Hunger Games

Deep in the meadow, hidden far away
A cloak of leaves, a moonbeam ray
Forget your woes and let your troubles lay
And when it's morning again, they'll wash away
Here it's safe, here it's warm
Here the daisies guard you from every harm
Here your dreams are sweet and tomorrow brings them true
Here is the place where I love you.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

L'homme des nombres

Άνοιξε το βιβλίο και άρχισε να διαβάζει από μέσα του:
‘‘Ο Βασιλιάς της Χώρας των Σκιών ήταν βρικόλακας. Η Μεγαλειότητά του ήταν αρχαία. είχε πεθάνει πάνω από χίλια χρόνια πριν. Και έμοιαζε ακόμα με τριάντα χρονών, με τα γαλάζια μάτια του να λάμπουν σαν της γάτας και τα εβένινα μαλλιά του μέχρι τους ώμους μαζεμένα σε χαμηλό κότσο. Στο διπλανό θρόνο κάθονταν η Βασίλισσά του. Ήταν και εκείνη νεκρή εδώ και χίλια χρόνια. Έμοιαζε όμως σα νεαρή είκοσι πέντε ετών, με τα ολόισια ξανθά, σχεδόν άσπρα μαλλιά της να πέφτουν σαν καταρράχτης μέχρι τη μέση της και τα γκριζωπά της μάτια να λάμπουν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι της Αίθουσας των Θρόνων. Ήταν πραγματικά εξωτική η ομορφιά της.
Μπροστά τους ήταν ο βασιλιάς των Ανθρώπων της χώρας δίπλα από τη Χώρα των Σκιών. Το αίμα του κινούνταν έντονα στις φλέβες του λόγω του άγχους του και έδινε χρώμα στα μάγουλά του. Ίσως να θεωρούνταν γοητευτικός, με τα καστανά μαλλιά του και τα πράσινα μάτια του. Η γυναίκα του βασιλιά των Ανθρώπων ήταν μία από τις πιο δυνατές Φωτεινές Μάγισσες που υπήρξαν ποτέ από την Αρχή του Χρόνου. Εκείνη ήταν ψύχραιμη, το ανέκφραστο και όμορφο πρόσωπό της πλαισιώνονταν από μαύρες μπούκλες, τα μελένια μάτια της κοίταγαν επίμονα τη Μεγαλειότητά του.
Η Βασίλισσα έδωσε διαταγή να ανάψουν οι πυρσοί στο μήκος της Αίθουσας των Θρόνων. Ο χώρος φωτίστηκε.
«Να φανταστώ πώς ήρθατε για τη συνθήκη;»,ρώτησε η Βασίλισσα αγέρωχα.
«Ναι, Μεγαλειοτάτη.»,απάντησε ο βασιλιάς των Ανθρώπων. «Όπως ξέρετε η συνθήκη είχε υπογραφεί με τις Αυτού Μεγαλειότητές σας από τον πατέρα μου και ακόμα πιο πριν, το δικό του πατέρα και παππού μου. Η χώρα μου απειλείται από ορδές βαρβάρων και η βοήθειά σας θα ήταν ανεκτίμητη.».
«Ξέρετε πως Εμείς πάντα τηρούμε συνθήκες και υποχρεώσεις. Τα στρατεύματά μας θα είναι έτοιμα σε δύο μέρες.»,αποκρίθηκε η Βασίλισσα βαριεστημένα.
«Θα λάβουμε και Εμεί οι ίδιοι μέρος στη μάχη, όπως έχει συμφωνηθεί.»,συμπλήρωσε ο Βασιλιάς.
«Πολύ καλά λοιπόν. Ευχαριστούμε για την ακρόαση. Αντίο σας. Θα τα πούμε στο πεδίο της μάχης. Χαιρόμαστε που σας έχουμε συμμάχους.»,απάντησε ο βασιλιάς των Ανθρώπων και αφού χαμογέλασε ευγενικά στις Μεγαλειότητες, πήρε από το χέρι τη συμβία του και έφυγαν.
Ο Βασιλιάς παραξενεύτηκε. Εκείνος είχε ‘παντρευτεί’ τη Βασίλισσα λόγω υποχρέωσης. οι πιο αρχαίοι βρικόλακες πάντα δεσμεύονταν ώστε να βασιλεύουν στη Χώρα των Σκιών, στη χώρα όπου κατοικούσαν τα φαντάσματα, τα ξωτικά, οι λυκάνθρωποι, οι νεράιδες και όλα τα λοιπά μυθικά πλάσματα. Όμως δεν την αγαπούσε. Δε μπορούσε να αγαπήσει. Η καρδιά του είχε πάψει να αισθάνεται. Και απλά η ζωή του πλέον ήταν μία ατέρμονη νύχτα. […]
