Hunger Games

Deep in the meadow, hidden far away
A cloak of leaves, a moonbeam ray
Forget your woes and let your troubles lay
And when it's morning again, they'll wash away
Here it's safe, here it's warm
Here the daisies guard you from every harm
Here your dreams are sweet and tomorrow brings them true
Here is the place where I love you.

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

hold my hand ?

Σήμερα σκεφτόμουν για κάποιο λόγο πόσους ανθρώπους έχω αφήσει πίσω μου.
Ίσως επειδή είναι νέα χρονιά. Ίσως επειδή κοντεύω τα είκοσι δύο. Ίσως επειδή ακόμη λυπάμαι.

Σκεφτόμουν τι είπαμε με τον κάθε ένα την τελευταία φορά.


«Νομίζω πως οι δρόμοι μας πρέπει να χωρίσουν»

«Έχεις αλλάξει πολύ και δεν ταιριάζουμε»

«Περάσαμε ωραία, μην κλαις που φεύγω»

«Πρέπει να σε αφήσω»

«Θα είμαι καλύτερα μακριά σου»



Δεν ξέρω αν πονάει η απώλειά τους από τη ζωή μου, ή αυτά που μου είπαν.

Ξέρω όμως σίγουρα κάτι.


Έχω βαρεθεί πλέον να κυνηγάω τους ανθρώπους. Έχω βαρεθεί να βλέπω κόσμο να φεύγει γιατί προτιμάει άλλους.




Θέλω μία μέρα κάποιος να πιάσει το χέρι μου και να μου πει «σε χρειάζομαι», «μείνε μαζί μου».


Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

Why do we fall?

Γιατί πέφτουμε;

Είναι σχετικά εύκολο να απαντηθεί η ερώτηση αυτή.  Μπορεί να μας ρίξει ο φόβος, ή την επιτυχία, ή μπορεί να μας ρίξουν άλλοι άνθρωποι. Ή μερικές φορές, είμαστε τόσο σπασμένοι, που μπορεί να ρίξουμε εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας.


Μπορεί να μας ρίξει ο φόβος επειδή πάντα θα είναι εκεί για να μας πει: σταμάτα, δε μπορείς να το κάνεις, είναι ακατόρθωτο. Και αρχίζεις να βρίσκεις δικαιολογίες. Δικαιολογίες για να σηκωθείς πάνω, στα δύο σου πόδια και να κάνεις αυτό που πρέπει να κάνεις.


Μπορεί να μας ρίξει η επιτυχία. Μερικές φορές φτάνουμε κάποια από αυτά που θέλαμε να φτάσουμε και τυφλωνόμαστε από τα καλά και τα κακά πράγματα που οι άνθρωποι μας λένε. Και χάνουμε τη μάχη, γιατί γινόμαστε νάρκισσοι. Σκέφτόμαστε: έκανα ό,τι μπορούσα, οπότε μπορώ να κάνω τα πάντα. Και τότε, εμφανίζεται κάποιος που φαίνεται να είναι πιο ενθουσιώδης και αποφασιστικός και επιτυχημένος, και πέφτουμε γιατί απογοητευόμαστε.


Μπορούν να μας ρίξουν άλλοι άνθρωποι. Τις περισσότερες φορές θα είναι απλά μνησίκακοι άνθρωποι, που θα μας λένε ότι δεν μπορούμε να το κάνουμε επειδή δεν το έκαναν εκείνοι. Ή επειδή δεν πιστεύουν στις ικανότητές μας. Θα κάνουν τα πάντα για να μας κρατήσουν κάτω, ώστε να μην βγούμε ποτέ στην κορυφή, σε ελπίδα ίσως ότι έτσι αυτοί θα πάρουν περισσότερη προσοχή.


Μπορεί όμως να μας ρίξει και ο ίδιος μας ο εαυτός. Εδώ πιστεύω πως ταιριάζει το ρητό που λέει πως:
«Ο μεγαλύτερος φόβος μας, δεν είναι πως δεν είμαστε αρκετοί. Ο μεγαλύτερος φόβος μας είναι πως είμαστε δυνατοί πέρα από κάθε φαντασία. Ρωτάμε τους εαυτούς μας ‘‘Ποιος είμαι εγώ για να είμαι έξυπνος, όμορφος, ταλαντούχος,  υπέροχος;’’ Αλήθεια, ποιος είσαι για να μην είσαι όλα αυτά;»
Ο μεγαλύτερος εχθρός μας, είναι ο εαυτός μας, και αυτός είναι που μας ρίχνει πιο πολύ από όλους.


Είναι φυσιολογικό που πέφτουμε, είναι ανθρώπινο. Ωστόσο, είναι μαγικό και θαυμάσιο το πώς βρίσκουμε τη δύναμη να σηκωνόμαστε πάντα.  



Κλείνοντας, θα κάνω quote τον αγαπημένο μου Neil Gaiman: 

“And sometimes, when you fall, you fly.”

It's a test we all have to take 
You have to fall before you can learn how to fly 

Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

watch it disappear

Σου λέω σε αγαπάω και δε λες τίποτα.
Δεν πειράζει.
 Οι σχέσεις, ακόμη και οι φιλικές, σα και αυτή που έχουμε – ή μήπως να πω, είχαμε; – είναι γεμάτες τέτοια γεγονότα. Πάντα κάποιος νιώθει λίγο παραπάνω από τον άλλο, το πιστεύω ακράδαντα αυτό.

Έλα όμως που αυτό το σε αγαπάω, σε έδιωξε.
Και τι ήταν εν τέλει; Μια απλή παραδοχή των συναισθημάτων μου προς το πρόσωπό σου. Είσαι φίλος μου και σε αγαπάω, γιατί σε νιώθω κοντά μου. Παρότι είχα  χτίσει τοίχους γύρω από εμένα, εσένα σε είχα κρατήσει.

Αλλά εσένα μάλλον δε σου άρεσε όλο αυτό. Δε μου ξαναμίλησες. Μιλήσαμε τις προάλλες. Είχαμε να μιλήσουμε 2 μήνες και αν δε σου έστελνα εγώ, ούτε που θα νοιαζόσουν να στείλεις. Έθιξα το θέμα. Το ότι πάντα εγώ σου μιλάω πρώτη. Και είπα πως κάτι μάλλον σημαίνει αυτό. Και είπες ναι.

Έχω βαρεθεί
να βλέπω
ανθρώπους που αγαπάω
να φεύγουν μακριά μου.
                                               

Νιώθω μερικές φορές σαν οι σχέσεις μου με τους ανθρώπους να ναι απλή άμμος. Προσπαθώ να την κρατήσω στα χέρια μου, μα είναι λεπτή και κόκκοι, άπειροι, χιλιάδες μικροί κόκκοι πέφτουν και χάνονται.

Μέχρι που τα χέρια μου θα μείνουν άδεια.



Δε θέλω να μείνουν άδεια. Φοβάμαι. 

Ίσως και να 'χω βαρεθεί λιγουλάκι. 
Όλο βλέπω πλάτες γυρισμένες. Όλο δε μπορώ να αποφύγω να χάνω κόσμο από τη ζωή μου. 
Τι στο διάολο πάει τόσο λάθος με εμένα;
Προσπαθώ εδώ και αρκετά χρόνια να απαντήσω αυτή την ερώτηση μα δεν.....


Αλλά δε θέλω
να χάσω
όλη την άμμο
από τα χέρια μου.


Φοβάμαι.





Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

Lei era ambra

Ο γέρος καθόταν τυλιγμένος στα ζεστά του ρούχα, με το πινέλο στο χέρι του και ζωγράφιζε. Σταμάτησε λίγο να ξεκουράσει το χέρι του και χάζεψε το φθινοπωρινό τοπίο. Το μάτι του τράβηξαν τα έντονα χρώματα των φύλλων από τα δέντρα. Κόκκινα, πορτοκαλιά, κίτρινα. Και έπειτα, ήταν και εκείνο το κόκκινο, αυτό του κεχριμπαριού. Το χρώμα που του θύμιζε εκείνη.
Τέτοιο χρώμα είχαν τα μαλλιά της. Θυμόταν πώς έπαιζε μαζί τους το ηλιόφως την ημέρα που την γνώρισε, εκείνο το καλοκαίρι, δίπλα στο λιμάνι. Την πλησίασε και γνωρίστηκαν και εκείνο το βράδυ βγήκαν βόλτα. Το κρασί που ήπιαν έκανε τα μάτια της να λάμψουν. Τον φίλησε.
Μπορεί να ήταν περίεργο μα εκείνο φιλί έκανε τον κόσμο του να ταραχτεί. Κάποιους μήνες αργότερα, της ζήτησε να μείνουν μαζί. Και έμειναν.
Ο δρόμος συνεχώς τους έβγαζε σε μέρη διαφορετικά, μέρη που δεν είχε ξαναδεί. Ή ίσως να τα είχε ξαναδεί. Μα μαζί της είχαν άλλη όψη. Ίσως επειδή, χωρίς να καταλάβει πώς, την είχε αγαπήσει.
Η συμβίωσή του μαζί της του είχε καλυτερέψει τη ζωή. Μαζί με εκείνη και το άλλο μεγάλο του έρωτα, τη ζωγραφική, ένιωθε πλήρης. Η τέχνη του και εκείνη είχαν γίνει ένα πλέον. Η ηδονή που ένιωθε όταν ήταν ανάμεσα στις μπογιές και τα πινέλα του ήταν όμοια με εκείνη που ένιωθε όταν την κρατούσε στα χέρια του.

Όταν, κάποια χρόνια αργότερα, πηγαίνανε ταξίδι, την έχασε. Το τροχαίο ήταν πολύ σοβαρό. Εκείνη χάθηκε, αυτός έμεινε ανάπηρος από το δεξί του πόδι και οι επιβάτες του άλλου αυτοκινήτου είχαν τραυματιστεί επίσης σοβαρά.
Είχε φύγει από κοντά του, όσο και αν ήθελε να την κρατήσει. Την έβλεπε παντού γύρω του. Στη κουζίνα, να μαγειρεύει σιγοτραγουδώντας έναν εύθυμο σκοπό. Στο διάδρομο, να ψάχνει την κατάλληλη θέση για τους πίνακές του. Την μύριζε στα σεντόνια του κρεβατιού. Μα όσο έντονη και αν ήταν η παρουσία της, δεν ήταν εκεί.
Προσπαθούσε να μείνει δυνατός. Για εκείνη. Συνέχισε να πουλάει τους πίνακές του, μα δεν ήταν το ίδιο πια το να ζωγραφίζει. Τα βράδια, όταν δεν κοιμόταν, ζωγράφιζε εκείνη, ανάμεσα σε τόνους κόκκινους και πορτοκαλί, σε τόνους σα και αυτούς του κεχριμπαριού.
Ο γερός δεν θυμόταν καν πώς είχε καταφέρει να περάσει όλα αυτά τα χρόνια μακριά της. Αναστέναξε. Ακόμη του έλειπε. Πήρε πάλι στα χέρια του το πινέλο και καταπιάστηκε με τον πίνακά του. Συνέχιζε να προσθέτει πινελιές, δημιουργώντας έτσι ένα τοπίο παρεμφερές με εκείνο που ήταν γύρω του, μα όχι ακριβώς ίδιο. Ζωγράφιζε ένα μέρος που είχε επισκεφθεί μαζί της, πολλά χρόνια πριν, σε ένα τους ταξίδι.
Έξαφνα, την είδε εκεί. Εκεί, ανάμεσα στα δέντρα. Ήταν εκείνη. Σηκώθηκε αλαφιασμένος. Μπορούσε να σταθεί μόνος του, δεν τον πονούσε πια το κατεστραμμένο του πόδι. Προχώρησε με σίγουρα βήματα, άπλωσε τα χέρια του και βρέθηκε μέσα στον πίνακα.
Τα κίτρινα και τα πορτοκαλιά φύλλα έπεφταν νωχελικά από τα δέντρα. Το ποτάμι κυλούσε ήρεμα. Είχε ένα δροσιστικό αεράκι. Και υπήρχε εκείνη. Ήταν εκεί, κάτω από τα δέντρα. Ήταν τα καφετιά μάτια που είχε ερωτευτεί και τα μαλλιά στην απόχρωση του κόκκινου του κεχριμπαριού που ποθούσε να αγγίζει. Έτρεξε προς το μέρος της, με δάκρυα να κυλάν από τα μάτια του. Την αγκάλιασε σφιχτά. Εκείνη, τύλιξε ανάλαφρα τα χέρια της γύρω από το λαιμό του και ακούμπησε το κεφάλι της στο στέρνο του, λέγοντας:

«Χαίρομαι που σε βλέπω ξανά.»

