Hunger Games

Deep in the meadow, hidden far away
A cloak of leaves, a moonbeam ray
Forget your woes and let your troubles lay
And when it's morning again, they'll wash away
Here it's safe, here it's warm
Here the daisies guard you from every harm
Here your dreams are sweet and tomorrow brings them true
Here is the place where I love you.

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

Summer with lots of sunshine



Η ζέστη με τυλίγει ξανά και ο ήλιος καίει πάνω από το κεφάλι μου. Ψάχνουμε απελπισμένα να βρούμε μία σκιά και ο ζεστός αέρας κάνει τα γεμάτα φύλλα κλαδιά να θροΐζουν. Τα πουλιά ανήσυχα ανταλλάσσουν μεταξύ τους μηνύματα και ο ουρανός έχει αυτό το παιδικό γαλάζιο χρώμα. Που και που υπάρχουν λευκά σύννεφα που μοιάζουν με ιπτάμενο βαμβάκι και παίρνουν διάφορα σχήματα.
Το καλό με το παραμεθόριο χωριό που επέλεξαν οι γονείς μου να χτίσουν σπίτι είναι πως είναι γεμάτο γρασίδι, δέντρα και λουλούδια. Από 8 χρονών κυνηγούσα τις πεταλούδες. Δέκα χρόνια μετά δεν έχει αλλάξει κάτι. Είναι τόσο όμορφες έτσι όπως πετάνε τριγύρω. Οι μέλισσες βέβαια μπορεί να σε τσιμπήσουν αν τις ενοχλήσεις έστω και καταλάθος και από κουνούπια άλλο τίποτα. Όμως δε με νοιάζει ακόμα και αν παραπονιέμαι που δε μένω στο κέντρο της πόλης. Εδώ είναι ήσυχα και ηλιόλουστα και μπορώ να ξαπλώσω ένα ολόκληρο μεσημέρι στο γρασίδι και να κοιμηθώ και να δω τα πιο όμορφα ηλιοβασιλέματα στα κεραμίδια του σπιτιού μου και τις νύχτες, συντροφιά με το ελαφρύ αεράκι, να μετρήσω όλα τα αστέρια του ουρανού.
Το καλοκαίρι έφτασε. Κάθε καλοκαίρι, κάθε εποχή μου θυμίζει κάπως τα παλιά. Κυρίως τη Μυρτώ, υποθέτω, και γεμίζω ακόμη με μία κάποια μελαγχολία.
Φέτος όμως είναι διαφορετικά.
Θα πάω Θεσσαλονίκη και Αθήνα και θα δω τους φίλους μου. Θα πάω λογικά για κάμπινγκ με την Ελένη και το Θάνο. Θα παίξω πρωταγωνιστικό ρόλο στο ερασιτεχνικό θέατρο του χωριού μου. Θα ζωγραφίσω και θα διαβάσω λογοτεχνία. Θα περπατήσω στην αμμουδιά μιας χρυσαφιάς παραλίας και θα δω τα ηλιοβασίλεμα. Θα κάνω πάλι μπάνιο στο σχεδόν κόκκινο και λίγο χρυσό νερό όταν ο ήλιος δύει, κάτω από τα πορτοκαλιά σύννεφα και με τα πρώτα αστέρια για συντροφιά. Ποιος ξέρει, ίσως επιτέλους να πραγματοποιήσω το όνειρό μου να κάνω μπάνιο κάτω από το χλωμό φως των αστεριών. Θα μαζέψω κοχύλια και θα χρωματίσω τους τοίχους του δωματίου μου. Θα βγάλω φωτογραφίες που θα μου θυμίζουν τις όμορφες στιγμές και θα λέω καμμενιές με τους φίλους μου. Θα γελάσω τόσο πολύ που θα τρέχουν δάκρυα από τα μάτια και θα πάρω αγκαλιά(ες) τα άτομα που αγαπάω απεριόριστα πολύ. Θα δω ό,τι ταινία θέλω και θα κάτσω να δω τον ήλιο να ανατέλλει-σε μία παραλία ή στην ταράτσα μου. Θα περάσω όμορφα και θα δημιουργήσω όμορφες αναμνήσεις. Θα έχω ένα μεγάλο, φωτεινό καλοκαίρι.

Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

The end...

Και ήρθαν πολλά τέλη μαζί.
Το τέλος της σχολικής χρονιάς.
Η τελευταία μου σχολική χρονιά.
Το τέλος των Πανελληνίων (καλά αυτό θα 'ρθει και πιο officially την Τριτη ^_^)
Το τέλος των Αρχαίων(μετά από 6 χρόνια διαβάσματος :Ο)
Το τέλος των καλοκαιρινών. Ακόμα δεν μπορω να πιστεψω πως θα χω 2,5 μηνες στη διάθεση μου να κάνω ότι θελω...Κάτι τέτοιο έχει να γίνει από...την Τετάρτη Δημοτικού I guess? :P
Το τέλος πολλών γνωριμιών. Μετά το σχολείο θα σταματήσω να 'χω επαφές με πολλά άτομα. Όχι ότι με πειράζει :Ρ

Θα επρεπε να με ενοχλούν αυτά τα τέλη; έχω ακούσει πως πολλοί νιώθουν μελαγχολία όταν ακουν για τελευταία φορά το κουδούνι του σχολείου. Εγώ δε νιώθω κάτι τέτοιο. Νιώθω μια ανακούφιση. Δεν πέρασα ποτέ ιδιαίτερα καλά στο σχολείο, ούτε καν όταν ήμουν Νηπιαγωγείο :Ρ Oh well.

Οι Πανελλήνιες πάντως άφησαν βαρύ στίγμα. Και επειδή ξέρω πως αρκετοί από όσους με διαβάζουν δεν έχουν δώσει ακόμη, απλά θέλω να πω, πως είναι η πιο ηλίθια διαδικασία, πως απλά γαμάς την ψυχολογία σου ένα χρόνο για εξετάσεις που διαρκούν 2 βδομάδες. Θα θελα να τα χώσω στο σύστημα, μα ποιος θα ακούσει; Δεν ξέρω, απλά μου φαίνεται αδιανόητο να περνάμε αυτό το λούκι...

Oh well.

Θα ξαναγίνω ενεργή στο blogger *clap clap* I know you missed me so don't even try to deny it B)


Αντε και καλό μας καλοκαίρι!!

Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Have you ever been in love?


Have you ever been in love? Horrible isn’t it? It makes you so vulnerable. It opens your chest and opens up your heart and it means that someone can get inside you and mess you up. You build up all those defenses, you build up a whole suit of armor, so that nothing can hurt you, then one stupid person, no different from any other stupid person, wanders into your stupid life… You give them a piece of you. They didn’t ask for it. They did something dumb one day, like kiss you or smile at you, and then your life isn’t your own anymore. Love takes hostages. It gets inside you. It eats you out and leaves you crying in the darkness, so simple a phrase like ‘maybe we should just be friends’ turns into a glass of splinter working its way into your heart. It hurts. Not just in the imagination. Not just in the mind. It’s a soul-hurt, a real gets-inside-you-and-rips-you-apart- pain. I hate love.
-Neil Gaiman



#So.True.