Η μάχη είχε τελειώσει. Οι εχθροί είχαν μαζέψει τους νεκρούς και είχαν οπισθοχωρήσει. Ο βασιλιάς των Ανθρώπων αν και κουρασμένος φαινόταν ευτυχισμένος. Γελούσε και συνεχώς αγκάλιαζε και φιλούσε τη γυναίκα του, σα να μη χόρταινε την παρουσία της. Ο Βασιλιάς μπορούσε πλέον να καταλάβει αυτόν τον Θνητό. Είχε καρδιά που χτυπούσε, αλλά η ψυχή του ήταν εκείνη που δημιουργούσε εκείνα τα συναισθήματα στοργής για τη γυναίκα του. Όμως ο Βασιλιάς ήξερε πως δεν είχε την πολυτέλεια σε κανένα από τα δύο. Η ψυχή του είχε εξαφανιστεί, χρόνια πριν. Η καρδιά του είχε πάψει να χτυπά. Ήταν ένα τίποτα.
Κοίταξε τη Βασίλισσά του. Αδιαμφισβήτητα ήταν πανέμορφη, κάτω από το φως του φεγγαριού που την έλουζε. Την έκανε να μοιάζει με νεράιδα, τόσο ντελικάτη ήταν.  Αναρωτήθηκε για ποιο λόγο τα σκέφτονταν αυτά όμως. Ποτέ δεν τον είχε συγκινήσει ιδιαίτερα η ομορφιά της Βασίλισσάς του. Ήταν βρικόλακας, προφανέστατα ήταν πανέμορφη. Η αλήθεια είναι όμως πως είχε συλλάβει αρκετές φορές τον εαυτό του να παρατηρεί τις λεπτές γωνίες του προσώπου της, τα μεγάλα της μάτια, τα σχεδόν ολόλευκα μαλλιά της, όλο της το παράστημα.  Ήταν όντως πανέμορφη.
Και είχε παρατηρήσει πως είχε αρχίσει να βρίσκει αρκετά ενδιαφέρων το χαρακτήρα της και συμπαθητική την προσωπικότητά της. Αν και συχνά ειρωνική και σοβαρά, έκανε πολλές φορές αστεία με τη γυναίκα του βασιλιά των Ανθρώπων και το γέλιο της ήταν υπέροχο. Της άρεσε να περπατάει στο δάσος και να παίζει φλάουτο. Ήταν η σύζυγός του εδώ και πεντακόσια χρόνια και ποτέ του δεν είχε προσέξει όλα αυτά. Δεν είχε ενδιαφερθεί.
Πλησίασε τη Βασίλισσά του. Εκείνη τον κοίταξε ανέκφραστα.
«Νομίζω… νομίζω πως αρχίζω να νιώθω πράγματα. Για εσένα.»,της είπε τελικά μετά από μερικά λεπτά δισταγμού και αμηχανίας.
Αν η καρδιά του χτυπούσε ίσως είχε κοκκινίσει. Παρότι όμως πλέον δε ζούσε, ένιωθε μέσα του πράγματα-συναισθήματα-για τη Βασίλισσά του. Όλος αυτός ο καιρός με τους Θνητούς είχε ξυπνήσει μέσα του τα αισθήματα που είχαν ναρκωθεί για μία χιλιετία.
Η Βασίλισσα σήκωσε έκπληκτη τα φρύδια της. «Εγώ… είναι παράξενο. Και εγώ εδώ και κάποιο καιρό νιώθω το ίδιο. Παρότι δε χτυπάνε οι καρδιές μας»,είπε βάζοντας το χέρι στην νεκρή καρδιά του. «νομίζω μπορούμε να νιώσουμε.».
Έβαλε το χέρι του πάνω στο δικό της και χαμογέλασε για πρώτη φορά εδώ και πολλούς αιώνες. «Νομίζω έχεις δίκιο. Ελπίζω να μη χάσαμε πολύ καιρό.».
Χαμογέλασε και εκείνη. «Δεν το νομίζω.».
Την αγκάλιασε.’’
Άφησε το βιβλίο και σηκώθηκε από την καρέκλα του. Συνήθως δεν αγόραζε τέτοια βιβλία, μυθιστορήματα φαντασίας, του άρεσαν περισσότερο τα ψυχολογικά βιβλία. Του άρεσε να διαβάζει για την ψυχοσύνθεση των ανθρώπων. Πίστευε ότι έτσι τους καταλάβαινε σε βάθος. Όμως ήξερε πως οι άνθρωποι δεν ήταν σαν τους αριθμούς που τόσο αγαπούσε.
Οι αριθμοί είναι εύκολοι. Πάντα ένα και ένα κάνει δύο, δύο και δύο τέσσερα και ούτω κάθε εξής. Δεν υπάρχει κάτι που να αλλάζει, όλα παραμένουν τα ίδια, παρά τις αλλαγές που συμβαίνουν ανά τα χρόνια. Οι αριθμοί δε σε προδίδουν ποτέ, σκέφτηκε. Πάντα είναι εκεί και πάντα ίδιοι. Ποτέ δεν αλλάζουν, ποτέ δε λένε ψέματα, ποτέ δε σε πληγώνουν. Δεν είναι άνθρωποι.
