Hunger Games

Deep in the meadow, hidden far away
A cloak of leaves, a moonbeam ray
Forget your woes and let your troubles lay
And when it's morning again, they'll wash away
Here it's safe, here it's warm
Here the daisies guard you from every harm
Here your dreams are sweet and tomorrow brings them true
Here is the place where I love you.

Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Χαμένοι μοιάζουμε, λοιπόν, στο γύρο του θανάτου στην παγωνιά του οριστικού, στον τρόμο του αοράτου



Μια φορά και ένα καιρό, πολλά χρόνια πριν το 2010, σε ένα όμορφο, dark δάσος με τεράστια δέντρα, των οποίων τα φυλλώματα δημιουργούσαν θόλο, καλύπτοντας τον ήλιο και τα σύννεφα και τον ουρανό, ζούσε μία κοπέλα. Την λέγανε Υβόνη. Είχε μακριά, μαύρα μαλλιά και μεγάλα καστανά μάτια. Όλοι στο δάσος την αγαπούσαν. Τα ζώα, τα λουλούδια, οι Νύμφες των δέντρων, οι μικρές νεράιδες και ακόμα και στα στοιχεία, το νερό, η φωτιά και ο αέρας είχαν ως πολυαγαπημένη την Υβόνη. Ήταν μία εξαιρετική κοπέλα. Προσπαθούσε πάντα για το καλύτερο, κοιτούσε πρώτα πως θα ικανοποιήσει τις επιθυμίες των άλλων πλασμάτων και όχι τα δικά της.
Η ζωή της ερχόταν σε δεύτερη μοίρα.
Μία μέρα λοιπόν, πέρασε από το σκοτεινό δάσος ένας όμορφος πρίγκιπας με το άλογό του, διότι ήθελε να κυνηγήσει. Κυνηγούσε ένα αγριογούρουνο, το οποίο τον τραυμάτισε σοβαρά στο πόδι. Η Υβόνη τον περιποιήθηκε. Ο πρίγκιπας, όταν συνήλθε, ζήτησε από το κορίτσι να τον παντρευτεί και να πάνε μαζί στο παλάτι του, και να γίνει βασίλισσα.
Η Υβόνη ήθελε πάρα πολύ να τον παντρευτεί. Ήθελε να πάει μαζί του στο παλάτι, που φάνταζε μαγικό, όμως τι θα γινόταν το δάσος χωρίς εκείνη; Αρνήθηκε ευγενικά και ο πρίγκιπας έφυγε με σπασμένη την καρδιά του.
Λίγες ημέρες αργότερα, πολλοί κυνηγοί ήρθαν στο δάσος. Είχαν ακούσει πως είχε καλά θηράματα. Σκότωσαν τρία ελάφια.
Η Υβόνη φοβήθηκε. Δεν ήθελε να σκοτώσουν άλλα ζώα.
Έτσι, τη στιγμή που ένας κυνηγός τέντωνε τη χορδή του τόξου του και άφηνε το βέλος να σκίσει τον αέρα, στοχεύοντας ένα ακόμη ελάφι, η Υβόνη πετάχτηκε και… το βέλος χτύπησε εκείνη. Πέθανε.



Λοιπόν… Η Υβόνη πέθανε. Δεν υπήρχε χαρούμενο τέλος για κανέναν, καθώς και ο πρίγκιπας κατέληξε μόνος και έρημος(υποθέτω πως πέθανε μόνος) και η Υβόνη πέθανε και το δάσος έμεινε χωρίς τον προστάτη του…
Οπότε, no happily ever after.
Και αν η Υβόνη διάλεξε λάθος; Αν είχε διαλέξει τον πρίγκιπα θα ζούσε μία ζωή ευτυχισμένη, σα βασίλισσα και ίσως θα μπορούσε να προστατεύσει το δάσος που τόσο αγαπούσε με κάποιο νόμο.
Και όμως. Επέλεξε να μείνει μόνη της, να μην παντρευτεί τον πρίγκιπα, που ήταν ένα από τα όνειρα του κάθε κοριτσιού της τότε εποχής. Επέλεξε να θυσιαστεί για το καλό των άλλων.
Πόσο συχνά βλέπουμε τέτοια αυταπάρνηση; Τέτοια αυτοθυσία; Ποιος θα θυσίαζε τον εαυτό του για κάποιον άλλο; Ακόμα και αν τον αγαπούσε όσο τίποτε άλλο.
Ζούμε σε ένα κόσμο χωρίς αξίες, χωρίς αρχές, χωρίς ήθη. Τίποτα. Πλέον, το μόνο που μας διαχωρίζει από όντα δίχως συναισθήματα. Αλλά επειδή προσπαθώ που και που να είμαι ένα κλικ πιο αισιόδοξη, αυτό που μας σώζει είναι η αγάπη. Η φιλία. Η Υβόνη πέθανε για να υπερασπιστεί αυτούς που αγαπούσε. Για να προστατεύσει κάτι που είχε αξία, για εκείνη.
Και εμείς δεν πρέπει να προστατεύουμε τα πράγματα που αξίζουν; Μία μικρή, ευτυχισμένη ανάμνηση; Μια φωτογραφία; Ένα αρκουδάκι που θυμίζει ‘‘αθώες’’ εποχές; Έτσι, κρατάμε μέσα μας, όχι τα λόγια ή τις πράξεις που έγιναν με κάποιο άτομο, αλλά τα συναισθήματα που νιώσαμε. Το πώς μας έκανε ευτυχισμένους.
Και έτσι, αυτή η μικρή ανάμνηση, θα λειτουργεί όπως το φωτάκι που ανάβουμε τη νύχτα. Θα φωτίζει, θα απομακρύνει το σκοτάδι, θα μας κάνει να νιώθουμε καλά.
Εγώ πιστεύω πως αν ρωτούσε κάποιος την Υβόνη, θα του έλεγε πως είναι υπερήφανη. Υπερήφανη που υπερασπίστηκε κάτι που άξιζε.
Σε μερικά σημεία, πρέπει να γίνουμε σαν την Υβόνη και να σώσουμε ό,τι έχει αξία(αν έχει απομείνει κάτι δηλαδή)….