Hunger Games

Deep in the meadow, hidden far away
A cloak of leaves, a moonbeam ray
Forget your woes and let your troubles lay
And when it's morning again, they'll wash away
Here it's safe, here it's warm
Here the daisies guard you from every harm
Here your dreams are sweet and tomorrow brings them true
Here is the place where I love you.

Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2010

Μια φορά και ενάν καιρό ήταν ένας μικρός πρίγκιπας...



Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένας μικρός πρίγκιπας...
Ήρθε η στιγμή που ο μικρός πρίγκηπας, αφού πολύ περπάτησε στην άμμο, στους βράχους και στα χιόνια, ανακάλυψε επιτέλους ένα δρόμο. Κι όλοι οι δρόμοι οδηγούν στους ανθρώπους.
«Καλημέρα», είπε.
Ήταν ένας ανθισμένος κήπος με τριαντάφυλλα.
«Καλημέρα», είπαν τα τριαντάφυλλα.
Ο μικρός πρίγκηπας τα κοίταξε. Έμοιαζαν όλα στο λουλούδι του.
«Τι είσαστε;», τα ρώτησε έκπληκτος.
«Είμαστε τριαντάφυλλα», είπαν τα τριαντάφυλλα.
«Α!» έκανε ο μικρός πρίγκηπας... Κι αισθάνθηκε πολύ δυστυχισμένος. Το λουλούδι του του 'χε πει, πως ήταν το μοναδικό στο σύμπαν. Και να που υπήρχαν πέντε χιλιάδες, όλα τους όμοια, μέσα σ' έναν μόνο κήπο. «θα αισθανόταν πολύ προσβεβλημένο, αν το 'βλεπε αυτό», σκέφτηκε, «θα 'βηχε πολύ καί θα 'κανε πως πεθαίνει, για ν' αποφύγει τη γελοιοποίηση. Και θα 'μουνα υποχρεωμένος να κάνω, πως το φροντίζω, γιατί αλλιώς για να με ταπεινώσει κι εμένα, θ' άφηνόταν στ' αλήθεια να πεθάνει...» Μετά σκέφτηκε κι αυτό: «Νόμιζα, πως έχω τον πλούτο ενός μοναδικού στον κόσμο λουλουδιού καί δεν έχω παρά ένα συνηθισμένο τριαντάφυλλο. Αυτό καί τα τρία μου ηφαίστεια, που μου φτάνουν ως το γόνατο και που το ένα τους ίσως να 'χει σβύσει για πάντα, δεν με κάνουν δα και κανένα μεγάλο πρίγκηπα...» Καί ξάπλωσε στα χορτάρια κι έκλαψε.


Πώς θα ένιωθε ο καθένας από εμάς, αν ανακάλυπτε κάτι τέτοιο; Κάτι τόσο φοβερό, τόσο απαίσιο;
Ο πολυτιμότερος θησαυρός σου να μην είναι τίποτε παραπάνω από κάτι που ήδη υπάρχει... Κάτι το ίδιο.
Και οι άνθρποι έτσι δεν είμαστε; Όλοι ίδιοι... Όλοι έχουμε δύο πόδια, δύο χέρια, δύο μάτια και αυτιά, μύτη, στόμα, μιλάμέ, περπατάμε, λύνουμε ασκήσεις στα μαθηματικά... Είμαστε όλοι ίδιοι λοιπόν.
Πώς λοιπόν θα σας φαινόταν αν συνειδητοποιούσατε πως είστε ένα τίποτα; Ένα ίδιο πλάσμα όπως όλοι...; Απλά να είσαι ίδιος, η ίδια μονοτονία, να μην είσαι ξεχριστός... Να μην έχεις κάτι να προσφέρεις... Να είσαι απλά... το τίποτα.
Τραγική συνειδητοποίηση. Να ξέρεις πως δεν μπορείς να κάνεις κάτι για να ξεχωρίσεις, για να ανοίξεις τα φτερά σου, να πετάξεις, να πας ένα επίπεδο παραπάνω...
But I'm a creep
I'm a weirdo
What the hell am I doing here?
I don't belong here....
Ποιος όμως στο λέει αυτο;
Όλοι μας αναρωτιόμαστε "Ποιος στο διάτανο είμαι εγώ για να είμαι ιδιαίτερος, ξεχωριστός, τέλειος, έξυπνος, δημιουργικός, ταλαντούχος;".
Και εγώ ρωτάω "Ποιος είσαι για να μην είσαι;".
Με όλη αυτή την αμφιβολία, την αμφισβήτηση που κάνουμε στον εαυτό μας, μπορούμε πραγματικά να καταλάβουμε αν είμαστε ξεχωριστοί ή όχι;
Φυσικά και είμαστε ξεχωριστοί... Ο καθέ ένας μας είναι ιδιαίτερος. Είναι φανταστικός. έχει τις δικές του δυνάμεις και βασίζεται σε αυτές... Και επιπλέον, αυτοί που θα σε αγαπήσουν, θα σε αγαπήσουν ακριβώς για αυτό το λόγο. Επεισή είσαι τόσο ξεχωριστός, τόσο διαφορετικός από τους άλλος ανθρώπους της Γης. Επειδή είσαι εσύ και δεν προσποιείσαι για αυτό που είσαι.
Σε αγάπησαν για το χαρακτήρα σου...



