Hunger Games

Deep in the meadow, hidden far away
A cloak of leaves, a moonbeam ray
Forget your woes and let your troubles lay
And when it's morning again, they'll wash away
Here it's safe, here it's warm
Here the daisies guard you from every harm
Here your dreams are sweet and tomorrow brings them true
Here is the place where I love you.

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2011

Aoi Hana


«Βασικά με τρόμαξε επειδή φαινόταν τόσο αληθινό…»,είπε η Σέλεστ και ήπιε την τελευταία γουλιά γάλα. «Τέλος πάντων. Η ημέρα είναι υπέροχη έξω, οπότε πάμε να δούμε το Ράβενκλοου να κερδίζει.».
«Πάμε!»,είπε η Ερέβια χαμογελώντας και τα τρία κορίτσια σηκώθηκαν από το τραπέζι του Ράβενκλοου και κατευθύνθηκαν προς τα έξω.
«Ο Άλμπερτ Νταστ ρωτούσε για εσένα, Σέλι.»,είπε στα ξαφνικά με ένα πονηρό χαμόγελο η Λαβέρνα.
Από όταν ήταν μικρές, η Σέλεστ ήταν η Σέλι, καθώς ήταν πάντα μικροκαμωμένη και αδύνατη. Η Σέλεστ κατέβαλε προσπάθεια να θυμηθεί ποιος ήταν ο Άλμπερτ Νταστ, μέχρι που ένιωσε σαν μία λάμπα να ανάβει στο κεφάλι της.
«Ο τύπος με τα καστανά μαλλιά που είναι μέχρι τους ώμους και παίζει χτυπητής στην ομάδα του Σλίθεριν;»,ρώτησε η Σέλεστ.
«Ναι, ακριβώς αυτός!»,είπε χαχανίζοντας η Λαβέρνα.
«Και τι ρώτησε;»,ρώτησε σχεδόν σοκαρισμένη η Σέλεστ.
«Αν έχεις αγόρι.»,είπε η Λαβέρνα.
«Γιατί;»,ρώτησε σοκαρισμένη η Σέλεστ.
Η Λαβέρνα και η Ερέβια κοιτάχτηκαν και στριφογύρισαν τα μάτια τους. Η Σέλεστ ήταν τόσο απελπιστικά ντροπαλή που δεν κοινωνικοποιούνταν πολύ και έτσι δεν καταλάβαινε απλά πράγματα.
«Του αρέσεις, Σέλεστ.»,είπε η Ερέβια. «Αυτός είναι ο πιο πιθανός λόγος που ρωτάει.».
«Μα δεν έχω δώσει ενδείξεις πως έχω αγόρι. Και γιατί να του αρέσω; Δε με ξέρει καν.»,είπε η Σέλεστ και χαμογέλασε
«Νόμιζε πως έβγαινες με το Στέφαν. Και δε χρειάζεται να ξέρεις πολύ κάποιον για να σου αρέσει. Απλά σου αρέσει. Δεν είναι και ο έρωτας της ζωής σου.»,είπε η Λαβέρνα και γέλασε.
«Εγώ έχω θέμα με αυτό. Δεν θέλω να βγω με τον πρώτο τυχόντα.»,γκρίνιαξε η Σέλεστ.
«Έχει δίκιο σε αυτόν τον τομέα. Και εγώ δεν ήθελα να βγω με όποιον και όποιον.»,μουρμούρισε σκεφτικά η Ερέβια. «Όπως και να ‘χει, Λαβέρνα, πες μας τι έγινε με τον Σκορπιό Μαλφόι και τη Ρόουζ Ουέσλι. Άκουσα πως έγινε μεγάλο σούσουρο.».
«Η αλήθεια είναι πως είναι πολύ ερωτευμένοι μεταξύ τους, αλλά ο μπαμπάς της Ρόουζ ούτε που θέλει να ακούσει το όνομα ‘‘Μαλφόι’’ και έχει και τα ξαδέρφια της εδώ που δεν είναι και με τις καλύτερες διαθέσεις απέναντι στο Σλίθεριν. Όμως ο Σκορπιός πραγματικά δεν μπορεί να αποφύγει αυτό το συναίσθημα όπως μου είπε. Ο πατέρας του τουλάχιστον εγκρίνει εν μέρει αυτή τη σχέση. Αλλά δεν έχουν ξεκινήσει ακόμα να βγαίνουν.»,είπε η Λαβέρνα.
