Hunger Games

Deep in the meadow, hidden far away
A cloak of leaves, a moonbeam ray
Forget your woes and let your troubles lay
And when it's morning again, they'll wash away
Here it's safe, here it's warm
Here the daisies guard you from every harm
Here your dreams are sweet and tomorrow brings them true
Here is the place where I love you.

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011

Στο διάολο όλοι!






Περασμένη εβδομάδα

Μαμά: Πάλι δεν κοιμήθηκες;
Εγώ: Είχα διάβασμα.
Μαμά*αναστενάζει*Να δω τι θα κάνεις στις Πανελλήνιες.
Εγώ: Το σταυρό μου; :Ρ


Την περασμένη Δευτέρα γράφαμε Αρχές Φιλοσοφίας. Πήρα 19.6. Την Τρίτη έγραφα έκθεση για το Euroschola και πρόχειρο Νεοελληνική Γλώσσα. Την Τετάρτη γράφαμε πρόχειρο Περιβάλλον Επιλογής, αλλά πήγαμε περίπατο. Και την Πέμπτη Αρχαία Κατεύθυνσης. Οκέι. Θα το πω. Είμαι ένα μανιακό φρικιό με τάσεις τελειομανίας, ψυχοπαθής σε βαθμό αηδίας, αλλά αφού τα ξέρω, απαιτώ να γράφω τον υψηλότερο βαθμό. Το απαιτώ για εμένα Όμως δεν είμαι super ήρωας. Και ειλικρινά, ήθελα να γράψω αρχαία κατεύθυνσης. Όμως, έκανα δύο λάθη. Ένα λάθος στη μετάφραση μία πρότασης στο άγνωστο και ένα λάθος γραμματικό στα ρήματα(αυτά θα με φάνε), που αντί για ήξει έγραψα ήσται. *μούντζα στον εαυτό μου* Όμως στο γνωστό τα έγραψα όλα όπως επίσης και στο άγνωστο. Και δεν περιαυτολογώ, αλλά είμαι η δεύτερη καλύτερη στην κατεύθυνση. Και έρχεται σήμερα η καθηγήτρια και λέει σε μία φίλη ότι ο Γ.Π. ήταν ο μόνος που έγραψε 100. Υπήρχαν άλλα δύο 97, ένα 96, δύο 92 και ένα 75. Τα υπόλοιπα κάτω από τη βάση. Και μόλις μου το 'παν ήμουν σε κατάσταση: Ο_Ο What the FUCK? Ο Γ.Π. δεν έγραψε καν τις δύο ερωτήσεις εισαγωγής που πρέπει να έπιαναν γύρω στις 5 μονάδες η κάθε μία, δηλαδή πάνω κάτω αφαιρούνται 2 μονάδες από τα 20.
Και μετά τι λέει η καθηγήτρια; Πώς γίνεται να πήρε 20; Καλά θα μας τρελάνουν; Δηλαδή εγώ είμαι ο μαλάκας που κάθεται μέχρι τις 2 και τις 3 και διαβάζει και οι άλλοι που κωλοβαράνε και δεν διαβάζουν παίρνουν 20; Οκέι, δεν είπα πως εγώ το αξίζω, γιατί ξέρω πως αξίζω από 18,5 και κάτω... Αλλά ρε φιλενάδα, τι το βάζεις σε κάποιον που δε διάβασε εισαγωγή ΓΝΩΣΤΟ; Δηλαδή, τι στο διάολο; Τζάμπα διαβάζω; Τζάμπα μάλλον. Γαμώτο δηλαδή.

Άρα από 'δω και πέρα εφαρμόζουμε την εξής τακτική: Δεν διαβάζουμε, αλλά παίρνουμε 20.

Υ.Γ.Ικανή την έχω να μου πει πως πήρα 92/100 ξέρω 'γω επειδή περιμένει να έχω άψογα τη μετάφραση. Τότε θα δουν το άλλο μου προσωπείο και δεν το εύχονται αυτό. Ο:)

Και, ω, ναι. Έχω πολλά νεύρα. ΠΑΡΑ πολλά. Είπαμε έχω σοβαρό πρόβλημα τελειομανίας.


Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

Dreams, dreams, dreams






Μια φορά και έναν καιρό σε μία μακρινή χώρα, όπου οι άνθρωποι μιλούν μία άλλη γλώσσα, γίνονταν εμφύλιος πόλεμος. Ένας πόλεμος εναντίον μία δικτατορίας. Όμως, αυτό είναι μία άλλη ιστορία, χαμένη στο χρόνο, θαμμένη στις αναμνήσεις. Εμάς μας ενδιαφέρει η ιστορία ενός μικρού κοριτσιού, γύρω στα 10. Ο πατέρας της έχει πεθάνει. Η μαμά της, για να γλιτώσει τις κακουχίες του πολέμου παντρεύεται έναν στρατηγό της δικτατορίας και μετακομίζουν μαζί του στην εξοχή, για στρατιωτικούς λόγους. Η μητέρα της είναι έγκυος σε προχωρημένους μήνες και η κοπέλα αποφασίζει να εξερευνήσει λίγο το μέρος. Βρίσκει αυτό το μαγικό λαβύρινθο. Ή τουλάχιστον ένα λαβύρινθο που για εκείνη είναι μαγικός. Έχει νεράιδες και έναν Φαύνο, ένα πλάσμα με πόδια τράγου και κέρατα στο ανθρώπινο κεφάλι του. Και με τη φαντασία της περνά από διάφορες καταστάσεις και προσπαθεί να ξεπεράσει μία μεγάλη τραγωδία που συμβαίνει στη ζωή της. Και... well, το τέλος δεν μπορεί να θεωρηθεί ευτυχισμένο... Ή ίσως και να μπορεί...

Αυτή είναι μία περιεκτική περίληψη της πανέμορφης ταινίας "Ο Λαβύρινθος του Πάνα". Δεν κάνω διαφήμιση της ταινίας, προς Θεού, αλλά αξίζει να τη δείτε. Πραγματικά... αξίζει. Γιατί, εγώ προσωπικά, έκλαψα.

Τώρα... η πρωταγωνίστρια, η Οφίλια, είναι ένα πλάσμα ανήσυχο. Δε στέκεται σε μία μεριά. Και το κυριότερο, η φαντασία της και τα βιβλία της την ταξιδεύουν σε κόσμους και μέρη που δεν περίμενε να δει. Που δεν ήξερε καν πως υπάρχουν. Σε κόσμους που τις προσφέρουν μία υπέροχη εμπειρία. Ταξιδεύει μέσα σε όνειρα γεμάτα φανταστικά πλάσματα...
Και... απλά υποτίθεται πως μένουν όνειρα... Άρα, δεν αξίζει να ονειρευόμαστε; Να κλείνουμε τα μάτια και να φανταζόμαστε ένα κόσμο φωτεινότερο; Να ταξιδεύουμε σε μέρη μαγικά;

Dreams are dreams.I ain't gonna play the fool anymore.

Τα όνειρα είναι όνειρα. Δεν αλλάζει η φύση τους. Είναι μια οφθαλμαπάτη που δημιουργεί ο εγκέφαλός μας. It's an illusion. Ε, λοιπόν, εγώ δεν το δέχομαι. Όχι. Δεν το δέχομαι. Με ανάγκασαν να συμβιβαστώ. Να πατήσω τα πόδια μου στη Γη, να προσγειωθώ άσχημα και να αντιμετωπίσω την πραγματικότητα. Και έτσι, ξέχασα ότι ήξερα. Ξέχασα να γελάω, να εκτιμώ ένα χαμόγελο, ένα αστείο, μία αγκαλιά, μία φωτογραφία. Ξέχασα αυτό που πραγματικά έχει σημασία. Ξέχασα να ζω... Τι τραγική ειρωνεία. Να είσαι μόνο 16 και να έχεις ωριμάσει τόσο απότομα, να ξεχνάς να είσαι παιδί. Να μην είσαι ξέγνοιαστος. Όχι, λοιπόν, δε θα συμβιβαστώ. Δε θα συμβιβαστώ με τη στυγνή, κρύα, σκληρή πραγματικότητα. Ο κόσμος δεν είναι μαύρος. Ούτε ασπρόμαυρος. Όχι. Ο κόσμος μπορεί να χρωματιστεί. Μπορεί. Με ένα-δύο πινέλα και νερομπογιές, με παστέλ και ξυλομπογιές. Δε θα είναι εύκολο. Θα είναι ένας δύσκολος αγώνας... Θα πρέπει να βρούμε ό,τι έχει γίνει ασπρόμαυρο, ότι είναι θλιβερό και μαραζωμένο και να το φτιάξουμε. Αλλά... πρώτη φορά, μετά από καιρό, νιώθω ελπίδα. Και έχω δύο-τρία όνειρα. Κανένας δε θα με εμποδίσει να τα πραγματοποιήσω. Και καθώς τα πραγματοποιώ, θα έχω και άλλα, πολύ περισσότερα, πιο πολύχρωμα και περίπλοκα όνειρα. Όνειρα που δεν είναι μόνο ουτοπικά. Όνειρα που είναι παράλληλα με την πραγματικότητα, όμως δε συμβιβάζονται με αυτήν. Γιατί έχω βαρεθεί. Έχω βαρεθεί. Έχω βαρεθεί, βαρεθεί, βαρεθεί να βλέπω τόση δυστυχία, μέσα μου και γύρω μου. Έχω βαρεθεί να βλέπω εφήβους να έχουν ωριμάσει γρήγορα και να μην απολαμβάνουν το ζεστό χάιδεμα της ανατολής του ήλιου και το βαθύ μπλε της θάλασσας. Έχω βαρεθεί τη μιζέρια, τη θλίψη, την κούραση, την πίεση το άγχος.
You may say I'm a dreamer... But I'm not the only one!
Λοιπόν, φαίνεται δύσκολο; Ακατόρθωτο; I'll give it a shot. Or maybe three. Δεν εγκαταλείπω την προσπάθεια και δε συμβιβάζομαι. Θέλω να ζήσω χαρούμενα. Γεμάτα φως και χρώμα. 