...Μετά η αλεπού πρόσθεσε. «Πήγαινε να ξαναδείς τα τριαντάφυλλα, θα καταλάβεις ότι το δικό σου είναι μοναδικό στον κόσμο, θα ξανάρθεις να μ' αποχαιρετήσεις, κι εγώ θα σου χαρίσω ένα μυστικό.».
Ο μικρός πρίγκιπας έφυγε να δει ακόμη μια φορά τα τριαντάφυλλα. 
«Δε μοιάζετε καθόλου με το δικό μου τριαντάφυλλο», είπε... «Είστε όμορφα, αλλά κενά... Αν κάποιος τυχαίος περαστικός έβλεπε το τριαντάφυλλό μου, θα νόμιζε ότι σας μοιάζει. Εκείνο όμως είναι πολύ πιο σημαντικό από όλα σας, γιατί είναι το τριαντάφυλλο που έχω εγώ ποτίσει. Γιατί είναι το λουλούδι που προστάτεψα. Γιατί έχω σκοτώσει τα σκουλήκια του, γιατί είναι το τριαντάφυλλο που έχω ακούσει να παραπονιέται, να καμαρώνει ή να σιωπά. Γιατί είναι το τριαντάφυλλό μου το καλύτερο απ' όλα! »
Ξανάρθε στην αλεπού.
«Αντίο» είπε.
«Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν την βλέπουν τα μάτια.. Ο χρόνος που έχασες για το τριαντάφυλλό σου αυτός είναι που κάνει το τριαντάφυλλό σου τόσο σημαντικό.Οι άνθρωποι ξέχασαν αυτή την αλήθεια. Αλλά εσύ δεν πρέπει να το ξεχάσεις. Γίνεσαι για πάντα υπεύθυνος γι' αυτό που έχεις εξημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου...».
«Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου», επανέλαβε ο μικρός πρίγκηπας, για να το θυμάται.


Ώστε έτσι έχουν τα πράγματα. Τα άλλα τριαντάφυλλα μοιάζουν με το δικό μας. Αλλά μόνο το δικό μας είναι ξεχωριστό. Γιατί απλά είναι αυτό που μας ''εξημέρωσε''.
Με αυτό δημιουργήσαμε δεσμούς και αυτό θα αγαπάμε για πάντα και πάντα. Και σύμφωνα με τη σοφή αλεπού, είναι το μόνο πράγμα που πρέπει να θυμόμαστε. Να μην βλέπουμε με τα μάτια. Η καρδιά, ναι, αυτή με την οποία αισθανόμαστε ξέρει να ξεχωρίζει το δικό μας τριαντάφυλλο μέσα σε ένα κήπο με τόσα άλλα ίδια τριαντάφυλλα. Αυτό το ένα και μοναδικό τριαντάφυλλο είναι αυτό το οποίο θα αγαπάμε πραγματικά...


Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Χαμένοι μοιάζουμε, λοιπόν, στο γύρο του θανάτου στην παγωνιά του οριστικού, στον τρόμο του αοράτου