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

L'homme des nombres

Άνοιξε το βιβλίο και άρχισε να διαβάζει από μέσα του:
‘‘Ο Βασιλιάς της Χώρας των Σκιών ήταν βρικόλακας. Η Μεγαλειότητά του ήταν αρχαία. είχε πεθάνει πάνω από χίλια χρόνια πριν. Και έμοιαζε ακόμα με τριάντα χρονών, με τα γαλάζια μάτια του να λάμπουν σαν της γάτας και τα εβένινα μαλλιά του μέχρι τους ώμους μαζεμένα σε χαμηλό κότσο. Στο διπλανό θρόνο κάθονταν η Βασίλισσά του. Ήταν και εκείνη νεκρή εδώ και χίλια χρόνια. Έμοιαζε όμως σα νεαρή είκοσι πέντε ετών, με τα ολόισια ξανθά, σχεδόν άσπρα μαλλιά της να πέφτουν σαν καταρράχτης μέχρι τη μέση της και τα γκριζωπά της μάτια να λάμπουν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι της Αίθουσας των Θρόνων. Ήταν πραγματικά εξωτική η ομορφιά της.
Μπροστά τους ήταν ο βασιλιάς των Ανθρώπων της χώρας δίπλα από τη Χώρα των Σκιών. Το αίμα του κινούνταν έντονα στις φλέβες του λόγω του άγχους του και έδινε χρώμα στα μάγουλά του. Ίσως να θεωρούνταν γοητευτικός, με τα καστανά μαλλιά του και τα πράσινα μάτια του. Η γυναίκα του βασιλιά των Ανθρώπων ήταν μία από τις πιο δυνατές Φωτεινές Μάγισσες που υπήρξαν ποτέ από την Αρχή του Χρόνου. Εκείνη ήταν ψύχραιμη, το ανέκφραστο και όμορφο πρόσωπό της πλαισιώνονταν από μαύρες μπούκλες, τα μελένια μάτια της κοίταγαν επίμονα τη Μεγαλειότητά του.
Η Βασίλισσα έδωσε διαταγή να ανάψουν οι πυρσοί στο μήκος της Αίθουσας των Θρόνων. Ο χώρος φωτίστηκε.
«Να φανταστώ πώς ήρθατε για τη συνθήκη;»,ρώτησε η Βασίλισσα αγέρωχα.
«Ναι, Μεγαλειοτάτη.»,απάντησε ο βασιλιάς των Ανθρώπων. «Όπως ξέρετε η συνθήκη είχε υπογραφεί με τις Αυτού Μεγαλειότητές σας από τον πατέρα μου και ακόμα πιο πριν, το δικό του πατέρα και παππού μου. Η χώρα μου απειλείται από ορδές βαρβάρων και η βοήθειά σας θα ήταν ανεκτίμητη.».
«Ξέρετε πως Εμείς πάντα τηρούμε συνθήκες και υποχρεώσεις. Τα στρατεύματά μας θα είναι έτοιμα σε δύο μέρες.»,αποκρίθηκε η Βασίλισσα βαριεστημένα.
«Θα λάβουμε και Εμεί οι ίδιοι μέρος στη μάχη, όπως έχει συμφωνηθεί.»,συμπλήρωσε ο Βασιλιάς.
«Πολύ καλά λοιπόν. Ευχαριστούμε για την ακρόαση. Αντίο σας. Θα τα πούμε στο πεδίο της μάχης. Χαιρόμαστε που σας έχουμε συμμάχους.»,απάντησε ο βασιλιάς των Ανθρώπων και αφού χαμογέλασε ευγενικά στις Μεγαλειότητες, πήρε από το χέρι τη συμβία του και έφυγαν.
Ο Βασιλιάς παραξενεύτηκε. Εκείνος είχε ‘παντρευτεί’ τη Βασίλισσα λόγω υποχρέωσης. οι πιο αρχαίοι βρικόλακες πάντα δεσμεύονταν ώστε να βασιλεύουν στη Χώρα των Σκιών, στη χώρα όπου κατοικούσαν τα φαντάσματα, τα ξωτικά, οι λυκάνθρωποι, οι νεράιδες και όλα τα λοιπά μυθικά πλάσματα. Όμως δεν την αγαπούσε. Δε μπορούσε να αγαπήσει. Η καρδιά του είχε πάψει να αισθάνεται. Και απλά η ζωή του πλέον ήταν μία ατέρμονη νύχτα. […]
Η μάχη είχε τελειώσει. Οι εχθροί είχαν μαζέψει τους νεκρούς και είχαν οπισθοχωρήσει. Ο βασιλιάς των Ανθρώπων αν και κουρασμένος φαινόταν ευτυχισμένος. Γελούσε και συνεχώς αγκάλιαζε και φιλούσε τη γυναίκα του, σα να μη χόρταινε την παρουσία της. Ο Βασιλιάς μπορούσε πλέον να καταλάβει αυτόν τον Θνητό. Είχε καρδιά που χτυπούσε, αλλά η ψυχή του ήταν εκείνη που δημιουργούσε εκείνα τα συναισθήματα στοργής για τη γυναίκα του. Όμως ο Βασιλιάς ήξερε πως δεν είχε την πολυτέλεια σε κανένα από τα δύο. Η ψυχή του είχε εξαφανιστεί, χρόνια πριν. Η καρδιά του είχε πάψει να χτυπά. Ήταν ένα τίποτα.
Κοίταξε τη Βασίλισσά του. Αδιαμφισβήτητα ήταν πανέμορφη, κάτω από το φως του φεγγαριού που την έλουζε. Την έκανε να μοιάζει με νεράιδα, τόσο ντελικάτη ήταν.  Αναρωτήθηκε για ποιο λόγο τα σκέφτονταν αυτά όμως. Ποτέ δεν τον είχε συγκινήσει ιδιαίτερα η ομορφιά της Βασίλισσάς του. Ήταν βρικόλακας, προφανέστατα ήταν πανέμορφη. Η αλήθεια είναι όμως πως είχε συλλάβει αρκετές φορές τον εαυτό του να παρατηρεί τις λεπτές γωνίες του προσώπου της, τα μεγάλα της μάτια, τα σχεδόν ολόλευκα μαλλιά της, όλο της το παράστημα.  Ήταν όντως πανέμορφη.
Και είχε παρατηρήσει πως είχε αρχίσει να βρίσκει αρκετά ενδιαφέρων το χαρακτήρα της και συμπαθητική την προσωπικότητά της. Αν και συχνά ειρωνική και σοβαρά, έκανε πολλές φορές αστεία με τη γυναίκα του βασιλιά των Ανθρώπων και το γέλιο της ήταν υπέροχο. Της άρεσε να περπατάει στο δάσος και να παίζει φλάουτο. Ήταν η σύζυγός του εδώ και πεντακόσια χρόνια και ποτέ του δεν είχε προσέξει όλα αυτά. Δεν είχε ενδιαφερθεί.
Πλησίασε τη Βασίλισσά του. Εκείνη τον κοίταξε ανέκφραστα.
«Νομίζω… νομίζω πως αρχίζω να νιώθω πράγματα. Για εσένα.»,της είπε τελικά μετά από μερικά λεπτά δισταγμού και αμηχανίας.
Αν η καρδιά του χτυπούσε ίσως είχε κοκκινίσει. Παρότι όμως πλέον δε ζούσε, ένιωθε μέσα του πράγματα-συναισθήματα-για τη Βασίλισσά του. Όλος αυτός ο καιρός με τους Θνητούς είχε ξυπνήσει μέσα του τα αισθήματα που είχαν ναρκωθεί για μία χιλιετία.
Η Βασίλισσα σήκωσε έκπληκτη τα φρύδια της. «Εγώ… είναι παράξενο. Και εγώ εδώ και κάποιο καιρό νιώθω το ίδιο. Παρότι δε χτυπάνε οι καρδιές μας»,είπε βάζοντας το χέρι στην νεκρή καρδιά του. «νομίζω μπορούμε να νιώσουμε.».
Έβαλε το χέρι του πάνω στο δικό της και χαμογέλασε για πρώτη φορά εδώ και πολλούς αιώνες. «Νομίζω έχεις δίκιο. Ελπίζω να μη χάσαμε πολύ καιρό.».
Χαμογέλασε και εκείνη. «Δεν το νομίζω.».
Την αγκάλιασε.’’
Άφησε το βιβλίο και σηκώθηκε από την καρέκλα του. Συνήθως δεν αγόραζε τέτοια βιβλία, μυθιστορήματα φαντασίας, του άρεσαν περισσότερο τα ψυχολογικά βιβλία. Του άρεσε να διαβάζει για την ψυχοσύνθεση των ανθρώπων. Πίστευε ότι έτσι τους καταλάβαινε σε βάθος. Όμως ήξερε πως οι άνθρωποι δεν ήταν σαν τους αριθμούς που τόσο αγαπούσε.
Οι αριθμοί είναι εύκολοι. Πάντα ένα και ένα κάνει δύο, δύο και δύο τέσσερα και ούτω κάθε εξής. Δεν υπάρχει κάτι που να αλλάζει, όλα παραμένουν τα ίδια, παρά τις αλλαγές που συμβαίνουν ανά τα χρόνια. Οι αριθμοί δε σε προδίδουν ποτέ, σκέφτηκε. Πάντα είναι εκεί και πάντα ίδιοι. Ποτέ δεν αλλάζουν, ποτέ δε λένε ψέματα, ποτέ δε σε πληγώνουν. Δεν είναι άνθρωποι.
Γιατί για αυτό ο ίδιος παρέμενε κλεισμένος στο μισοσκότεινο δωμάτιό του, με  τα βιβλία του και τα μαθηματικά του. Παλιά βέβαια δεν ήταν έτσι. Παλιά ήξερε να γελάει, παλιά μπορούσε να πάρει τηλέφωνο κάποιον και να του πει να βγούνε. Ενώ τώρα…κατέληξε να είναι ένας εκνευριστικός και απόμερος φοιτητής Μαθηματικών. Ένα τίποτα, ουσιαστικά;