Η πόλη των χρωμάτων-Ζακ Στεφάνου

Όμορφη μου πόλη
έχεις γίνει γκρι και φεύγουν όλοι
βόλτα στις ταράτσες
βγαίνω το πρωί σε βλέπω όλη
γκρι είναι οι δρόμοι
γκρι κι όλοι αυτοί
που περπατάνε
μες τα γκρίζα σπίτια τους
γκρι θα μιλούν γκρι θα αγαπάνε

Μα δε σ' αφήνω γλυκιά μου πόλη
νοικιάζω αεροπλάνο
σημάδι κάνω στο χάρτη

Παίρνω μαζί μου ουράνια τόξα
αυτή που η λόξα γεμίζει με δόξα
το πάρτι

Κόκκινα πράσινα κίτρινα μπλε
σπίτια στους δρόμους
και αστυνόμους μπορντό
Παντού χαμόγελα
και χρώμα στα μαλλιά και τους ώμους
και ένας σκύλος καρό
Πορτοκαλί τα πεζοδρόμια
και οι τοίχοι γαλάζιοι
και τα περίπτερα ροζ
αυτή η πόλη κάθε μέρα μπορεί να αλλάζει
και να γεμίζει με φως

Όμορφη μου πόλη
γίνανε οι δρόμοι σου λιβάδια
οι πλατείες λίμνες και όλα τα σκουπίδια
πολύχρωμα ψάρια
τα αμάξια δέντρα και οι μηχανές
λουλούδια
όμορφη μου πόλη γίνανε οι κόρνες σου
τραγούδια

Και τότε όλοι
γλυκιά μου πόλη
και εκείνοι που κάθονται
κι αυτοί που όλη μέρα δουλεύουν

Καρδιές παράθυρα
και πόρτες ανοίγουν
πετάγονται έξω
γελούν τραγουδούν και χορεύουν

Κόκκινα πράσινα κίτρινα μπλε
σπίτια στους δρόμους
και αστυνόμους μπορντό
Παντού χαμόγελα
και χρώμα στα μαλλιά και τους ώμους
και ένας σκύλος καρό
Πορτοκαλί τα πεζοδρόμια
και οι τοίχοι γαλάζιοι
και τα περίπτερα ροζ
αυτή η πόλη κάθε μέρα μπορεί να αλλάζει
και να γεμίζει με φως




Nevermore!

Δεν ξέρω για ποιο λόγο δεν το έχω παραθέσει ακόμη. Ίσως να είναι το πιο αγαπημένο μου από τα ποιήματά του. Ο Edgar Allan Poe είναι ένας εκπληκτικός ποιητής. Και το ''Κοράκι'' είναι το αγαπημένο μου ποιήμα.









Edgar Allan Poe- The Raven

Once upon a midnight dreary, while I pondered weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore,
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
`'Tis some visitor,' I muttered, `tapping at my chamber door -
Only this, and nothing more.'

Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow; - vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow - sorrow for the lost Lenore -
For the rare and radiant maiden whom the angels named Lenore -
Nameless here for evermore.