Η Ρόουζ Ουέσλι, ο Άλμπους-Σέβερους Πότερ, η Ντομινίκ Ουέσλι(κόρη του Μπιλ και της Φλερ Ουέσλι) και ο Σκορπιός Μαλφόι ήταν και εκείνοι πεμτοετείς όπως οι κοπέλες, ενώ ο Τζέιμς-Σείριος Πότερ και ο Φρεντ Ουέσλι ο δεύτερος, γιος του Τζορτζ Ουέσλι, ήταν εκτοετείς, σαν τον Στέφαν και τον Λούκας.
«Κάποια στιγμή οι γονείς τους θα ξεπεράσουν όλο αυτό το θέμα μίσους και έχθρας που είχαν αυτοί στο σχολείο έτσι δεν είναι;»,ρώτησε η Σέλεστ.
«Λογικά.»,απάντησε η Ερέβια. «Αλλιώς η ιστορία του Σαίξπηρ θα γίνει ‘‘Σκορπιός και Ρόουζ’’.»,συνέχισε τραγικά και τα τρία κορίτσια γέλασαν.
Πήγαν στο γήπεδο Κουίντιτς και έκατσαν στη μεριά που κάθονταν σήμερα οι ντυμένοι στα μπλε και στα μπρούτζινα, οπαδοί του Ράβενκλοου. Ακόμα και η Λαβέρνα είχε βάλει μία ζακέτα με αετό μέσα από το μανδύα της.
«Γεια σου Χανά.»,ακούστηκαν δύο φωνές από πίσω τους και τα κορίτσια γύρισαν.
Ήταν δύο αγόρια με ξανθά μαλλιά. Ο ένας ήταν μισό κεφάλι ψηλότερος από τον άλλον, με σγουρά μαλλιά και μεγάλα γαλάζια, υγρά μάτια. Ο άλλος είχε ίσια μαλλιά και μάτια πιο σκούρα μπλε, αλλά το ίδιο υγρά. Ο ψηλότερος ήταν ο Λόρκαν Σκαρμάντερ και ο κοντότερος ο δίδυμος αδελφός του, ο Λύσανδρος. Τα δύο αγόρια, εκτός από αυτά τα δύο τρία διαφορετικά χαρακτηριστικά, ήταν ολόιδια.
«Γεια σας παιδιά.»,είπε η Σέλεστ χαρούμενα και η Ερέβια τους χαμογέλασε.
Ήταν ίδιο έτος με εκείνες και ήταν αρκετά καλοί φίλοι, διαβάζοντας όλοι μαζί στην αίθουσα αναψυχής τα βράδια.
Οι αδερφοί Σκαμάντερ ήταν περίεργοι σήμερα. Φόραγαν και οι δύο στα κεφάλια τους καπέλα αετού, ο οποίος αετός φόραγε το κασκόλ του Ράβενκλοου.
«Γιατί σε λένε συνεχώς Χανά;»,ρώτησε η Λαβέρνα καθώς θυμόταν πως η δίδυμοι φώναζαν συνεχώς τη Σέλεστ Χανά.
«Χαζή. Είναι το δεύτερο όνομά της.»,είπε η Ερέβια.
«Νόμιζα ότι ήταν Χάνα.»,διαμαρτυρήθηκε η Λαβέρνα.
«Όχι, είναι Χανά. Η μαμά μού έχει πει πως είναι  ‘‘Χανά’’ γιατί έχει ιδιαίτερη σημασία. Σημαίνει ‘‘λουλούδι’’ στα ιαπωνικά.»,είπε η Σέλεστ.
«Αχ, τι γλυκό.»,είπε η Λαβέρνα και αγκάλιασε σφιχτά τη Σέλεστ. «Είσαι το λουλούδι της μαμάς σου.».
«Σταματήστε εσείς οι δυο με τις γλύκες!»,είπε πειρακτικά η Ερέβια. «Αρχίζει ο αγώνας!».
Πράγματι τα δεκατέσσερα σκουπόξυλα με τους παίχτες του εισήλθαν στο χώρο. Η καθηγήτρια πτήσεων, η κυρία Κόουτς, επέβλεπε τον αγώνα. Ο Στέφαν έσφιξε το χέρι του με τον Τζέιμς Πότερ και το παιχνίδι ξεκίνησε. Τα σκουπόξυλα υψώθηκαν στον αέρα και οι φιγούρες έγιναν θολές. Οι θεατές ξεχώριζαν τους παίχτες της ομάδας τους μόνο από την μπλε ή την κόκκινη ενδυμασία.
Ο Τζέιμς Πότερ ξεκίνησε μετά από 5 λεπτά παιχνιδιού αιφνιδιαστικές τεχνικές. Όλοι λέγανε πως κληρονόμησε το ταλέντο του από τη μητέρα του, τη Τζίνι Πότερ, που παλιά ήταν αστέρι στο χώρο του Κουίντιτς. Έτσι, έβαλε τους 10 πρώτους πόντους υπερ του Γκρίφιντορ. Περνώντας στην αντεπίθεση η καλύτερη κυνηγός του Ράβενκλοου, η Άντζελα, σκόραρε δύο συνεχόμενες φορές.