Όμως δεν έφταιγε (μόνο) εκείνος. Τον είχαν πληγώσει. Εκείνοι και εκείνη. Εκείνοι που ήταν φίλοι του, από το Γυμνάσιο ακόμα, μόλις πήγαν φοιτητές τον παράτησαν και δεν του ξαναμίλησαν, χωρίς κάποιο προφανή λόγο. Ενώ εκείνη, που την αγαπούσε πάρα πολύ, τον είχε χωρίσει. Έτσι απλά. Και του ήρθαν όλα μαζί. Ένιωθε πως έχασε τα πάντα. Ένιωθε την καρδιά του να σπάει, όπως ένα ξύλινο καράβι που τσακίζεται πάνω σε ένα κοφτερό προεξέχοντα βράχο. Αφού είχε χάσει τα πάντα από ανθρώπους που τον στήριζαν δεν έβλεπε πια το λόγο να συνεχίσει τις ανθρώπινες σχέσεις. Ποιο θα ήταν το νόημα; Ποιο το αποτέλεσμα; Πάλι δε θα πληγωνόταν, εν τέλει, αργά ή γρήγορα; Δεν το καταλάβαινε… Ποιος ήταν ο λόγος να έχεις μια καρδιά, να έχεις συναισθήματα, αν ήταν να καταρρέουν σαν τραπουλόχαρτα στο τέλος;
Κανένας δεν τον είχε προειδοποιήσει για αυτή την κατάληξη των ανθρώπινων σχέσεων. Και αφού είχε μείνει παντελώς μόνος, κλείστηκε μέσα σε ένα προστατευτικό καβούκι. Η ζωή του ήταν τώρα πια, τον τελευταίο χρόνο, η σχολή του, το διάβασμα για αυτή, η λογοτεχνία, τα βιβλία ψυχολογίας και τα μαθηματικά. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό του πως θα ξανάβγαινε στον κόσμο. Αυτό όμως αφού πρώτα είχε κατανοήσει πλήρως την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση ώστε να είναι σε θέση να αποτρέψει μία μελλοντική κατάσταση που θα τον πλήγωνε ξανά.
Όμως όσο περισσότερο διάβαζε τόσο περισσότερο δεν καταλάβαινε τι ήταν πλέον αυτό που έψαχνε να βρει. Και αυτό τελικά που τον είχε παρακινήσει σε όλες αυτές τις σκέψεις εκείνο το βροχερό απόγευμα ήταν τι; Ένα απλό μυθιστόρημα φαντασίας.
Δεν ήταν ωστόσο ο Βασιλιάς σαν εκείνον; Εν μέρει; Ο Βασιλιάς δεν είχε πληγωθεί. Ωστόσο είχε πάψει να νιώθει, αφού δεν έβρισκε το λόγο να νιώσει κάτι. Η επαφή του όμως με τους ανθρώπους και την ανθρώπινη θνητή φύση τους τον έκανε να αρχίσει να εξανθρωπίζεται. Δεν είχε πάψει στην πραγματικότητα ποτέ του να νιώθει. Απλά τα συναισθήματα, λόγω αχρηστίας, είχαν σιγάσει και στη θέση τους υπήρχε ένα κενό, ένα τίποτε. Ίσως ο ίδιος ο Βασιλιάς να ήταν ένα τίποτε. Και πώς άραγε να είναι κάτι, αφού δε νιώθει; Όμως, ο βασιλιάς των Θνητών τον είχε ωθήσει να δει πέρα από το όμορφο αθάνατο πρόσωπο της Βασίλισσας. Ο Βασιλιάς βρικόλακας είχε αρχίσει να εκτιμά τις λεπτές πτυχές του χαρακτήρας της, τη ντελικάτη φυσιογνωμία της, να την εκτιμά και να τη σέβεται. Άρχισε να νιώθει, άρχισε να ερωτεύεται. Και έγινε λοιπόν κάτι, έπαψε η ζωή του να είναι βαρετή αφού μπορούσε πια να νιώσει και όχι μόνο αυτό. Μπορούσε επίσης να μοιραστεί αυτό το συναίσθημα με κάποιον άλλον, κάποιον που αγαπούσε.
Ίσως αυτό να ήταν το νόημα εν τέλει. Άφησε έναν αναστεναγμό αγανάκτησης. Το κεφάλι του κόντευε να σπάσει από όλες αυτές τις τόσο συναισθηματικά φορτισμένες σκέψεις. Ήθελε καθαρό αέρα. Έβαλε το μπουφάν του, πήρε κλειδιά και κινητό και βγήκε έξω.
Ήταν στο κέντρο της πόλης. Πού πήγαινε; Δεν ήξερε. Απλά περπάταγε και προσπαθούσε να καθαρίσει το μυαλό του. Ήθελε να σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει. Και καθώς σκεφτόταν το πρώτο πράγμα που το ήρθε στο μυαλό ήταν εκείνη η συμφοιτήτριά του που είχε γνωρίσει στο αμφιθέατρο κάποτε, πριν μήνες. Αυτή με τα καστανά μαλλιά και τα μελένια μάτια. Τολμούσε να πει πως είχε βρει την προσωπικότητά της αρκετά γοητευτική, αν και δεν είχε κάνει τον κόπο να τη γνωρίσει, φοβόταν ακόμη τότε μία πιθανή ατυχή γνωριμία που θα κατέληγε πάλι στο να τον πληγώσει.
Χωρίς καν να ξέρει γιατί σκέφτηκε αυτή την κοπέλα, έβγαλε το κινητό του και πληκτρολόγησε ένα μήνυμα στα γρήγορα, ρωτώντας την αν θα ήθελε να πάνε για καφέ. Προτού συνειδητοποιήσει τι έκανε, πάτησε ‘Αποστολή’.
Πώς μπορούσε εκείνος, που τόσο φοβόταν τις δεσμεύσεις και τις ανθρώπινες σχέσεις να συμπεριφέρεται τόσο… απερίσκεπτα; Ήταν όντως απερίσκεπτη η πράξη του; Τύψεις άρχισαν να περικυκλώνουν απειλητικά το μυαλό του. Μήπως δεν έπρεπε να στείλει αυτό το μήνυμα; Μήπως ήταν, εν τέλει, πολύ για εκείνον να θέλει οποιαδήποτε είδους σχέση με οποιοδήποτε άτομο; Μήπως ήταν πλέον αδύνατο να συναναστραφεί έστω και με συνομηλίκους του;
Όχι, ένιωσε μία φωνή να μιλάει στο κεφάλι του. Ήταν άγνωστη αλλά και συνάμα οικεία. Όλοι έχουν το δικαίωμα να κάνουν φίλους, να γελάσουν, να αγαπήσουν. Και επειδή πληγώθηκες και επειδή σε έσπασαν; Οι άνθρωποι είναι σημαντικοί. Γεννιόμαστε μόνοι, πεθαίνουμε μόνοι, αλλά τους έχουμε αδήριτη ανάγκη κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Είναι απαραίτητοι. Πληγώθηκες και ίσως ξαναπληγωθείς. Με το να μένεις όμως μόνος χάνεις την ευκαιρία να γνωρίσεις πολύ ενδιαφέροντες ανθρώπους και δεν τους δίνεις τη δυνατότητα να σε γνωρίσουν και εκείνοι. Ακολούθησε το παράδειγμα του Βασιλιά βρικόλακα. Προσπάθησε να κάνεις την καρδιά σου να νιώσει και άρπαξε μερικές ευκαιρίες, όσες σου δίνονται και προσπάθησε να ξεπεράσεις τα εμπόδια που σε τραυματίζουν και σε κάνουν να πέφτεις. Αλλιώς είναι η καρδιά σου που θα γίνει ξηρή και εύθραυστη και δε θα είναι ικανή για τίποτα παρά μόνο για να χτυπά.
Είχε μόλις λάβει ένα μήνυμα στο κινητό του. Η κοπέλα είχε δεχτεί και του έλεγε να πάει σε ένα τέταρτο σε μία καφετέρια εκεί κοντά. Δίστασε. Συνοφρυώθηκε. Και μετά έκανε αυτό που του είχε πει η φωνή, αυτό που θα έκανε ο Βασιλιάς βρικόλακας. Άδραξε την ευκαιρία και πήγε στην καφετέρια.
Η κοπέλα χαμογέλασε όταν τον είδε. Παρήγγειλαν καφέ και έπαιξαν τάβλι. Μίλησαν για τη σχολή, μίλησαν για τα μαθήματα, για τις ταινίες, για τα βιβλία, για τα σχολικά τους χρόνια. Είχε δίκιο. Ήταν όντως γοητευτική ως χαρακτήρας, πολύ ενδιαφέρουσα. Είχε καιρό να μιλήσει τόσο πολύ με κάποιον. Ένιωθε τόσο όμορφα, τόσο πλήρης. Πώς μπορούσε τόσο καιρό να μένει μόνος; Δεν τον είχε ενοχλήσει; Ένιωθε άβολα όταν σκεφτόταν πως ίσως να έπρεπε να κλειστεί στο καβούκι του, να μείνει ξανά μόνος. Όχι. Δε θα το έκανε. Όχι πια. Δεν έπρεπε να φοβάται.
Συνέχισαν να μιλάνε και η κοπέλα γέλασε σε ένα αστείο του. Ήταν τόσο όμορφο το γέλιο της. Και ένιωθε καλά που την είχε κάνει να γελάσει. Ένιωθε χαρά, μετά από πάρα πολύ καιρό. Άφησε το συναίσθημα αυτό να τον πλημμυρίσει και χαμογέλασε.