Γιατί για αυτό ο ίδιος παρέμενε κλεισμένος στο μισοσκότεινο δωμάτιό του, με  τα βιβλία του και τα μαθηματικά του. Παλιά βέβαια δεν ήταν έτσι. Παλιά ήξερε να γελάει, παλιά μπορούσε να πάρει τηλέφωνο κάποιον και να του πει να βγούνε. Ενώ τώρα…κατέληξε να είναι ένας εκνευριστικός και απόμερος φοιτητής Μαθηματικών. Ένα τίποτα, ουσιαστικά;
Όμως δεν έφταιγε (μόνο) εκείνος. Τον είχαν πληγώσει. Εκείνοι και εκείνη. Εκείνοι που ήταν φίλοι του, από το Γυμνάσιο ακόμα, μόλις πήγαν φοιτητές τον παράτησαν και δεν του ξαναμίλησαν, χωρίς κάποιο προφανή λόγο. Ενώ εκείνη, που την αγαπούσε πάρα πολύ, τον είχε χωρίσει. Έτσι απλά. Και του ήρθαν όλα μαζί. Ένιωθε πως έχασε τα πάντα. Ένιωθε την καρδιά του να σπάει, όπως ένα ξύλινο καράβι που τσακίζεται πάνω σε ένα κοφτερό προεξέχοντα βράχο. Αφού είχε χάσει τα πάντα από ανθρώπους που τον στήριζαν δεν έβλεπε πια το λόγο να συνεχίσει τις ανθρώπινες σχέσεις. Ποιο θα ήταν το νόημα; Ποιο το αποτέλεσμα; Πάλι δε θα πληγωνόταν, εν τέλει, αργά ή γρήγορα; Δεν το καταλάβαινε… Ποιος ήταν ο λόγος να έχεις μια καρδιά, να έχεις συναισθήματα, αν ήταν να καταρρέουν σαν τραπουλόχαρτα στο τέλος;
Κανένας δεν τον είχε προειδοποιήσει για αυτή την κατάληξη των ανθρώπινων σχέσεων. Και αφού είχε μείνει παντελώς μόνος, κλείστηκε μέσα σε ένα προστατευτικό καβούκι. Η ζωή του ήταν τώρα πια, τον τελευταίο χρόνο, η σχολή του, το διάβασμα για αυτή, η λογοτεχνία, τα βιβλία ψυχολογίας και τα μαθηματικά. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό του πως θα ξανάβγαινε στον κόσμο. Αυτό όμως αφού πρώτα είχε κατανοήσει πλήρως την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση ώστε να είναι σε θέση να αποτρέψει μία μελλοντική κατάσταση που θα τον πλήγωνε ξανά.
Όμως όσο περισσότερο διάβαζε τόσο περισσότερο δεν καταλάβαινε τι ήταν πλέον αυτό που έψαχνε να βρει. Και αυτό τελικά που τον είχε παρακινήσει σε όλες αυτές τις σκέψεις εκείνο το βροχερό απόγευμα ήταν τι; Ένα απλό μυθιστόρημα φαντασίας.
Δεν ήταν ωστόσο ο Βασιλιάς σαν εκείνον; Εν μέρει; Ο Βασιλιάς δεν είχε πληγωθεί. Ωστόσο είχε πάψει να νιώθει, αφού δεν έβρισκε το λόγο να νιώσει κάτι. Η επαφή του όμως με τους ανθρώπους και την ανθρώπινη θνητή φύση τους τον έκανε να αρχίσει να εξανθρωπίζεται. Δεν είχε πάψει στην πραγματικότητα ποτέ του να νιώθει. Απλά τα συναισθήματα, λόγω αχρηστίας, είχαν σιγάσει και στη θέση τους υπήρχε ένα κενό, ένα τίποτε. Ίσως ο ίδιος ο Βασιλιάς να ήταν ένα τίποτε. Και πώς άραγε να είναι κάτι, αφού δε νιώθει; Όμως, ο βασιλιάς των Θνητών τον είχε ωθήσει να δει πέρα από το όμορφο αθάνατο πρόσωπο της Βασίλισσας. Ο Βασιλιάς βρικόλακας είχε αρχίσει να εκτιμά τις λεπτές πτυχές του χαρακτήρας της, τη ντελικάτη φυσιογνωμία της, να την εκτιμά και να τη σέβεται. Άρχισε να νιώθει, άρχισε να ερωτεύεται. Και έγινε λοιπόν κάτι, έπαψε η ζωή του να είναι βαρετή αφού μπορούσε πια να νιώσει και όχι μόνο αυτό. Μπορούσε επίσης να μοιραστεί αυτό το συναίσθημα με κάποιον άλλον, κάποιον που αγαπούσε.
Ίσως αυτό να ήταν το νόημα εν τέλει. Άφησε έναν αναστεναγμό αγανάκτησης. Το κεφάλι του κόντευε να σπάσει από όλες αυτές τις τόσο συναισθηματικά φορτισμένες σκέψεις. Ήθελε καθαρό αέρα. Έβαλε το μπουφάν του, πήρε κλειδιά και κινητό και βγήκε έξω.