And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me - filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
`'Tis some visitor entreating entrance at my chamber door -
Some late visitor entreating entrance at my chamber door; -
This it is, and nothing more,'

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
`Sir,' said I, `or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you' - here I opened wide the door; -
Darkness there, and nothing more.


Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before;
But the silence was unbroken, and the stillness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, `Lenore!'
This I whispered, and an echo murmured back the word, `Lenore!'
Merely this and nothing more.

Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
`Surely,' said I, `surely that is something at my window lattice;
Let me see then, what thereat is, and this mystery explore -
Let my heart be still a moment and this mystery explore; -
'Tis the wind and nothing more!'

Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately raven of the saintly days of yore.
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door -
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door -
Perched, and sat, and nothing more.

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
`Though thy crest be shorn and shaven, thou,' I said, `art sure no craven.
Ghastly grim and ancient raven wandering from the nightly shore -
Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'


Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning - little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door -
Bird or beast above the sculptured bust above his chamber door,
With such name as `Nevermore.'

But the raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only,
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing further then he uttered - not a feather then he fluttered -
Till I scarcely more than muttered `Other friends have flown before -
On the morrow he will leave me, as my hopes have flown before.'
Then the bird said, `Nevermore.'

Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
`Doubtless,' said I, `what it utters is its only stock and store,
Caught from some unhappy master whom unmerciful disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore -
Till the dirges of his hope that melancholy burden bore
Of "Never-nevermore.”

But the raven still beguiling all my sad soul into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore -
What this grim, ungainly, ghastly, gaunt, and ominous bird of yore
Meant in croaking `Nevermore.'

This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom's core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion's velvet lining that the lamp-light gloated o'er,
But whose velvet violet lining with the lamp-light gloating o'er,
She shall press, ah, nevermore!

Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
`Wretch,' I cried, `thy God hath lent thee - by these angels he has sent thee
Respite - respite and nepenthe from thy memories of Lenore!
Quaff, oh quaff this kind nepenthe, and forget this lost Lenore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil! -
Whether tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted -
On this home by horror haunted - tell me truly, I implore -
Is there - is there balm in Gilead? - tell me - tell me, I implore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us - by that God we both adore -
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels named Lenore -
Clasp a rare and radiant maiden, whom the angels named Lenore?'
Quoth the raven, `Nevermore.'


`Be that word our sign of parting, bird or fiend!' I shrieked upstarting -
`Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken! - quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

And the Raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon's that is dreaming,
And the lamp-light o'er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted- nevermore!

Πιστεύω δε χρειάζεται να αναλύσω κάτι. Θέλω να πω, το ποιήμα τα λέει όλα από μόνο του. Τόσο ξεχωριστό και υπέροχο και αγαπημένο ανάμεσα στα ποιήματα... Cause it leaves me with a bittersweet feeling. Yet, it still remains precious.

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

Pointless pessimistic thoughts


Ο αέρας πήρε μερικές τούφες από τα μαλλιά της και έπαιξε για λίγα λεπτά μαζί τους. Σκούρα γκρι σύννεφα είχαν καταλάβει τον ουρανό και μικρές σταγόνες βροχής έπεφταν, μουσκεύοντας το δρόμο, τα φύλλα των δέντρων και την ίδια. Της άρεσε πάντα η βροχή. Ίσως επειδή έμοιαζε με μία ξεχασμένη μελωδία που λίγοι μπορούσαν να κατανοήσουν. Αλλά σήμερα δεν ήταν καλή μέρα. Είχε τσακωθεί με την καλύτερή της φίλη για ένα φαινομενικά ασήμαντο λόγο, που είχε όμως ταρακουνήσει έντονα τα θεμέλια της σχέσης τους. Και όσο για τα μαθήματά της, καλύτερα να μην το σκέφτονταν αυτό. Πώς γινόταν να έχει πάρει έναν από τους χειρότερους βαθμούς της τάξης στα μαθηματικά, τη στιγμή που τα καταλάβαινε; Εκνευρίστηκε με τον εαυτό της. Πρέπει να ήταν τόσο άχρηστη ώστε να μην μπορεί να κάνει τίποτα; Να μη μπορεί να είναι πουθενά τέλεια; Πουθενά καλή; Σε τίποτε;
Στενοχωρημένη έκατσε σε ένα παγκάκι και άρχισε να σκέφτεται.