Όταν βγήκαν από την καφετέρια και άρχισαν να περπατούν προς το σπίτι της, της έπιασε δειλά και διστακτικά, σαν ένα μικρό ντροπαλό παιδί, το χέρι.  Εκείνη του έσφιξε το χέρι και χαμογέλασε ευδιάθετα. Χαμογέλασε και εκείνος για δεύτερη φορά εκείνη τη μέρα. Η κοπέλα, με τη σκιά του χαμόγελού της ακόμη πάνω στα χείλη της, τεντώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τον φίλησε στο μάγουλο. Εκείνος κοκκίνισε. Οι αριθμοί και τα βιβλία του θα ήταν μοναχικά για αρκετό καιρό από ‘δω και πέρα.


Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2014

“And now we welcome the new year, full of things that have never been”

“And now we welcome the new year, full of things that have never been”
-Rainer Maria Rilke





Η κουρτίνα πέφτει, τα φώτα σβήνουν και σιγά-σιγά το έργο ονόματι «2014» φτάνει στο πέρας του.



Θεωρώ απίθανο πόσο πολύ μπορεί να αλλάξει ένας άνθρωπος μέσα σε ένα μόλις ημερολογιακό χρόνο.

Κοιτάζω πίσω τι έκαναν αυτές οι 365 μέρες για εμένα. Δεν ήταν όμορφος χρόνος. Πολύς πόνος και πολύ κλάμα και πολλές απώλειες από πολλές μεριές. Νόμιζα πως κάτι πάει λάθος μαζί μου και σκεφτόμουν να τα παρατήσω. Μα δεν το έκανα.

Προσπάθησα να αντιμετωπίσω την κάθε αντιξοότητα. Δεν ξέρω αν νίκησα ή αν έχασα τη μάχη, ξέρω όμως πως προσπάθησα. Πως έμαθα. Πως μεγάλωσα.

Σκέφτομαι πως ήμουν ένα χρόνο πριν, ακριβώς την ίδια ημέρα. Μεγάλωσα και έμαθα πράγματα, και είμαι αλλά δεν είμαι πια η ίδια.


Αυτή η μέρα είναι για να αναλογιστούμε τις πράξεις μας, τα λόγια μας, τις στιγμές, τις εμπειρίες, τις ευκαιρίες. Αυτά που πέρασαν, και ξεχάστηκαν με τον καιρό. Δώστε λίγο χρόνο στον εαυτό σας να επαναλάβει τις στιγμές που ζήσατε αυτή τη χρονιά. Θα δείτε πως τίποτα δεν θα ξαναγίνει όπως έγινε, και τίποτα από αυτά που γίνανε δε σας είχε ήδη συμβεί.
Ίσως όλα αυτά να έχουν ξεχαστεί από τους άλλους, μα εσείς να τα θυμάστε. Μη ξεχάσετε τίποτε. Να αρχίσετε τη νέα χρονιά με ό,τι φέρατε μαζί σας από την προηγούμενη.

Οι αναμνήσεις είναι το πάτημα για να ξεκινήσετε κάτι νέο.



Καλή χρονιά, με υγεία, ευτυχία, και 2015 νέες αναμνήσεις και εμπειρίες!



Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

don't remind me

I continued to shrug it off
Act like I 
didn’t care
But I did
And I do
And it hurts when you constantly remind me
Of all the things I’m lacking
Of being 
alone
And
lonely
I didn’t choose this for myself you know
I don’t show it
Because it hurts
That I’m not 
wanted
needed
craved
adored
cherished
I don’t feel safe
In my skin
I’m lost
I have been lost
For so long,
I don’t know 
What I’m trying to 
Get back too.
Please stop, don’t remind me.


Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Tears we've cried are flood


Καλησπέρα.

Γιατί μερικοί άνθρωποι βλέπουν πάντα όμορφους ουρανούς και υπέροχα λουλούδια και καταπληκτικούς ανθρώπους, ενώ άλλοι κάνουν προσπάθεια για να βρουν κάτι ή κάποιον που να τους αρέσει;                                                                               Leo F. Buscaglia

Εγώ μάλλον είμαι στους δεύτερους.  Μάλλον το φοβάμαι. Αυτό. Τα πάντα. Την κάθε δέσμευση. Στερώ από τον εαυτό μου πράγματα. Γιατί απλά φοβάμαι να τα νιώσω. Αλλά αυτό τι με κάνει; Ένα τίποτα σαν αυτά που κατηγορούσα τόσο καιρό.

Σκέφτομαι πως ίσως να αποφεύγω καταστάσεις. Ίσως όντως να αποφεύγω να δημιουργώ αναμνήσεις. Γιατί; Ίσως φοβάμαι. Βασικά, μάλλον έχω βαρεθεί να πονάω. Είναι τραγικό να κάνεις δεσμούς και να πονάς μετά, αφού αυτοί σπάνε. Και για αυτό μάλλον ψάχνω πολύ προτού κάνω κάποιον φίλο ή σπάνια ανοίγομαι. Είμαι ιδιαίτερα κλειστός άνθρωπος. Και για αυτό μάλλον έχω στοιβάξει ό,τι χαρούμενο έχω ζήσει σε ένα παλιό χαρτονένιο κουτί. Προσπαθώ να αναβιώσω αυτές τις στιγμές ευτυχίας βλέποντας τα αντικείμενα που μου είχαν προκαλέσει τις στιγμές αυτές-παλιά εισιτήρια, οτιδήποτε. Πόσο αξιοθρήνητο. Στην πραγματικότητα δεν έχω αναμνήσεις. Δεν έχω τίποτα.

Οι άλλοι κάνουν αναμνήσεις.
Γελάνε.
Δένονται.
Ενώ εγώ;
Εγώ;
Τίποτα.


Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

everyone leaves

Έρχεσαι και με ρωτάς «Γιατί δε μιλάς σε κανέναν; Γιατί τα κρατάς όλα μέσα σου;».
Γιατί δεν είχα ποτέ κανέναν εκεί. «Μια χαρά στα λέω όλα» απαντώ με τη μάσκα χαμόγελου.

Οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν. Οι γύρω μου τουλάχιστον. Πώς είναι να είσαι πάντα μόνος. Να μη σε θέλει κανείς και να μη σου μιλάει κανείς και να σε αγνοούν όλοι.
Προσπάθησα να στο εξηγήσω όμως. Σου μίλησα. Για το τι μου έχει συμβεί. Για πολλά πράγματα.


Και τώρα…. «Ίσως πρέπει να κόψουμε τα πολλά πολλά Μαρία».
Αυτό συμβαίνει.