Ήταν στο κέντρο της πόλης. Πού πήγαινε; Δεν ήξερε. Απλά περπάταγε και προσπαθούσε να καθαρίσει το μυαλό του. Ήθελε να σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει. Και καθώς σκεφτόταν το πρώτο πράγμα που το ήρθε στο μυαλό ήταν εκείνη η συμφοιτήτριά του που είχε γνωρίσει στο αμφιθέατρο κάποτε, πριν μήνες. Αυτή με τα καστανά μαλλιά και τα μελένια μάτια. Τολμούσε να πει πως είχε βρει την προσωπικότητά της αρκετά γοητευτική, αν και δεν είχε κάνει τον κόπο να τη γνωρίσει, φοβόταν ακόμη τότε μία πιθανή ατυχή γνωριμία που θα κατέληγε πάλι στο να τον πληγώσει.
Χωρίς καν να ξέρει γιατί σκέφτηκε αυτή την κοπέλα, έβγαλε το κινητό του και πληκτρολόγησε ένα μήνυμα στα γρήγορα, ρωτώντας την αν θα ήθελε να πάνε για καφέ. Προτού συνειδητοποιήσει τι έκανε, πάτησε ‘Αποστολή’.
Πώς μπορούσε εκείνος, που τόσο φοβόταν τις δεσμεύσεις και τις ανθρώπινες σχέσεις να συμπεριφέρεται τόσο… απερίσκεπτα; Ήταν όντως απερίσκεπτη η πράξη του; Τύψεις άρχισαν να περικυκλώνουν απειλητικά το μυαλό του. Μήπως δεν έπρεπε να στείλει αυτό το μήνυμα; Μήπως ήταν, εν τέλει, πολύ για εκείνον να θέλει οποιαδήποτε είδους σχέση με οποιοδήποτε άτομο; Μήπως ήταν πλέον αδύνατο να συναναστραφεί έστω και με συνομηλίκους του;
Όχι, ένιωσε μία φωνή να μιλάει στο κεφάλι του. Ήταν άγνωστη αλλά και συνάμα οικεία. Όλοι έχουν το δικαίωμα να κάνουν φίλους, να γελάσουν, να αγαπήσουν. Και επειδή πληγώθηκες και επειδή σε έσπασαν; Οι άνθρωποι είναι σημαντικοί. Γεννιόμαστε μόνοι, πεθαίνουμε μόνοι, αλλά τους έχουμε αδήριτη ανάγκη κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Είναι απαραίτητοι. Πληγώθηκες και ίσως ξαναπληγωθείς. Με το να μένεις όμως μόνος χάνεις την ευκαιρία να γνωρίσεις πολύ ενδιαφέροντες ανθρώπους και δεν τους δίνεις τη δυνατότητα να σε γνωρίσουν και εκείνοι. Ακολούθησε το παράδειγμα του Βασιλιά βρικόλακα. Προσπάθησε να κάνεις την καρδιά σου να νιώσει και άρπαξε μερικές ευκαιρίες, όσες σου δίνονται και προσπάθησε να ξεπεράσεις τα εμπόδια που σε τραυματίζουν και σε κάνουν να πέφτεις. Αλλιώς είναι η καρδιά σου που θα γίνει ξηρή και εύθραυστη και δε θα είναι ικανή για τίποτα παρά μόνο για να χτυπά.
Είχε μόλις λάβει ένα μήνυμα στο κινητό του. Η κοπέλα είχε δεχτεί και του έλεγε να πάει σε ένα τέταρτο σε μία καφετέρια εκεί κοντά. Δίστασε. Συνοφρυώθηκε. Και μετά έκανε αυτό που του είχε πει η φωνή, αυτό που θα έκανε ο Βασιλιάς βρικόλακας. Άδραξε την ευκαιρία και πήγε στην καφετέρια.
Η κοπέλα χαμογέλασε όταν τον είδε. Παρήγγειλαν καφέ και έπαιξαν τάβλι. Μίλησαν για τη σχολή, μίλησαν για τα μαθήματα, για τις ταινίες, για τα βιβλία, για τα σχολικά τους χρόνια. Είχε δίκιο. Ήταν όντως γοητευτική ως χαρακτήρας, πολύ ενδιαφέρουσα. Είχε καιρό να μιλήσει τόσο πολύ με κάποιον. Ένιωθε τόσο όμορφα, τόσο πλήρης. Πώς μπορούσε τόσο καιρό να μένει μόνος; Δεν τον είχε ενοχλήσει; Ένιωθε άβολα όταν σκεφτόταν πως ίσως να έπρεπε να κλειστεί στο καβούκι του, να μείνει ξανά μόνος. Όχι. Δε θα το έκανε. Όχι πια. Δεν έπρεπε να φοβάται.
Συνέχισαν να μιλάνε και η κοπέλα γέλασε σε ένα αστείο του. Ήταν τόσο όμορφο το γέλιο της. Και ένιωθε καλά που την είχε κάνει να γελάσει. Ένιωθε χαρά, μετά από πάρα πολύ καιρό. Άφησε το συναίσθημα αυτό να τον πλημμυρίσει και χαμογέλασε.