Πφφφ, περιττό να πω πως έχω απογοητεύσει τον εαυτό μου για μία ακόμα φορά, ε; Διάβαζα 3 ολόκληρες μέρες, είχα μάθει τα πάντα από θεωρία απ' έξω και ξέρω να λύνω τις ασκήσεις, ακόμα και αν είμαι θεωρητική και πάλι, τα σκάτωσα. Έγραψα 55,5/100, δηλαδή 11,1/20. Εκνευρίστηκα με τον εαυτό μου. Στο τεστ που μας είχε βάλει είχα γράψει σκαστό 20. Γιατί τα πήγα τόσο χάλια; Και απογοήτευσα και την κυρία των μαθηματικών, που ξέρει ότι είμαι μαθήτρια του 19-20 στα μαθηματικά. Όλους τους απογοητεύω. :(

The world is  black. Everything is doomed. Everything is ending.

Μα γατί απλά να μη μπορώ να είμαι καλή σε κάτι; Σε ένα μικρό, τοσοδά πραγματάκι. Ούτε στη ζωγραφική είμαι καλή, ούτε καν μέτρια. Κάνω αναλογικά λάθη, λάθη στις σκιές και δεν ζωγραφίζω όπως άλλοι. Δεν μπορώ να γράψω καλούς στίχους ή καλές εκθέσεις. Κάνω λάθη στη διατύπωση.

"Απορώ πως πήγες Θεωρητική και μιλάς έτσι."

Αυτό δεν είπε η κοπελιά από την τάξη της κολλητής μου σήμερα; Yeah. Αυτό είπε. Και παρότι νευρίασα, ξέρω πως έχει δίκιο, καθώς μερικές φορές μπερδεύομαι και στον έναρθρο λόγο. Mπορεί σε μερικούς να φαίνεται λογικό, αλλά εμένα με εκνευρίζει. Σαφέστατα δεν είμαι καλή φίλη, καθώς η κολλητή που είχα 11 χρόνια με παράτησε και μιλάω απότομα και φέρομαι εγωιστικά. Δεν είμαι η καλύτερη μαθήτρια της κατεύθυνσης, ίσως να είμαι στο Top 3 ή Top 5 του τμήματος. Να μη σχολιάσω για την τάξη γενικής παιδείας. Εκεί είναι που φαίνεται πόσο χάλια τα πάω. Πραγματικά, σε τι είμαι καλή; Στο να υπάρχω; Απλά επιβαρύνω τον πλανήτη με την παρουσία μου.

Η βροχή έπεφτε και έπεφτε και έπεφτε και η κοπέλα συνέχιζε να κάθεται στο παγκάκι ακάθεκτη. Σκεφτόταν και σκεφτόταν συνεχώς για ποιο λόγο δεν ήταν καλή σε τίποτα. 
"Έι, έχεις γίνει μούσκεμα.",άκουσε μία φωνή δίπλα της.
Ήταν η κολλητή της. Η βροχή σταμάτησε.
"Δεν θα πάθω και τίποτα.",σχολίασε η κοπέλα.
"Ω, σταμάτα και χαμογέλα. Για μερικούς από μας το χαμόγελό σου είναι σημαντικό.",είπε η φίλη της και το κορίτσι χαμογέλασε. 
Έφυγαν μαζί από εκεί γελώντας και ένα ουράνιο τόξο έλαμψε.

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

The ballad of the prince



Καθώς δεν είχα Ίντερνετ για περίπου μία εβδομάδα, έγραψα αυτό:


The ballad of the prince

Many days and many nights alone
Waiting in the dark by the phone
Waiting for you, and only you
To make all of your dreams come true
I just want to protect you
To find your lost crystal shoe
To be your prince Charming

I’ll be your prince
I’ll make you safe
With a bow and an arrow
I will take away all the sorrow
I’ll do everything it takes since
I love you

Cinderella is just another story
So, I’m really sorry
But fairytales don’t come true
But in ours fairytale, the princess is you
Without a crown or a shiny dress
Will you have your happily ever after?
Or will it be a story of drama and laughter?

I’ll be your prince
I’ll make you safe
With a bow and an arrow
I will take away all the sorrow
I’ll do everything it takes since
I love you

I promise to make your dreams come true
I promise to unconditionally love you
Is this enough to be your prince?
Will you ever glance at me?
I think my love is doomed and hopeless
Oh, I wish you could just smile at me.
What a bless could it be.

