συνέχισε δείχνοντας το Στέφαν αυτή τη φορά. «Είσαι ο αρχηγός της ομάδας του Ράβενκλοου από πέρυσι και ένας από τους καλύτερούς φύλακες που είχαμε ποτέ!».
Ο Στέφαν της χαμογέλασε και έτσι η Σέλεστ έβαλε μπροστά του ένα πιάτο με κρέπες με μαρμελάδα βατόμουρο και ο Λούκας ξεκίνησε να τρώει.
«Πάντα η Ερέβια ήταν καλή στο να κάνει τους άλλους να νιώθουν πιο σίγουροι και ικανοί για τον εαυτό τους.»,σχολίασε ο Στέφαν.
«Όντως. Και πάντα ξέρει πώς να σε κάνει χαρούμενο. Αυτή είναι η Ερέβια.»,είπε η Σέλεστ και χαμογέλασε, καθώς έβαζε στον εαυτό της γάλα στο ποτήρι της.
«Και εσύ ξέρεις πώς να προβλέπεις τις κινήσεις κάποιου. Για αυτό άλλωστε είσαι η πρόεδρος της Ομάδας Μαγικού Σκακιού του Ράβενκλοου.»,είπε ο Στέφαν τρώγοντας μία μπουκιά. «Είστε ξεχωριστές.».
«Αυτό λες εδώ και πέντε χρόνια, Στεφ.»,είπε ο Λούκας γυρίζοντας τα μάτια του. «Ξέρουμε τη θεωρία σου. Πιστεύεις πως τα κορίτσια, μαζί τους και η Λαβέρνα έχουν κάτι παραπάνω από τις συνηθισμένες μαγικές δυνάμεις.».
Η Σέλεστ κοκκίνισε. Πάντα ένιωθε άβολα να συζητά αυτό το θέμα. Ειδικά δε όταν ήταν κάτι που δεν ίσχυε και ταυτοχρόνως κατά κάποιο τρόπο την έκανε να φανεί πολύ πιο δυνατή και ικανή μάγισσα από ότι ήταν.
«Εγώ δεν πιστεύω πως αυτά είναι κάτι ιδιαίτερο.»,είπε η Σέλεστ. «Έτσι ήμασταν από μικρές.».
«Όντως.»,είπε η Ερέβια και πήρε ένα κεκάκι.
«Ωχ, η ώρα πήγε εννιά και εννιά και μισή ξεκινά ο αγώνας!»,είπε ο Στέφαν.
«Πάμε!»,συμπλήρωσε σχεδόν τρομαγμένος ο Λούκας και ήπιε στα γρήγορα τον εναπομείναντα καφέ στο ποτήρι του.
«Έι, μικρή.»,είπε ο Στέφαν στη Σέλεστ. Έτσι την έλεγε συνήθως, μικρή. «Πόσο θα πάει το σκορ;».
«Θα νικήσετε 380 προς 230.»,είπε η Σέλεστ απερίσκεπτα και του έκλεισε το μάτι.
«Ευχαριστώ.»,είπε και της ανακάτωσε τα μαλλιά. Η Ερέβια έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο του Λούκας και τα δύο αγόρια έφυγαν βιαστικά.
«Το ξέρεις ότι σκορ που του είπες διαφέρει μόνο 150 πόντους έτσι δεν είναι;»,ρώτησε η Ερέβια και η Σέλεστ ένευσε επειδή έτρωγε. «Αυτό σημαίνει απλά το πιάσιμο της χρυσής ενώ το σκορ των γκολ είναι ίδιο. Και αν το σκορ που είπες είναι σωστό, όπως συνήθως… αναμένεται να δούμε έναν εκπληκτικό αγώνα.»,συνέχισε η Ερέβια και χαμογέλασε.
«Εδώ είστε!»,ακούστηκε μία μελωδική φωνή.
Τα κορίτσια γύρισαν. Ήταν η Λαβέρνα. Η Λαβέρνα, κατά τη Σέλεστ, ήταν η πιο όμορφη από τις τρεις τους. Είχε μακριά ξανθά ολόισια μαλλιά και μεγάλα σκούρα πράσινα μάτια. Ήταν ψηλή και αδύνατη και η φωνή της ήταν εκπληκτική. Τραγούδαγε στη χορωδία του Χόγκουαρτς. Ήταν η Επιμελήτρια του Σλίθεριν.
«Πώς και δεν πήγατε να πιάσετε θέση;»,ρώτησε η Λαβέρνα και έκατσε δίπλα στην Ερέβια.
«Η Σέλεστ είχε μάλλον ένα παράξενο όνειρο και δε μπορούσε να ξυπνήσει εύκολα.»,απάντησε με σχετικά ήπιο και αδιάφορο τόνο η Ερέβια για να μην ανησυχήσει την Λαβέρνα.
«Είδες κάτι τρομακτικό;»,ρώτησε η Λαβέρνα την Σέλεστ ανήσυχη. Αυτή η κοπέλα, η Λαβέρνα Ρέγκουμ, φαινόταν ώρες-ώρες σαν να διαβάζει σκέψεις.