Μια φορά και ένα καιρό, πολλά χρόνια πριν το 2010, σε ένα όμορφο, dark δάσος με τεράστια δέντρα, των οποίων τα φυλλώματα δημιουργούσαν θόλο, καλύπτοντας τον ήλιο και τα σύννεφα και τον ουρανό, ζούσε μία κοπέλα. Την λέγανε Υβόνη. Είχε μακριά, μαύρα μαλλιά και μεγάλα καστανά μάτια. Όλοι στο δάσος την αγαπούσαν. Τα ζώα, τα λουλούδια, οι Νύμφες των δέντρων, οι μικρές νεράιδες και ακόμα και στα στοιχεία, το νερό, η φωτιά και ο αέρας είχαν ως πολυαγαπημένη την Υβόνη. Ήταν μία εξαιρετική κοπέλα. Προσπαθούσε πάντα για το καλύτερο, κοιτούσε πρώτα πως θα ικανοποιήσει τις επιθυμίες των άλλων πλασμάτων και όχι τα δικά της.
Η ζωή της ερχόταν σε δεύτερη μοίρα.
Μία μέρα λοιπόν, πέρασε από το σκοτεινό δάσος ένας όμορφος πρίγκιπας με το άλογό του, διότι ήθελε να κυνηγήσει. Κυνηγούσε ένα αγριογούρουνο, το οποίο τον τραυμάτισε σοβαρά στο πόδι. Η Υβόνη τον περιποιήθηκε. Ο πρίγκιπας, όταν συνήλθε, ζήτησε από το κορίτσι να τον παντρευτεί και να πάνε μαζί στο παλάτι του, και να γίνει βασίλισσα.
Η Υβόνη ήθελε πάρα πολύ να τον παντρευτεί. Ήθελε να πάει μαζί του στο παλάτι, που φάνταζε μαγικό, όμως τι θα γινόταν το δάσος χωρίς εκείνη; Αρνήθηκε ευγενικά και ο πρίγκιπας έφυγε με σπασμένη την καρδιά του.
Λίγες ημέρες αργότερα, πολλοί κυνηγοί ήρθαν στο δάσος. Είχαν ακούσει πως είχε καλά θηράματα. Σκότωσαν τρία ελάφια.
Η Υβόνη φοβήθηκε. Δεν ήθελε να σκοτώσουν άλλα ζώα.
Έτσι, τη στιγμή που ένας κυνηγός τέντωνε τη χορδή του τόξου του και άφηνε το βέλος να σκίσει τον αέρα, στοχεύοντας ένα ακόμη ελάφι, η Υβόνη πετάχτηκε και… το βέλος χτύπησε εκείνη. Πέθανε.



Λοιπόν… Η Υβόνη πέθανε. Δεν υπήρχε χαρούμενο τέλος για κανέναν, καθώς και ο πρίγκιπας κατέληξε μόνος και έρημος(υποθέτω πως πέθανε μόνος) και η Υβόνη πέθανε και το δάσος έμεινε χωρίς τον προστάτη του…
Οπότε, no happily ever after.
Και αν η Υβόνη διάλεξε λάθος; Αν είχε διαλέξει τον πρίγκιπα θα ζούσε μία ζωή ευτυχισμένη, σα βασίλισσα και ίσως θα μπορούσε να προστατεύσει το δάσος που τόσο αγαπούσε με κάποιο νόμο.
Και όμως. Επέλεξε να μείνει μόνη της, να μην παντρευτεί τον πρίγκιπα, που ήταν ένα από τα όνειρα του κάθε κοριτσιού της τότε εποχής. Επέλεξε να θυσιαστεί για το καλό των άλλων.
Πόσο συχνά βλέπουμε τέτοια αυταπάρνηση; Τέτοια αυτοθυσία; Ποιος θα θυσίαζε τον εαυτό του για κάποιον άλλο; Ακόμα και αν τον αγαπούσε όσο τίποτε άλλο.
Ζούμε σε ένα κόσμο χωρίς αξίες, χωρίς αρχές, χωρίς ήθη. Τίποτα. Πλέον, το μόνο που μας διαχωρίζει από όντα δίχως συναισθήματα. Αλλά επειδή προσπαθώ που και που να είμαι ένα κλικ πιο αισιόδοξη, αυτό που μας σώζει είναι η αγάπη. Η φιλία. Η Υβόνη πέθανε για να υπερασπιστεί αυτούς που αγαπούσε. Για να προστατεύσει κάτι που είχε αξία, για εκείνη.
Και εμείς δεν πρέπει να προστατεύουμε τα πράγματα που αξίζουν; Μία μικρή, ευτυχισμένη ανάμνηση; Μια φωτογραφία; Ένα αρκουδάκι που θυμίζει ‘‘αθώες’’ εποχές; Έτσι, κρατάμε μέσα μας, όχι τα λόγια ή τις πράξεις που έγιναν με κάποιο άτομο, αλλά τα συναισθήματα που νιώσαμε. Το πώς μας έκανε ευτυχισμένους.
Και έτσι, αυτή η μικρή ανάμνηση, θα λειτουργεί όπως το φωτάκι που ανάβουμε τη νύχτα. Θα φωτίζει, θα απομακρύνει το σκοτάδι, θα μας κάνει να νιώθουμε καλά.
Εγώ πιστεύω πως αν ρωτούσε κάποιος την Υβόνη, θα του έλεγε πως είναι υπερήφανη. Υπερήφανη που υπερασπίστηκε κάτι που άξιζε.
Σε μερικά σημεία, πρέπει να γίνουμε σαν την Υβόνη και να σώσουμε ό,τι έχει αξία(αν έχει απομείνει κάτι δηλαδή)….