Όταν βγήκαν από την καφετέρια και άρχισαν να περπατούν προς το σπίτι της, της έπιασε δειλά και διστακτικά, σαν ένα μικρό ντροπαλό παιδί, το χέρι.  Εκείνη του έσφιξε το χέρι και χαμογέλασε ευδιάθετα. Χαμογέλασε και εκείνος για δεύτερη φορά εκείνη τη μέρα. Η κοπέλα, με τη σκιά του χαμόγελού της ακόμη πάνω στα χείλη της, τεντώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τον φίλησε στο μάγουλο. Εκείνος κοκκίνισε. Οι αριθμοί και τα βιβλία του θα ήταν μοναχικά για αρκετό καιρό από ‘δω και πέρα.


Σάββατο 16 Ιουνίου 2012

Dreaming of dreams

 Συμμετέχω σε διαγωνισμούς στο deviantART για να μπορέσω να βελτιωθώ στη ζωγραφική και να το πιο πρόσφατο. Θέμα: A Fairytale Character Dreaming. Εγραψα και ενα κειμενάκι, so here we go :P




From what the witch told her, all she knew was that the dreams were supposed to be gray, black and white. Was she abnormal? For her, everything around her was black, white and gray. Her life was colorless. She desired colors. She wanted to see them, but they were so far away from her, they were outside her tower.
So, every time she closed her eyes, her dreams were full of colors, full of reds and greens and blues and purples and oranges and so many more colors that dazzled her and made her laugh and happy and kind of light-headed. That times, the tower's wooden floor used to turn into a green meadow full of small flowers with wonderful smells. Butterflies with weird colors and purple birds were flying on her sky and right there, where her bed was, was a huge waterfall. Some times, a blueish unicorn, full of pride and innocence made his appearance. Trees with flowers popped up suddenly from the floor. She dreamed of stuff she knew they only existed in fairytales. There was yellow flying castle among pinkish clouds and there were kind princes and beautiful queens and happiness and joy.
Those colorful dreams made her smile. But, when she opened her eyes, she herself was still gray and so was the whole tower and only the outside world was full of those sweet colors she only dreamed off.

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

All that I loved is gone.