Το παιχνίδι συνεχίστηκε έντονα. Ο Λούκας φαινόταν αγχωμένος καθώς είχε αντίπαλό του τον Άλμπους Πότερ, ο οποίος δεν είχε χάσει ποτέ του σε αγώνα και τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ελίσσονταν με το σκουπόξυλό του, την Αστραπή 4 ανάμεσα στους υπόλοιπους παίχτες πανεύκολα, κυνηγώντας τη χρυσή. Η Άντζελα προσπαθούσε να μαρκάρει τον Τζέιμς Πότερ και οι άλλοι δύο κυνηγοί, ο Κένεθ και ο Στιούαρτ προσπαθούσαν να τη βοηθήσουν και σκόραραν και εκείνοι αρκετές φορές. Οι χτυπητές και των δύο ομάδων ήταν εκπληκτικοί, στέλνοντας τις μαύρες πάντα στα σωστά σημεία, την κατάλληλη στιγμή. Ο Στέφαν έκανε κάποιες φοβερές αποκρούσεις, αλλά και πάλι η ομάδα του Γκρίφιντορ είχε σκοράρει. Όπως και η ομάδα του Ράβενκλοου. Η κάθε ομάδα είχε βάλει 23 γκολ, που σήμαινε πως τα σκορ ήταν 230-230.
Το παιχνίδι είχε σοβαρέψει, η άμυνα και το μαρκάρισμα είχαν γίνει πολύ αυστηρές και επί ένα δεκάλεπτο κανένας πόντος δεν έμπαινε. Το θέμα φαινόταν πλέον να αφήνεται στα χέρια των ανιχνευτών.
Ο Άλμπους Πότερ και ο Λούκας κυριολεκτικά είχαν μία προσωπική μονομαχία. Ο ένας έκανε μπλόφες στον άλλον και υπήρχαν και στιγμές που συναγωνίζονταν για το ποιος θα πιάσει τη χρυσή…μέχρι που την έχαναν. Ο αγώνας μεταξύ τους ήταν πολύ έντονος.
Ο Άλμπους Πότερ, ξαφνικά, πηγαίνει προς την χρυσή με ταχύτητα φωτός προς τη χρυσή, που φτερουγίζει κάπου ανάμεσα στα στεφάνια του τέρματος του Ράβενκλοου. Ο Λούκας είναι μακριά, αλλά και εκείνος την εντοπίζει και ξεκινά όσο πιο γρήγορα μπορεί, τον αγώνα δρόμου. Ο Άλμπους Πότερ σχεδόν είχε φτάσει τη χρυσή όταν… μια μαύρη μπάλα περνά ξυστά του και χάνει οπτική επαφή για να την αποφύγει.
Ο χτυπητής του Ράβενκλοου, ο Μπέντζαμιν την είχε ρίξει λέγοντας κάτι σε στυλ: «Κανείς δε θα πιάσει τη χρυσή πριν το Λούκας!».
Και έτσι η χρυσή πετάει προς την αντίθετη κατεύθυνση από την οποία έρχεται ο Λούκας και…
«Απίστευτο! Ο Λούκας Μπλάκθορν, στο πιο κρίσιμο σημείο του αγώνα καταφέρνει να πιάσει τη χρυσή! 150 πόντοι για το Ράβενκλοου! 380-230! Εξαίσιος αγώνας, υπέροχοι παίχτες! Ένα θερμό χειροκρότημα για το Ράβενκλοου και το Γκρίφιντορ!»,ξεφώνιζε γεμάτος ενθουσιασμό ο παρουσιαστής από το Χάφλπαφ, που ήταν με το μέρος των Ράβενκλοου.
«Απίστευτο!»,μουρμούριζε αποχαυνωμένη η Λαβέρνα.
Η Σέλεστ και η Ερέβια είχαν σηκωθεί και χοροπηδούσαν αγκαλιασμένες φωνάζοντας «Ράβενκλοου!», οι αδερφοί Σκαμάντερ είχαν ξεδιπλώσει μπρουτζοκύανες σημαίες και τις ανέμιζαν και όλοι η ομάδα ατόμων που υποστήριζε το Ράβενκλοου ξεφώνιζε. Η Λαβέρνα ενώθηκε με το πλήθος αφού ξεπέρασε το αρχικό σοκ. Η ομάδα Κουίντιτς του Ράβενκλοου είχε γίνει μία αγκαλιά πάνω στα σκουπόξυλα και όλο το κλίμα ήταν πολύ χαρούμενο.