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Saddarkgriefhate all together


Θέλω απλά να κουλουριαστώ σε μία μεγάλη μπάλα και να αρχίσω να κλαίω και να κλαίω και να βγάλω τα πάντα, τα πάντα από μέσα μου. Το γεγονός πως δεν είμαι αρκετή-ποτέ δε θα είμαι. Το γεγονός πως τα ντεζά βου, στις φιλίες και σε όλα, χτυπάνε ανησυχητικά κόκκινο, και απειλούν πάλι να μου γ@μήσουν την ψυχολογία. Το γεγονός πως δε διαβάζω, δε θα περάσω, δε θα περάσω, δε θα περάσω. Δεν ξέρω τι παραπάνω ακριβώς πρέπει να κάνω, γιατί έχω κουραστεί, θέλω να κοιμηθώ, θέλω να βγω, θέλω να γελάσω, θέλω να κοιμηθώ, θέλω να μιλήσω 5 ώρες στο τηλέφωνο και να κοιμηθώ 6 ώρα το ξημέρωμα για να δω την ανατολή και να κάτσω στην ταράτσα να μετρήσω όλα τα αστέρια και να κάνω ό,τι έχω στερηθεί τα τελευταία…χμ…6 χρόνια ίσως και άντε, ας μην υπερβάλλω, έστω τα τελευταία 3 του Λυκείου. Θέλω να μυρίσω το κάθε λουλούδι και να πάω στη Θεσσαλονίκη και να δώσω στην Κωνσταντίνα μία μεγάλη αγκαλιά και να μάθω τι τρέχει με την Αλεξάνδρα και απλά να τα αφήσω όλα, όλα, όλα πίσω μου. Όλα. Τα πάντα και το τίποτα, τη λύπη και τη χαρά, απλά να ζήσω ξανά όπως εκείνες τις 4 μέρες που ήταν σαν να ήμουν από πάντα εκεί, που ένιωθα να είμαι εγώ που είμαι, που γέλαγα ελεύθερα και μπορούσα να ονειρευτώ και να πω μια βλακεία και άλλη μία και κανείς να μην πει κουβέντα και κανείς να μην ειρωνευτεί και όλοι να γελάνε και να πιανόμαστε χέρι-χέρι και να είμαστε φίλοι, φίλοι, φίλοι, φίλοι, φίλοι, φίλοι Φ Ι Λ Ο Ι.
Αλλά ξέρω πως δε θα ξαναρθεί αυτό και δε θα ξαναρθεί, δε θα ξαναρθεί, δε θα ξαναρθεί. Δε διαβάζω και δε θα περάσω και δε θα τα ξαναζήσω αυτά και απλά δε ξέρω. Νιώθω έτοιμη να κλάψω και θέλω να ζωγραφίσω αλλά ούτε αυτό μπορώ να κάνω γιατί τα σχέδια βγαίνουν αισχρά και κλαίω και πονάω και βρίζω και είμαι ένα μάτσο κομμάτια που δε μπορούν να ενωθούν και θέλω μια αγκαλιά αλλά πού είναι η αγκαλιά;
Και πάλι ξεκινώ  τους εγωισμούς μου και συμπεριφέρομαι σαν να υπάρχω μόνο εγώ και μετά νιώθω τύψεις και τύψεις και τύψεις και τύψεις και τύψεις και τίποτα άλλο πια. Δεν ξέρω τι να κάνω, όλα αυτά έχουν έρθει να με κάνουν άνω κάτω. Πονάω βρίζω κλαίω πετάω πέρα τα βιβλία δε μπορώ να ζωγραφίσω δεν ακούω μουσική δεν είμαι εγώ.
Στα σκατά να πάνε όλα αυτά που με κάνουν έτσι.
Και συν τοις άλλοις έχω ξεχάσει και το δικό μου μπλογκ και τα άλλα. Νάις.


Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Who was she?

 Αυτοτελές κείμενο.