Και καλωσορίζω το Μάρτιο με μία πολύ χειμερινή ανάρτηση. Πφ, μου τη δίνει που κάθε χρόνο λίγο πριν τα γενέθλιά μου πέφτω σε θλίψη.
Αυτό το τελείωσα σήμερα. Η καθηγήτρια τον μαθηματικών μου ισχυρίστηκε πως η κοπελιά μοιάζει με Κινέζα με στραβά μάτια, μα είναι Αγγλίδα μέχρι και την τελευταία σταγόνα του αίματός της :Ρ

Ο Μάρτιος δε μας ξεκίνησε καλά.
Μία η ζωγραφιά αυτή που με εκφράζει εως ένα βαθμό. Μία τα προβλήματα που έχει ο κολλητός μου και δεν ξέρω πως στο καλό να τον κάνω να σκάσει ένα χαμόγελο της προκοπής.=/ Tέλος πάντων... Ας προσπαθήσουμε να επιβιώσουμε... Μήνας είναι και αυτός, θα περάσει. ;)


She said,
"The moon has fallen into a sea of dirt, and all that I loved is gone."
They said,
"There is still the sea. The clouds. The earth."
She said,
"The ground slides, filthy and bedraggled, into the melting earth, and all that I loved is gone."
They said,
"There is still the sea. The clouds."
She said,
"The sea is but a stench - it devours but it does not live. All that I loved... is gone."
They said,
"But the clouds. We still have the clouds."
She said,
"The clouds are veils of sulphur and acid rain."
They said,
"We love the rain."
She said,
"All that I loved is gone."

Γιατί πάντα ότι αγαπάμε φεύγει; Μας αφήνει... Φοβάμαι. Δύο-τρία άτομα είναι που αγαπάω και θέλω να μείνουν γιατί απλά είναι ό,τι έχει απομείνει εδώ. Φοβάμαι πως θα φύγουν και αυτά. Ξέρω πως κανείς δεν είναι τέλειος ή μόνιμα καλός, αλλά εγώ φοβάμαι πως αυτή η μετριότητα που με διακατέχει θα τους διώξει όλους... =/


Τώρα, το επόμενο που ακολουθεί είναι η ιστορία της ζωγραφιάς που έφτιαξα...στα αγγλικά. Παρακαλώ δείξτε επιείκια για όποιο γραμματικό ή ορθογραφικό λάθος.

Charlotte was walking all alone, listening to music. Snow had fallen from the skies some days before. December has arrived lots of days before; it was nearly Christmas. She sighted. It was the first time in her life she felt completely alone. Like no one was there. It must have been this huge hole in her heart. No it's wasn't just one hole. They say about broken hearts, but Charlotte hurt a lot. Not only in her heart. Her hole body hurt, as it felt neglected.
Her heart hurt so much because she just broke up. It wasn't easy. They used to date for over 3 and a half years. He told her he loved her. He told her he would anything for her. He told her that he would be always there for her. And suddenly one day he came, telling her she didn't deserve him. And just like that, a three-year-old love faded.
As she walked, thinking about what made her cry and cry and cry, she saw a couple. 
He was tall, with black hair, glasses and blue eyes. He was very heavy dressed due to the cold weather of England. She was short for a woman, with really long, straight brown hair and hazel eyes. They were hand-in-hand. They looked so happy together. But Charlotte found familiar the man.
"It's you," she murmured stunned.
Yes, it was him. The one who used to be her boyfriend. He was with someone else now.
They passed right next to her and he didn't even glare at her. So, that how it felt when you see the one you truly love not giving a shit for you.
She remembered some of their moments together; the very first kiss, summer walks, holidays by sea together, eating ice-cream, exchanging Valentine's presents and the first time he said her he loved her: "I love you, Charlotte. Please trust me. I will never be the one who will break your heart".
Some tears appeared and Charlotte lost vision of the happy couple. It started snowing.

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

In Wonderland...

Όλοι ξέρετε την ιστορία της Αλίκης, έτσι δεν είναι; Τέλος πάντων, θα την πω... ^_^
Ένα μικρό κορίτσι, η Αλίκη, εκεί που κάθεται κάτω από ένα δέντρο, βλέπει ένα άπρο λαγό. Με κουστούμι και ρολόι τσέπης. Και τον ακολουθεί, μέχρι που εκείνος πέφτει στην κουνελότρυπα. Και η Αλίκη πέφτει πίσω από αυτόν. Και ξεκινάει το περίεργο ταξίδι της στη Χώρα των Θαυμάτων, όπου γνωρίζει τον Καπελά, τον Γάτο Τσεζάιρ, την Κόκκινη Βασίλισσα, και ένα σωρό άλλους. Βάφει τα άσπρα τριαντάφυλλα κόκκινα και πίνει τσάι σε μισές κούπες. Και ξαφνικά βρίσκεται πάλι κάτω από το δέντρο και ήταν σαν να κοιμόταν. Ήταν όνειρο; Ή πραγματικότητα;

Is it real? Is it pretend?