Just a smile, just a glance…
I admit, I’m in love with you
But the only way to see you is to dream of you
My precious treasure.
It’s a hard time for princes.
‘Cuz fairytales just don’t really exist.
Oh, I really wish to be your prince.

I’ll be your prince
I’ll make you safe
With a bow and an arrow
I will take away all the sorrow
I’ll do everything it takes since
I love you.

Το έγραψα για όλους τους ''πρίγκιπες'' της σημερινής εποχής. Έμπνευσή μου ήταν δύο fictional χαρακτήρες. Ένα αγόρι που είναι hopelessly in love με ένα κορίτσι. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου αρέσει σαν τραγούδι. :Ρ
Ακούω γνώμες. :] 

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

Fuck why, why, WHY?






Fuck, fuck, fuck. Just fuck this. Cut all the crap. Τι αηδίες ακούω. Μπορούμε να έχουμε φίλους λέει. Φυσικά και μπορούμε να έχουμε φίλους. Και γυναίκες και άντρες. Φίλους που θα μας σταθούν. Φίλους που θα μας ακούσουν. Φίλους που απλά θα είναι ΦΙΛΟΙ. Γίνεται αυτό;
Όχι. Δε μπορεί να αλλάξει η φύση του άντρα ποτέ; Όχι, δε μπορεί; Πρέπει πάντα γαμώτο όποιον θεωρώ πραγματικά φίλο μου να φαντασιώνεται τα στήθη και τα οπίσθιά μου; Τι στο διάολο έχω φταίξει και τα τραβάω όλα αυτά; Νεύρα, νεύρα, νεύρα, νεύρα.
Δηλαδή, μέσα σε ΟΛΑ αυτά που συμβαίνουν πρέπει να έχω στο νου μου και αυτό; Ο θείος μου να αργοπεθαίνει στην εντατική και συ ρε φίλε  να με παίρνεις τηλέφωνο και να μου λες να πάμε σε ταινία. Οι δυό μας. Όχι, δε γουστάρω να πάω σε ταινία μόνη με αγόρι εκτός και αν είναι το boyfriend. ΔΕ ΓΟΥΣΤΑΡΩ. Γκεγκε; Και μετά που σου αρνιέμαι, λες να βγούμε βόλτα, αν φυσικά δε βαριέμαι την παρέα σου. Όχι, δεν την βαριέμαι. Αλλά είμαστε ΦΙΛΟΙ, δεν βγαίνω με φίλους βόλτα μόνη μου.Και σίγουρα δεν εννοούσες να βγούμε με μεγάλη παρέα.
Μία βδομάδα αργότερα, ενώ ο θείος έχει δύο ημέρες που έχει πεθάνει με παίρνεις τηλέφωνο. Δεν απανάτω και όταν σε ρωτώ τι θες, μου λες πως είμαι επιθετική και να αφήσω το θέμα. Σε ρωτάω αν ήθελες να έρθω στο live στο Cocoon(ναι, παίζεις και κιθάρα!) και μου πες ότι αυτό με ήθελες. Guess what. Έχω να φάω δύο ημέρες και πριν μία ημέρα έθαψα ένα σημαντικό άνθρωπο. Πέταξα στον τάφο του λουλούδια και τον είδα να σκεπάζεται σε ένα ξύλινο κουτί. Πιστεύεις ότι είμαι σε κατάσταση να πάω σε σκυλάδικο να ακούσω εφήβους να κάνουν scream; Μάντεψε, ΔΕΝ είμαι!
Και με όοοοολα αυτά που έγιναν, καθώς συζητώ με το μόνο λογικό άτομο που μου έχει μείνει, την Jelly-chan(την κολλητή μου), μου μπαίνει η ιδέα. Σκατά, γιατί το σκέφτηκα; Αλλά ναι το συζήτησα με το αγόρι μου και έβγαλε το ίδιο συμπέρασμα. Πως μάλλον σου αρέσω. Και σήμερα δε σου μίλαγα. Σε απέφευγα. Και με ρώτησες τι έχω. Ως επί το πλείστον, απλά δεν έχω όρεξη. Το όλο μαύρο ντύσιμό μου λέει πολλά. Σου λέω πως πέθανε ο θείος μου και δε με πιστεύεις. Δηλαδή τι πρέπει να κάνω ρε πούστη μου για να δέιξω σε όλους σας πως για αυτό το γεγονός δεν έχω όρεξη; Να σας πάω στον τάφο του; Ή μήπως έπρεπε να σας καλέσω στην κηδεία, να με δείτε να πλαντάζω στο κλάμα; Ε; Πρέπει δηλαδή να είμαι μόνιμα η χαζοχαρούμενη;
Πω ρε φίλε, έχω δικαίωμα, μία μόνο μία φορά, να μη φοράω το χαμόγελο για όλους εσάς. Έχω το δικαίωμα μία φορά να γίνω εγωίστρια, να κλειστώ στον εαυτό μου και να μη μιλώ. Και όταν μου περάσει θα μου περάσει.
Και 'συ, πήγες και ρώτησες την Jelly-chan τι μου συνέβη και σε αποφεύγω. Ε, λοιπόν, θες να μάθεις; Νομίζω πως με γουστάρεις. Ω, ναι. Αυτό. Όπως το διαβάζεις φίλε μου. Ο μοναδικός φίλος που έκανα και εμπιστεύτηκα μάλλον με γουστάρει. Τι καλά. Έχω τον πόνο μου, τους θανάτους που έγιναν στις διακοπές, την αρρώστια του μωρού της αδελφής μου, τα άγχη για τους βαθμούς, τα οικογενειακά προβλήματα έχω ΚΑΙ αυτό τώρα. Τέλεια. Όλα σκατά έχουν γίνει. Σκατά, σκατά, σκατά, σκατά. Και ναι, θα σου πω να τη δεις αυτή την ανάρτηση. Θέλω να μείνω μόνη και να μην καταστρέψω μία φιλία. Ντάξει;
Και τώρα, αν το δεις αυτό, θα πεις πως σε παρεξήγησα. Ντάξει, τέτοια λογική έχω να παρεξηγώ. Αλλά από τη στιγμή που δε βγαίνουμε ποτέ μαζί και ξαφνικά όλο μου προτείνεις βόλτες, τι θες να σκεφτώ;
Ειλικρινά, δε με ενδιαφέρει αν θα σχολιάσει κανείς η όχι. Η ανάρτηση είναι απλά ηλίθια. Ήθελα μόνο να ξεσπάσω.