Alice Turner got up from her bed. It was 6:30 a.m. She had to get ready. It was her special day. Everything would have to be perfect.
Alice was only 21. She had a mother named Helen who worked as a nurse at the local hospital. She had an older sister, Lizzie, who was about 28 now. Her sister was her prototype. Always with an A+ in the report card, studied in Law School of Yales. A dream sister and a lovely daughter anyone would have wanted.
Alice tried really hard on her whole life to look like her sister. She studied, studied, studied. She made it to Yales as well, but she studied in Economics, because she thought of it as a more entertaining subject and her mother used to tell to her that it would get her a job for sure.
Last day was her graduation day from Yales.  She was invited to a party, but she could not attend it. Today was her special day you see. The day of her job interview. She would success, she knew. Everything will be perfect, that’s what she kept telling herself. She had loved this company ever since her mother talked to her about it.
‘I’m really proud of you honey,’ her mother said when she got down for breakfast. ‘This suit looks perfect on you. Everything is going to be perfect. Everything. You will do it. And every extra hour, every extra night in this hospital would not have been wasted in vain.’
Alice knew she couldn’t disappoint her mother. She sacrificed everything for her and her sister. She would make her proud. She would make her smile.
She got the train and went to the centre of thw town. It was full of people in suits, with briefcases and cell phones. She would be like them too, one day. Maybe tomorrow she would be like them too. Maybe that would make her mother even more proud of her. And that way she would be more like Lizzie.
She step into the building in which her job interview was held. She was maybe one of the hundreds who wanted this place, the economic advisor. But she would get it. She had to make mother proud.
They called her name. She went to the office of the CEO of the company. She was a lady in a blue suit, with greyish hair and glasses.
‘So Miss Turner, you have an impressive biography here. Hundreds and hundreds of young people want this position. Your skills seem to fit our expectations, but why should we choose you? What makes you different? Tell us, who really is Alice Turner?’ the CEO said.
‘I…well I am… I…’
Alice was stunned. Years of studying and now that? What kind of question was that? It was never mentioned in any kind of book or handbook or anything!
‘I am sorry for wasting your time,’ she said and escaped from there.
She walked in the streets. Lost. Why did this happen? Was she not prepared enough?
And this question kept troubling her mind. Who was she? She was Alice Turner. Yeah. She was Alice Turner. But who was she? What kind of music did she like? Did she even like music? Her mother always used to tell that music would not help her concentrate in studying. And what about books? She never read any of them, only the ones she had to read. She didn’t even had a taste in clothes. Who was she? Was she Alice Turner? Or was she just an automaton that just kept reading to keep her mother in peace?
She was nothing. She was just a failure of her mother’s dream that never came to life. Without making her dreams true, she had to make her kids do it for her.
And now Alice Turner had nothing but a name, a surname and her genetics to identify her.
She sighed. Now it was time to find out who Alice Turner really is.


Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

Selfish

What's with these harsh words of criticism
all I ever did was do what I was told
above and beyond my call of duty even

But the harsh blows of your speech hurt
why did I even ever bother trying to impress you
there's no point in my pride either
all that feeling receives is a judgmental quarrel

My work here is through
emotions and all else fail, so why bother
the corner of the room seems so inviting
crawl away like the pathetic worm I am
off I hide to hinder my wounds and stitch myself together
a self centered bitch has no rank among her foes

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

....Insert title here...

Σκέφτομαι για μία ακόμη φορά να κλείσω το μπλογκ. Πρωτότυπο ε;
Απλά πλέον δεν είναι όπως ήταν παλιά. Έχει καταντήσει μονότονο και εγωκεντρικό καθώς ως επί τω πλείστω είμαι εγώ και γκρινιάζω, γκρινιάζω, γκρινιάζω, το μονόχνωτο και βαρετό εγώ μου. Οι αναρτήσεις μου δεν ξέρω αν έχουν νόημα πια για ‘μένα την ίδια.
Και ξέρω ένα: Fairytales, forgotten or not, are still fairytales. They can never be true. Never.

 Θα δω τι θα κάνω. Ούτως ή άλλως οι αναρτήσεις μου και το διάβασμα άλλων αναρτήσεων είναι αραιές διότι διαβάζω -.-













Send me your flowers of your December,
Send me your dreams of your candied wine.
I've got just one thing I can't give you...
Just one more thing of mine