Μερικές φορές έτσι δε νιώθουμε όλοι μας; Σα να ζούμε στη Χώρα των Θαυμάτων; Σα να ζούμε κάιτ που δεν ξέρουμε αν είναι όνειρο ή πραγματικότητα; Εγώ το έχω ζήσει πολλές φορές. Γιατί η φαντασία σε βάζει σητν πλάτη γιγαντιαίων ταξιδιάρικων πουλιών και σε ταξιδεύει σε όλα τα απίθανα μέρη. Έχω πάει σε δικές μου Wonderland. Η πιο ζωντανή για εμένα, είναι αυτή που πάω όταν ζωγραφίζω. Νιώθω σα να μπαίνω σε μία σφαίρα ολόλευκη ή έστω διάφανη. Και μπορώ να κάνω ότι θέλω, όπως το θέλω. Δημιουργώ το δικό μου κόσμο. Με παστέλ, με ακουαρέλα, με ροζ και πράσινες ξυλομπογιές, με μολύβι 4Β. Και τότε, νιώθω πως ο πραγματικός κόσμος γίνεται λίγο καλύτερος. Πιο φωτεινός και χαρούμενος και ευτυχισμένος. Και νιώθω πως μπορώ να μεταφέρω τα χρώματ της παλέτας μου στις γκρι πολυκατοικίες και να βάψω τον κόσμο φούξια ή κίτρινο με μωβ πουά. Όταν επίσης διαβάζω, το μυαλό μου καλπάζει και πηγαίνει σε άλλα μέρη και ζωγραφίζει μόνο του τον φανταστικό κόσμο που έχει δημιουργήσει ο συγγραφέας του μυθιστορήματος. Είναι τόσο συναρπαστικό να μπορείς να πηγαίνεις σε άλλα σύμπαντα και σε άλλους κόσμους. Σε κάνουν να ξεχνάς λίγο το δικό σου που είναι τόσο τραγικά γεμάτος με δυστυχία...
Όμως να προσέχεις. Δεν πρέπει να σε τραβήξουν οι λωτοί. Μη φας τους λωτούς. Γιατί ξεχνάς. Ξεμυαλίζεσαι. Και τότε δε θα δεις ποτέ σου την Ιθάκη.



Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2010

La Belle et la Bête.


 Kiss me before the last petal falls...
Μία φορά και έναν καιρό ήταν ένας νεαρός πρίγκιπας. Αλαζόνας. Υπερόπτης.  Εκείνη τη φορά και εκείνον τον καιρό μία μάγισσα, ντυμένη σα μία γριά ζητιάνα, του προσφέρει ένα τριαντάφυλλο, σε αντάλλαγμα ενός καταφυγίου τη νύχτα. Τη διώχνει και εκείνη τον τιμωρεί. Τον μεταμορφώνει σε ένα άσχημο Τέρας και μεταμορφώνει και τους υπηρέτες του σε αντικείμενα που χρησιμοποιούμε καθημερινά στο σπίτι. Του δίνει ένα μαγικό καθρέφτη, ο οποίος έχει την ιδιότητα να δείχνει γεγονότα που τελούνται μακριά και του δίνει το τριαντάφυλλο, το οποίο θα ανθίσει μέχρι τα εικοστά πρώτα γενέθλιά του. Πρέπει να αγαπήσει και να αγαπηθεί, πριν πέσουν όλα τα πέταλα του τριανταφύλλου, αλλιώς θα μείνει Τέρας για πάντα. 
Who could ever learn to love a beast?
Σε ένα κοντινό χωριό, χρόνια αργότερα, ζει μία κοπέλα, η Μπελ. Ο πατέρας της, ήταν επιστήμονας. Καθώς χάθηκε σε μία θύελλα, τυχαίνει να βρει το κάστρο του Τέρατος και μπαίνει μέσα. Το Τέρας τον φυλακίζει. Η Μπελ παίρνει τη θέση του πατέρα της και φυλακίζεται εκείνη. Μετά από πολλές κακές συγκυρίες, γίνεται φίλη με το Τέρας. Το Τέρας την αγαπά. Όμως, λίγες ώρες πριν μαραθεί το τριαντάφυλλο, φεύγει βιαστικά για να σώσει τον πατέρα της που αργοπεθαίνει. Ένας άντρας, ο Γκαστόν, που την αγαπούσε, τρελός από τη ζήλια, όταν του μιλάει για το Τέρας, ορμάει να κυνηγήσει το Τέρας. Ο Γκαστόν πεθαίνει, αφού πληγώσει θανάσιμα το Τέρας. Λίγο πριν πεθάνει το Τέρας, στην αγκαλιά της Μπελ, εκείνη του ψιθυρίζει τρεις μικρές λεξούλες. "I love you". Το ξόρκι σπάει. And they all live happily ever after.