Πάρτε αυτό. Το ακούω και κλαίω για όλες τις βλακείες που συμβαίνουν. Γιατί η ζωή δεν είναι παραμύθι. Η δική μου τουλάχιστον. Η δική μου, αν ήταν παραμύθι, θα ήταν γραμμένο σε χαρτί υγείας.

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

Feeling so trapped...


(You can find this image right here!)





Γιατί κάθε φορά που ακούω μελωδίες από τον αγαπητό μου φίλο Yann μελαχγολώ; Τόσο υπέροχη μελωδία... Απλά ακούστε το σας παρακαλώ.

Τώρα, πάμε στο σημερινό θέμα. Έχετε νιώσει ποτέ...παγιδευμένοι; Εγώ... εγώ έτσι νιώθω τώρα παγιδευμένη. Νιώθω σαν ένα πιόνι που έχει χρησιμοποιηθεί πολλές φορές στο σκάκι και τελικά έσπασε από την πολυκαιρία. Σαν ένα παιχνίδι που έχει χάσει τη λάμψη του και δε μπορεί πια να μαγέψει τα πλήθη. Νιώθω... κενή. Δεν ξέρω τι φταίει... Ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου; Ο θάνατος μία αγάπης; Όλα μαζί; Ίσως...
Και γενικά, δε ξέρω γιατί... νιώθω προδωμένη από τον ίδιο μου τον εαυτό. Γιατί συνειδητοποίησα μερικά πράγματα. Δεν ξέρω αν αυτό που είμαι τώρα, αυτή που σας γράφει τις αναρτήσεις 3 μήνες τώρα, είναι η πραγματική Creepy Dreamer. Aυτός είναι ο πραγματικός μου χαρακτήρας; Έτσι είμαι; Έτσι ήμουν; Έτσι θα μείνω; Μήπως όμως όλο αυτό το ''είμαι'' είναι η μάσκα που με υποχρέωσαν να βάλω; Η μάσκα της καλής μαθήτριας, του καλού παιδιού, του υπεύθυνου παιδιού και αλλα χίλιες δυό μάσκες που δεν ξέρω αν θα μπορέσω ποτέ μου να τις βγάλω...