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2010

Όταν το τριαντάφυλλο αποφάσισε να απλώσει τα αγκάθια του...



Μια φορά και έναν καιρό, πολλά και πολλά χρόνια πριν, ένα κατακόκκινο, μυρωδάτο τριαντάφυλλο άνθιζε στην κορυφή του πιο ψηλού βουνού της χώρας.
Ήταν ένα μοναδικό τριαντάφυλλο, που ο κάθε ένας κάτοικος της Γης ολόκληρης το ποθούσε. Ήταν το τριαντάφυλλο του οποίου τα πέταλα πρόσφεραν την αθανασία.
Όμως, δεν γινόταν να το αποκτήσουν. Τα αγκάθια του τριαντάφυλλου, κατάμαυρα, δηλητηριώδη και κοφτερά, είχαν τυλίξει όλο το βουνό.
Κανένας δε μπορούσε να σκαρφαλώσει και να κόψει το πολυπόθυτο φυτό. Όσοι είχαν προσπαθήσει, πέθαναν.
Και το τριαντάφυλλο έμεινε μόνο του εκεί, να μαραίνεται και να μη χαρίζει σε κανέναν τα τόσο πολύτιμα πέταλά του.




Κάπως έτσι δεν είναι και ο καθένας από εμάς; Ένα πολύτιμο, μικρό τριαντάφυλλο, το οποίο αρχικά φαίνεται ασήμαντο. Αν κοιτάξεις το ρόδο από κοντά, αν πλησιάσεις και το μυρίσεις, θα καταλάβεις πόσο ξεχωριστό και ιδιαίτερο είναι και δε θα θέλεις να το αποχωριστείς ποτέ.
Τι γίνεται όμως αν υπάρχουν αγκάθια;



Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι πολύπλοκες. Οι περισσότεροι άνθρωποι διπρόσωποι και υποχθόνιοι. Κοιτάνε το συμφέρον τους. Είναι φιλικοί μαζί σου και μετά σε πληγώνουν. Σου ξεριζώνουν από μέσα σου όσα συναισθήματα μπορεί να είχες και όλη την καλή θέληση να αγαπήσεις και να νιώσεις.


Έτσι, κάποιος που αγάπησες, που εμπιστεύτηκες, που εναπόθεσες πάνω του όλες σου τις ελπίδες και τα όνειρα σου. Τον θεώρησες φίλο σου, ιδιαίτερα αν σου έχει σταθεί σε κάποιο πρόβλημα. Και τελικά, τις περισσότερες φορές, σε απογοητεύει.
Και έτσι, σαν ένα ντροπαλό και ευαίσθητο τριαντάφυλλο απλώνεις τα αγκάθια σου γύρω σου, φτιάχνεις ένα αγκάθινο κλουβί, μην αφήνοντας κανέναν να σε προσεγγίσει, έτσι ώστε να μην ξανανιώσεις αυτόν τον πόνο, αυτή την απογοήτευση, που τη μία στιγμή είσαι στα σύννεφα και την άλλη έχεις πέσει στη Γη και συνειδητοποιείς την πραγματικότητα.
Πραγματικά όμως, αξίζει; Αξίζει μία τέτοια ζωή; Μία ζωή μόνος; Μια ζωή χωρίς φιλία, αγάπη και τη ζεστασιά που νιώθεις όταν ξέρεις πως κάποιος σε νοιάζεται. Αξίζει να τα χάσεις όλα αυτά για κάποιον που ήταν απλά χαζός που δε σε γνώρισε καλύτερα; Για κάποιον ο οποίος δε δίνει δεκάρα τσακιστή για τα συναισθήματά σου; Όπως είπα και στο προηγούμενο ποστ μου, η ζωή περνάει, φεύγει και, ίσως, όταν ανοίξεις ξανά τα μάτια να έχουν περάσει τόσες ευτυχισμένες και χαρούμενες στιγμές, που θα μπορούσαν να σε κάνουν να χάσεις την ανάσα σου από τα γέλια.
Μην κλείνεσαι στον εαυτό σου. Θα είναι το μεγαλύτερό λάθος που θα κάνεις στη ζωή σου.
Γιατί έτσι, θα καταλήξεις όπως το τριαντάφυλλο του μικρού παραμυθιού. Μόνος. Έρημος. Χωρίς να μπορείς να προσφέρεις σε κανέναν τον εαυτό σου, χωρίς να μπορείς να κάνεις κάποιον να χαμογελάσει και να πει μία κουβέντα ενδιαφέροντος. Και όχι μόνο αυτό. Αν ποτέ σου κάνεις το λάθος να κλειστείς μέσα σε ένα καβούκι, τότε μετά από χρόνια, εσύ, ο χαρακτήρας, η προσωπικότητά σου και τα συναισθήματά σου θα είναι ξερά και κούφια.
Πιθανότατα όλα τα παραπάνω να είναι ένα απλό παραλήρημα μίας έφηβης που έχει πληγωθεί από τους φίλους της. Όπως και να έχει, δεν πειράζει.
Εγώ προσπαθώ να μη γίνω το τριαντάφυλλο και να δω τη θετική πλευρά της ζωής, να δω το ποτήρι μισογεμάτο. Εσείς;