Για αυτό δε μιλάω. Για αυτό δε λέω ποτέ τι σκέφτομαι
Γιατί αφήνεις ανθρώπους μέσα, τους αφήνεις να σε νιώσουν και να σε μάθουν και μετά ΜΠΟΥΜ.
Πάντα αυτό συμβαίνει. Τους αφήνεις μέσα, φεύγουν και σε σπάνε.
Πάντα θα βρουν κάτι κακό, πάντα θα βρουν κάτι που να τους ενοχλεί και θα σου πουν «αντε και γαμήσου» και θα σου γυρίσουν την πλάτη.
Έχω βαρεθεί να βλέπω πλάτες. Έχω βαρεθεί να κυνηγάω κόσμο.
Θέλω μία φορά κάποιος να φοβάται να χάσει εμένα και να κυνηγάει εμένα και να με θέλει στη ζωή του.
Αλλά δε γίνεται. Ποτέ. Οι άνθρωποι πάντα φεύγουν.



Αλλά δε μπορώ να καταλάβω τι κάνω πάντα τόσο λάθος και όλοι φεύγουν..;

Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Some thoughts

Hellos.

Long time no see right? Κοντεύει χρόνος.
Δε γράφω πια. Ίσως γιατί με πονάει όταν γράφω τις σκέψεις μου και τις βλέπω μετά από βδομάδες ή μήνες ή χρόνια αποτυπωμένες κάπου.
Δε ξέρω τι με έπιασε σήμερα, ωστόσο ήθελα να μοιραστώ 2-3 πράγματα.

Πρώτα ένα quotation. Από ένα βιβλίο που δεν έχω γυρίσει ακόμη τα φύλλα του, μα σκοπεύω να το κάνω σύντομα. Πώς γίνεται μία απλή αράδα λέξεων, από κάτι που δεν έχεις διαβάσει, να είναι τόσο αληθινή; Τόσο κοντά στην πραγματικότητά σου;


“It’s just … everything. There are too many people. And I don’t fit in. I don’t know how to be. Nothing that I’m good at is the sort of thing that matters there. Being smart doesn’t matter—and being good with words. And when those things do matter, it’s only because people want something from me. Not because they want me.”
                                        ― Rainbow Rowell, Fangirl


Και μετά και αυτό το ποίημα που βρήκα τυχαία, που έχει να κάνει με το self harm.


They aren't just scars.

They are the demons I fought at 3 a.m.
They are my insecurities,
My deepest fears,
And my lonely nights.
They are the insults I have received
and the emotions I can't contain.
They are a part of me and are what I have become.


I'm sure I've seen brighter days. Ώρες ώρες νιώθω χαμένη. Νιώθω προβληματισμένη. Δεν ξέρω τι να κάνω και μου φαίνεται πως όλα πάνε στραβά. Προσπαθώ να κρατάω τη μάσκα του χαμόγελου κολλημένη στο πρόσωπό μου μα υπάρχουν φορές που φεύγει και τότε όλα γίνονται χάλια.


Δεν ξέρω καν γιατί τα γράφω αυτά. Θέλω μάλλον να μιλήσω κάπου αλλά οι τοίχοι δεν έχουν αυτιά.

Καλό μήνα.

Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

one step at a time


Και άρχισαν κιόλας οι ανησυχίες για την μετέπειτα εκπαίδευσή μου, λες και δεν είχαμε άλλες έγνοιες.
Πέρασα στη σχολή που ήθελα, από τα πρώτα άτομα και είμαι κάτι παραπάνω από ικανοποιημένη με τον εαυτό μου, είμαι περήφανη. Βγάζω καλούς βαθμούς στη σχολή, με ένα μέσο όρο το 7.5 και όλοι μου οι καθηγητές λένε πως έχω μέλλον και απίστευτα πολλές προοπτικές γιατί είμαι ιδιαίτερη και δυναμική και δημιουργική σε αυτά που κάνω και κοιτάω τα πράγματα σφαιρικά.
Ωστόσο, εγώ αναρωτιέμαι ΤΙ στο καλό θα κάνω στο μέλλον; Κάναμε Πεζό Λόγο και Ποίηση στο προηγούμενο εξάμηνο, από τους τομείς του Αμερικανικού και Αγγλικού πολιτισμού, αντιστοίχως. Τα λάτρεψα, και τα δύο. Κάναμε Εισαγωγή στη Γλωσσολογία και εκεί που δεν με ελκύουν τα θεωρητικά, αυτό το αγάπησα. Τώρα κάνουμε Δράμα, και πέρα από το γεγονός πως η καθηγήτρια είναι εκπληκτική και μας ενημερώνει για τα κινήματα της τέχνης γενικά στην εποχή που μελετάμε, δεν παύω να το αγαπώ και αυτό και να εκπλήσσομαι ευχάριστα από το πόσο διαφορετικά έργα μπορούν να γραφούν σε μία ίδια εποχή και από την περίεργη οπτική που έχει κάθε θεατρικός συγγραφέας. Κάνουμε μετάφραση και είναι θεωρία, ξανά, αλλά λατρεύω να μαθαίνω πώς θα κάνουμε τη μετάφραση που θα κάνουμε στο μέλλον στα εργαστήρια, ακόμη και αν μαθαίνω αχρείαστες θεωρίες. Και λιώνω για τα Ιταλικά.
Και αναρωτιέμαι, εγώ σε τι τομέα θα επεκταθώ; Και όχι μόνο σε 3-4 χρόνια που (λογικά) θα πάρω το πτυχίο μου, αλλά και από του χρόνου ακόμα, που θα πρέπει να επιλέξω σχολή και τομέα μαθημάτων για το Erasmus. Έχω τόσες πολλές προοπτικές από αυτή τη σχολή, που δεν ξέρω τι να διαλέξω.
Και αν διαλέξω κάτι; Ποιος μου εγγυάται ότι θα είμαι καλή σε αυτό; Ποιος μου λέει πως θα βρω δουλειά και πως δε θα συνεχίζω να είμαι ένα βάρος στη μητέρα μου; Λες και δεν ξέρω πως υπάρχουν άτομα καλύτερα εκεί έξω, πιο έτοιμα για μία δουλειά, πιο έξυπνα και δημιουργικά, άτομα που έχουν γεννηθεί να λάμπουν.
Κάπου-κάπου συνειδητοποιώ πόσο ανώριμη ήμουν/είμαι. Όλο το άγχος και οι περιπέτειες υγείας και οι κατάρες στην Ιστορία, για να περάσω στη σχολή, και νόμιζα πως μετά από αυτό όλα θα ήταν ΟΚ. Πόσο λάθος έκανα…ήταν το πρώτο βήμα στο πρώτο σκαλί μίας τεράστιας σκάλας… το μόνο που μένει υποθέτω είναι να στρωθώ κάτω και να προσπαθήσω με μικρά ή μεγάλα βήματα να ανέβω παραπάνω… Και βλέπουμε πού θα μας πάει μετά!

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΚΑΛΙ

Eις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
μιά μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης
«Τώρα δυό χρόνια πέρασαν που γράφω
κ’ ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιον μου έργον είναι.
Αλλοίμονον, ειν’ υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα
κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ’ ανεβώ ο δυστυχισμένος».
Ειπ’ ο Θεόκριτος «Αυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα
-Κ.Π.Καβάφης, από τα Ποιήματα 18977-1933