Ποιος είπε πως η αγάπη είναι επιφανειακή; Πως πάντα πρέπει να μετράει η εξωτερική εμφάνιση; That's old silly crap.-.-
Μπορούμε όλοι μας να το εξομολογηθούμε: Μας νοιάζει πως δείχνουμε. Θέλουμε να είμαστε τέλειοι. Να είμαστε αρεστοί μέσω της εμφάνισής μας. Να δείχνουμε εκπληκτικοί και υπέροχοι. Αλλά, honestly, τα υπολογίζει αυτά η αγάπη; Δεν έχει τύχει να αγαπήσεις κάποιον, ανεξαρτήτου εμφανίσεως; Η αγάπη... δεν μετράει τίποτα. Τα ξεπερνάει όλα. Είτε φύλο, είτε θρησκεία, είτε χρώμα, πόσο μάλλον την εμφάνιση. Για ποιο λόγο να προσπαθούμε να δείξουμε τέλειοι; Για ποιο λόγο να μας αγαπήσει κάποιος για μία εικόνα; Είναι τόσο...ανούσιο.
Οι αναμνήσεις που θα μείνουν μέσα στον άνθρωπο δεν θα είναι από μία εικόνα. Η εικόνα ξεθωριάζει, θολώνει. Μπορεί να βραχεί, να χαλάσει, να ξεχαστεί. Αλλά τα συναισθήματα. Πάντα υπάρχουν. Μένουν αναλλοίωτα στο χρόνο. Δεν ξεχνιούνται, δε θολώνουν, δεν παρεμβάλλονται. Τα συναισθήμτα ξεπερνούν τα πάντα.
Τώρα θα αναλύσουμε λίγη Φυσική.:Ρ  E=mc². Ο θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν. Σύμφωνα με τον Άλμπερτ, όλα είναι σχετικά. Έτσι δεν είναι; Και η ομορφιά λοιπόν, χάρη σε αυτή εδώ τη μικρή θεωρία με τα τρία γράμματα, είναι κάτι το υποκειμενικό. Όμως...και πάλι. Η ομορφιά η εξωτερική, η ομορφιά του προσώπου, δεν έχει να κάνει με την πραγματική ομορφιά. Η πραγματική ομορφιά είναι αυτή που βρίσκεται μέσα μας. Είναι ο χαρακτήρας μας. Ο χαρακτήρας τον οποίο δείχνουμε μετά από πολύ καιρό, αφού ένα άτομο έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη μας.
Και γιατί πρέπει να ψάχνουμε τον Prince Charming ή την Princess Charming; Γιατί δεν αποκτάμε επιτέλους κρίση; Δεν υπάρχουν πρίγκιπες και πριγκίπισσες, αυτή είναι η σκληρή αλήθεια. Όμως... Όμως κάποιος που ίσως να μη μοιάζει με πρίγκιπα, που ίσως να είναι ο ''βάτραχος'', να κρύβει μέσα του ένα αδαμάντινο χαρακτήρα. Και όταν του δώσεις μία ευκαιρία, ένα ''φιλί'', τότε είναι η στιγμή που πυροτεχνήματα θα λάμψουν στον ουρανό και θα γίνει ο πρίγκιπας. Αυτή είναι η αγάπη. Δεν έχει να κάνει με την ομορφιά.

Όσο αγαπάς κάτι, τόσο πιο όμορφο είναι... Όταν αγαπάς κάποιον, τον αποτρέπεις να θεωρήσει τον εαυτό του υποδεέστερο και άχρηστο. Δεν τον αφήνεις να πει: "I am fooling myself. She will never see me as anything but a monster. It's hopeless." Δεν πάει έτσι. Πάντα, σε κάθε έρωτα υπάρχει ελπίδα...

Όταν αγαπάς κάτι, οποιοδήποτε άσχημο ξόρκι υπάρχει σπάει. Και τότε υπάρχει αυτό που λέμε στα παραμύθια. Happily ever after.


There's something sweet
And almost kind
But he was mean and he was coarse and unrefined
But now he's dear, and so unsure
I wonder why I didn't see it there before

She glanced this way
I thought I saw
And when we touched she didn't shudder at my paw
No it can't be, I'll just ignore
But then she's never looked at me that way before

New and a bit alarming
Who'd have ever thought that this could be?
True that he's no Prince Charming
But there's something in him that I simply didn't see