Αυτό που έκανα σ'εμένα, δεν ήξερα να το κάνω,
Κι αυτό που θα μπορούσα να κάνω για μένα, δεν το έκανα.
Το ντόμινο που φόρεσα ήταν λάθος,
Για κάποιον άλλο με περάσανε, δε μίλησα και χάθηκα.
Όταν τη μάσκα θέλησα να βγάλω,
Κολλημένη στο πρόσωπό μου ήταν.
Κι όταν την έβγαλα και στον καθρέφτη το πρόσωπό μου είδα,
Είχα γεράσει κιόλας.
Μεθυσμένος ήμουν και το ντόμινο δεν ήξερα να βάλω,
Που ποτέ δεν είχα βγάλει.
Πέταξα η μάσκα και κοιμήθηκα στην γκαρνταρόμπα
Σαν σκυλί που του το επέτρεψαν 
Γιατί ήταν ακίνδυνο.
Και θα γράψω αυτή την ιστορία για ν' αποδείξω
Πως υπέροχος είμαι.

Απόσπασμα από το ποιήμα Καπνωπολείο, του Φερνάντο Πεσσόα.(1928)



Πόσες μάσκες και πόσες άλλες
Πάνω στο πρόσωπο της ψυχής μας φοράμε;
Άραγε όταν γι 'αστείο η ψυχή τη μάσκα θελήσει να βγάλει
Ξέρει πως έτσι αφήνει το πρόσωπο γυμνό να φανεί;
Η μάσκα η πραγματική, δε νιώθει τίποτα κάτω απ' τη μάσκα
Αλλά κοιτάζει μεσ' απ' αυτή με μάτια κρυμμένα.

Απόσπασμα VΙΙ από το ποιήμα 35 Σονέτα, του Φερνάντο Πεσσόα.


Οκέι, παρότι έχει πεθάνει εδώ και αρκετά χρόνια, νομίζω συμφωνώ σε πολλά μαζί του. Πάντα μας πρωθούν να κάνουμε το ένα ή το άλλο. Πάντα υπάρχει μία δεύτερη φωνή δίπλα μας που θα μας υποδείξει τι να κάνουμε και θα μας επηρεάσει να το κάνουμε. Το κάνουν για να μας καθοφηγήσουν, για να μας προστατεύσουν... Όμως όταν μας αφήνουν μόνους... θα μπορέσουμε να κάνουμε κάτι μόνοι μας; Η μάσκα θα πέσει, το πραγματικό πρόσωπο θα φανεί... Μπορεί αυτό να αντεπεξέλθει στην πραγματικότητα; Ή θα συντριφθεί και θα γίνει κομμάτια, τα οποία θα διασκορπιστούν σαν κόκκοι άμμου στο Αιγαίο; Θα μπορέσουμε να είμαστε εμείς; Χωρίς φόβο; Χωρίς να διστάσουμε; Χωρίς να δειλιάσουμε; Ή όλα αυτά θα είναι υπερβολικά και στην πρώτη μας προσπάθεια να ''πετάξουμε'' μακριά θα προσγειωθούμε πολύ απότομα στο έδαφος;
Ναι... Θα τα καταφέρουμε. Έτσι νομίζω. Παρότι νιώθω τόσο παγιδευμένη, παρότι νιώθω πως τώρα δε μπορώ να κάνω τίποτα, πιστεύω ότι θα μπορέσουμε. Γιατί θα υπάρχουν άτομα που θα μας στηρίξουν. Άτομα που μας αγαπάνε. Άτομα για τα οποία είμαστε σημαντικοί.
Θα κλείσω αυτή την ανάρτηση με (άλλο) ένα κομμάτι από το Yann Tiersen. Και ένα απόσπασμα από το Μικρό Πρίγκιπα. Ξανά. :Ρ


Καθώς ο μικρός πρίγκιπας αποκοιμιόταν, τον πήρα στην αγκαλιά μου και άρχισα πάλι να περπατάω. Ήμουν συγκινημένος. Ένιωθα να κουβαλάω έναν εύθραυστο θησαυρό. Μου φαινόταν μάλιστα πως δεν υπήρχε τίποτα πιο εύθραυστο πάνω στη Γη. Κοίταζα στο φως του φεγγαριού το χλωμό μέτωπο, τα κελιστά μάτια, τις τούφες των μαλλιών που τρεμόπαιζαν στον άνεμο και σκεφτόμουν: "Αυτό που βλέπω δεν είναι παρά μία φλούδα. Το πιο σημαντικό είναι αόρατο..."