Take your candle and go light your world

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Η κατινιά στο μεγαλείο της


Καλησπέρα.
Νιώθω πως αυτή την ανάρτηση την κάνω για λάθος λόγους. Απλά θέλω κάπου να ξεσπάσω και κάπου να εκτονωθώ καθότι από τα νεύρα μου έσπασα το μολύβι μου, οπότε εν τη συγκεκριμένη κατάσταση δεν δύναται να ξεφύγω στα φύλλα, τις μπογιές και τον κόσμο που έχω στο κεφάλι μου.
Η φίλτατη και πάντοτε αγαπημένη Virgilia έκανε μία ανάρτηση. Ορίστε το λινκ: http://the-dunwich-horror.blogspot.gr/2013/01/im-never-going-to-be-artist.html
Και ιδού, ένα σχόλιο που έγινε για εμένα:
Ξέρεις μαλάκα ποιος δεν έχει ταλέντο; Η Λάβγκουντ που δεν ξέρει τι της γίνεται, ποιο είναι το πρόβλημά της και, είναι και μέτρια στο κεφάλι.
Από την  Creep με όλη τη χολή που θα μπορούσε να βγάλει ποτέ άνθρωπος.
Δε θα μπω σε λεπτομέρειες, απλά παλιά η Creep ήταν και καλά η καλύτερή μου φίλη και τώρα θέλει να με υποβιβάσει στα πάντα: οικογενειακές, φιλικές και ερωτικές σχέσεις, χαρακτήρα, ασχολίες και σχολή.
Και λοιπόν, τα καταφέρνει!
Ναι, ξέρω τι είμαι. Είμαι η Μαρία. Είμαι 18 χρονών. Το μόνο αξιόλογο που κατάφερα στη ζωή μου ποτέ είναι να περάσω στην Αγγλική Φιλολογία Θεσσαλονίκης.
Δεν ζωγραφίζω ούτε γράφω καλά. Δεν θέλω άλλους να μου το λένε. Ματάκια μου έδωσε ο Θεός να κρίνω μόνη μου.
Έλεος.
Δεν ανέχομαι να με κρίνει ο όποιος και όποιος έτσι. Να με βεβηλώνει και να με υποβιβάζει επανειλημμένα σε δημόσιους χώρους(facebook, forum, τώρα ΚΑΙ μπλόγκερ). Δεν είμαι πορνοστάρ, δεν είμαι τρομοκράτης. Δεν έκανα κακό σε κανένα, δε σκότωσα κανένα, δεν ΑΞΙΖΩ τέτοια συμπεριφορά και δεν ξέρω αν θα την ξαναδεχτώ.
Τη γνώμη μας μπορούμε να την κρατάμε για τον εαυτό μας, δε χρειάζεται να τη βγάζουμε έξω με όση χολή έχουμε μέσα μας.
Ξέρω ότι κάθομαι και στενοχωριέμαι για μαλακίες. Δεν ξέρω ποιο είναι το πρόβλημα του συγκεκριμένου ατόμου. Ίσως να έγκειται σε κάποια ενδότερα μέρη του εγκεφάλου. Πολύ που χέστηκα! Το θέμα είναι ότι μου γαμάει την ψυχολογία αυτό το πράγμα. Άντεξα bullying στο νηπιαγωγείο, στο δημοτικό, το γυμνάσιο, το λύκειο, ΦΤΑΝΕΙ. ΟΧΙ ΑΛΛΟ.
Αν είναι δυνατόν δηλαδή. Δεν μπορεί ο καθένας να κοιτά τα μπούτια του, σχολιάζει τα δικά μου.
Συγνώμη για την ανάρτηση, απλά αγανάκτησα.

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

give me something i can believe

“Only once in your life, I truly believe, you find someone who can completely turn your world around. You tell them things that you’ve never shared with another soul and they absorb everything you say and actually want to hear more. You share hopes for the future, dreams that will never come true, goals that were never achieved and the many disappointments life has thrown at you. When something wonderful happens, you can’t wait to tell them about it, knowing they will share in your excitement. They are not embarrassed to cry with you when you are hurting or laugh with you when you make a fool of yourself. Never do they hurt your feelings or make you feel like you are not good enough, but rather they build you up and show you the things about yourself that make you special and even beautiful. There is never any pressure, jealousy or competition but only a quiet calmness when they are around. You can be yourself and not worry about what they will think of you because they love you for who you are. The things that seem insignificant to most people such as a note, song or walk become invaluable treasures kept safe in your heart to cherish forever. Memories of your childhood come back and are so clear and vivid it’s like being young again. Colours seem brighter and more brilliant. Laughter seems part of daily life where before it was infrequent or didn’t exist at all. A phone call or two during the day helps to get you through a long day’s work and always brings a smile to your face. In their presence, there’s no need for continuous conversation, but you find you’re quite content in just having them nearby. Things that never interested you before become fascinating because you know they are important to this person who is so special to you. You think of this person on every occasion and in everything you do. Simple things bring them to mind like a pale blue sky, gentle wind or even a storm cloud on the horizon. You open your heart knowing that there’s a chance it may be broken one day and in opening your heart, you experience a love and joy that you never dreamed possible. You find that being vulnerable is the only way to allow your heart to feel true pleasure that’s so real it scares you. You find strength in knowing you have a true friend and possibly a soul mate who will remain loyal to the end. Life seems completely different, exciting and worthwhile. Your only hope and security is in knowing that they are a part of your life.” 
-Bod Marley

Όχι ότι ακούω ρέγκε, αλλά πιστεύω ότι αυτό είναι από τα πιο όμορφα πράγματα που έχω διαβάσει ποτέ μου. Κατάφερε με λέξεις απλές να περιγράψει πράγματα που νιώθουμε. Αυτό το αίσθημα που νιώθεις πως θα σκάσεις από την ευτυχία. Όταν ο ήλιος για σένα φαντάζει ένα τικ πιο λαμπερός και με πιο πολλές ακτίνες και νιώθεις το χάδι του ανάλαφρο πάνω σου. Όταν με απλανές βλέμμα κοιτάς ξαπλωμένος στο γρασίδι τα σύννεφα να περνούν και για σένα έχουν ιδιαίτερα σχήματα. Όταν και μόνο που ακούς μία φωνή το στομάχι σου δένεται κόμπος σφιχτός και άλυτος και τα μάγουλά σου κοκκινίζουν και νιώθεις 15.000.000 πεταλούδες να πετούν στο στομάχι σου δημιουργώντας τυφώνα. Και παρά αυτά τα "δυσάρεστα" αποτελέσματα, η φωνή αυτή και μόνο αρκεί για να σε κάνει να χαμογελάσεις μέσα σε μία μέρα δύσκολη και πικρή και μίζερη και μαύρη. Όταν μία αγκαλιά σε χωράει τόσο άνετα, που λες "ναι ρε παιδί μου, για αυτή εδώ την αγκαλιά φτιάχτηκα, τέλος". Όταν, από εκεί που δεν το περιμένεις, μερικά άτομα είναι εκεί για σένα. Για να σε κάνουν να γελάς, να σε πειράζουν, να σε αγαπάνε, να σε δέχονται για αυτό που είσαι, να σε αφήνουν να μπεις μέσα στη ζωή τους και να σου δίνουν ένα κομμάτι από την καρδιά τους και ίσως αυτό να μην φαίνεται τόσο σημαντικό, αλλά πραγματικά τι θα έκανες χωρίς αυτούς τους ανθρώπους; Χωρίς αυτά τα γέλια, τις χαρούμενες στιγμές, τα νεύρα και τα κλάματα, τις χαζές ατάκες, τα ηλίθια αστεία που μόνο εσείς καταλαβαίνετε, το κάψιμο και τις ατελείωτες συζητήσεις; Χωρίς να το καταλάβεις αυτά τα άτομα απλώνουν τα χέρια τους και αγκαλιάζουν τη ζωή σου και το είναι σου και ξαφνικά από εκεί που ήταν ένα "τίποτα", σημαίνουν τα πάντα. Το γέλιο σου και τα δάκρυά σου. Την αγάπη σου, τη χαρά σου, το θυμό σου, τις αναμνήσεις σου. Όλα αυτά. Τα πάντα και το τίποτα, το άπειρο και το μηδέν, όλα, όλα σου το σύμπαν τριγυρίζει γύρω από κάποια ζευγάρια μάτια και κάποια χαμόγελα. Και ξέρεις ότι δε θα είσαι μόνος. Για κάμποσο καιρό τουλάχιστον.



Can you still see the heart of me?

All my agony fades away
when you hold me in your embrace



Don't tear me down for all I need
Make my heart a better place
Give me something I can believe
Don't tear me down
You've opened the door now, don't let it close


P.S. Ιδέα δεν έχω γιατί βγήκε έτσι η ανάρτηση, απλά αγνοήστε το. :Ρ

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

make mistakes :D

I hope that in this year to come, you make mistakes.Because if you are making mistakes, then you are making new things, trying new things, learning, living, pushing yourself, changing yourself, changing your world. You're doing things you've never done before, and more importantly, you're Doing Something.So that's my wish for you, and all of us, and my wish for myself. Make New Mistakes. Make glorious, amazing mistakes. Make mistakes nobody's ever made before. Don't freeze, don't stop, don't worry that it isn't good enough, or it isn't perfect, whatever it is: art, or love, or work or family or life.Whatever it is you're scared of doing, Do it.

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

wishing for some light

Kαλή μας χρονιά με υγεία και λοιπά και λοιπά.
Πιο σκατά δε θα μπορούσε να ξεκινήσει το 2013. Τι τέλεια.
Το παρελθόν μου ήρθε και άρχισε τις κατηγορίες. Και για μία ακόμη φορά, here I stand, wondering about the human nature. Πώς γίνεται ένα άτομο που ισχυρίζονταν πως σε ήξερε τρία χρόνια και που έλεγε ότι ήσασταν κολλητοί να αμφιβάλλει για τα λεγόμενά σου δεν ξέρω. Οι άνθρωποι είμαστε μίζεροι και δεν εχουμε τι να κάνουμε και μάλλον γουστάρουμε άσχημα να καταστρέφουμε τη ζωή μας και τη ζωή των άλλων. Δεν εξηγείται αλλιώς αυτή η κατάσταση ή τουλάχιστον εγώ τώρα στα 18 μου χρόνια δε μπορώ να την εξηγήσω... Γενικά, θεωρώ πως ο Einstein είχε δίκιο όταν έλεγε πως η ανθρώπινη ηλιθιότητα είναι απεριόριστη. Είναι επίσης απερίγραπτη και απαίσια.
Και επίσης, έχουμε και το παρόν μου που αδικαιολογήτως ασχολείται με το παρόν μου. Πώς γίνεται επίσης ένας άνθρωπος που ισχυρίζεται ότι είσαι ο λόγος που ξυπνάει χαρούμενος το τελευταίο δίμηνο και που πιστέυει ότι είσαι ό,τι πιο όμορφο του έχει συμβεί να μιλάει με κάποια που τον πλήγωσε, του έκανε μαλακίες και γενικά δεν υπήρξε σωστή απέναντί του. Δε γίνεται. Και είναι άδικο ρε πούστη μου να έχεις βρει ένα νορμάλ άτομο με το οποίο σοβαρά επικοινωνείς και να υπάρχει τέτοιο θέμα. Και ναι ξέρω πως δεν υπάρχουν αδικίες και δικαιοσύνες στη ζωή αλλά και πάλι, I'v had enough.
Έχω βαρεθεί να πληγώνομαι, έχω βαρεθεί να κλαίω, έχω βαρεθεί να νοιάζομαι, έχω βαρεθεί να ανησυχώ, έχω βαρεθεί να χάνω τον ύπνο μου, έχω βαρεθεί να υπάρχουν μαύρα φαντάσματα να στοιχειώνουν τα μάτια μου, έχω βαρεθεί να φοβάμαι να αγαπήσω, αν αγγίξω, να νιώσω, έχω βαρεθεί να είμαι μέσα στις ανασφάλειες και τα κόμπλεξ και τις συγνώμες, έχω βαρεθεί να είμαι συνέχεια αυτή που κρύβει με χαμόγελο τα δάκρυά της, έχω βαρεθεί. ΒΑΡΕΘΗΚΑ.
Καλή μας Χρονιά.


#quote ανάρτησης: “People are all over the world telling their one dramatic story and how their life has turned into getting over this one event. Now their lives are more about the past than their future.” ~Chuck Palahniuk, Invisible Monsters





Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

...

My Grandmother

© Victoria L. Payne
In my Rose Garden of memories
I see you standing there
An angel in disguise
Who taught me how to care
I long to hear your voice
for real not in my dreams
I am missing you so much these days
how empty my world seems
People say time heals all wounds
that someday the pain will subside
But Grandma I can tell you
I think they must have lied
The emptiness I am feeling now
is strong and I am weak
These days go by without you
so dreary and so bleak
In my Rose Garden of memories
I know you'll always be
for though you're gone
from this mortal world
In my heart you'll always be

Γιαγιά μου... ελπίζω να προλάβω να έρθω σπίτι πριν μου φύγεις. Θέλω να σε δω μία τελευταία φορά.

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

Account on 2012





Λοιπόν, μια χρονιά κοντεύει να τελειώσει και καθότι είμαι γουρούνα και αδικαιολογήτως ανενεργή blogger, είπα να κάνω μία ανάρτηση (μάλλον τελευταία από το πενιχρό σε αναρτήσεις 2012) για τον απολογισμό μίας χρονιάς.
Στο μεγάλο μέρος της, στους έξη-εφτά πρώτους μήνες της, ήταν pretty much άκαρπη. Πανελλήνιες. Διάβασμα. Άγχος. Πανελλήνιες. Και ούτω κάθε εξής. Μεγάλη στιγμή στη ζωή του κάθε ανθρώπου προφανώς οι Πανελλήνιες αλλά ήταν μία περίοδος τόσης ξηρασίας που δεν έχω να πω κάτι.
Μετά είχαμε ένα συμπαθητικό και κάπως εκρηκτικό καλοκαίρι, με εξελίξεις πάνω στη ζωή μου, εξελίξεις που με έκαναν να σκεφτώ διάφορα πράγματα πάνω στη ζωή, στις ανθρώπινες σχέσεις και πώς μπορεί να στα φέρει η τύχη. Και τότε επίσης, έμαθα πως πέρασα στην πρώτη σχολή που είχα δηλώσει στο μηχανογραφικό *lets rejoice*

And then, university came. Δεν ξέρω τι να πω. Έχασα μία ακόμη φορά μία κολλητή, πρέπει να φτάνουμε στις 3 φορές που χάνω καλύτερο/η φίλο/η, αλλά ντάξει, θα ζήσω και ας είμαι απαίσιος σκατοχαρακτήρας^_^
Γνώρισα πολλά άτομα στη σχολή και έμαθα να σκέφτομαι διαφορετικά και αν είναι ένας λόγος για τον οποίο χαίρομαι για ότι συνέβη είναι που γνώρισα τη Ρίκα. Η Ρίκα είναι ένα εκπληκτικό άτομο που είναι πάνω κάτω σαν και εμένα και τα πάω πάρα πολύ καλά μαζί της και χαίρομαι που είμαστε φίλες… Ελπίζω να νιώθει και αυτή το ίδιο, αλλά δε θα εκπλαγώ αν τα πράγματα πάρουν άλλη τροπή, η ανθρώπινη φύση με έχει απογοητεύσει παντελώς.

Στενοχωριέμαι που φέτος έχω τόσες λίγες Χριστουγεννιάτικες Κάρτες να γράψω…I mean theyll be like 3… Φυσικά θα ήθελα να στείλω σε κάποια άτομα αλλά αμφιβάλλω αν θα προλάβω, δυστυχώς :S «Έχασα» πολλούς ανθρώπους φέτος και βρήκα έναν και αναμένεται αναπόφευκτα δυστυχώς να χάσω εξ’ ολοκλήρου και ένα άλλο πολύ σημαντικό άτομο σύντομα.
Ώρες-ώρες απορώ πώς γίνεται να πέφτουν όλα τα άτυχα θέματα μαζί.. Whatevs. Αν μπορούσα να ζητήσω κάτι από τον Άγιο Βασίλη θα ήταν να μην είναι και το 2013 τόσο σκατοχρονιά…I wishI wish…

Συμπέρασμα της χρονιάς; We hold too much power over each other. So be kind to those around you.