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

Catch a falling star and put it in your pocket

«Στο μάθημα της αγάπης, ένα κορίτσι είπε: ‘‘Ξέρω γιατί απελπίζομαι συχνά. Είναι γιατί θέλω όλοι να με αγαπούν και αυτό είναι ανθρωπίνως αδύνατον. Θα μπορούσα να είμαι το πιο ζουμερό, το πιο γευστικό, το πιο συναρπαστικό ροδάκινο του κόσμου και να προσφέρομαι σε όλους. Υπάρχουν όμως άνθρωποι που είναι αλλεργικοί στα ροδάκινα, αυτοί ίσως θελήσουν να γίνω μπανάνα.’’. Πόσο συχνά δε γινόμαστε μπανάνες για τους άλλους, που θέλουν ροδάκινα! Τι θλιβερή φρουτοσαλάτα! Είναι προτιμότερο να πεις στον άλλο: ‘‘Λυπάμαι πολύ που δε μπορώ να είμαι μπανάνα, θα το ‘θελα πολύ να ήμουνα μπανάνα για εσένα. Βλέπεις, όμως, είμαι ΡΟΔΑΚΙΝΟ!’’. Και ξέρετε τι θα συμβεί; Αν περιμένετε αρκετά, θα βρείτε κάποιον που του αρέσουν τα ροδάκινα. Και μετά θα μπορείτε να ζήσετε σα ροδάκινο και όχι σα μπανάνα. Σκεφτείτε χάσιμο ενέργειας που έχεις κανείς προσπαθώντας να γίνει μπανάνα όταν είναι ροδάκινο!‘‘Όταν αγαπάς, κινδυνεύεις να μην έχει ανταπόκριση η αγάπη σου’’. Δεν είναι κακό αυτό. Αγαπάς για να αγαπάς, όχι για να πάρεις ανταπόκριση. Αυτό δεν είναι αγάπη. ‘‘Όταν ελπίζεις, κινδυνεύεις να πονέσεις’’ και ‘‘Όταν δοκιμάζεις, κινδυνεύεις να αποτύχεις.’’. Κι όμως, πρέπει να ρισκάρεις, γιατί η μεγαλύτερη ατυχία στη ζωή είναι να μη ρισκάρεις τίποτε. Όποιος δε ρισκάρει τίποτε, δεν κάνει τίποτα και δεν είναι τίποτε. Μπορεί να αποφεύγει τον πόνο και τη λύπη, αλλά δε μαθαίνει, δε νιώθει, δεν αλλάζει, δεν αναπτύσσεται, δε ζει και δεν αγαπά. Είναι δούλος αλυσοδεμένος με τις βεβαιότητες και τους εθισμούς του. έχει ξεπουλήσει το μεγαλύτερο αγαθό του, την ατομική του ελευθερία. Μόνο ο άνθρωπος που ρισκάρει, είναι ελεύθερος.» Λεό Μπουσκάλια, ‘‘Να ζεις, να αγαπάς και να μαθαίνεις’’



Και όμως. Όλοι μας αυτό κάνουμε. Αυτό ζούμε. Μία ζωή χωρίς ρίσκο. Μελετούμε προσεχτικά την κάθε κίνηση. Σα να παίζουμε σκάκι. Και εγώ το κάνω αυτό. Πολύ συχνά. Κάθε φορά, μελετώ τι θα κάνω, τι θα γίνει αν το κάνω αυτό και συνήθως καταπιέζω τον εαυτό μου, διότι αυτό που θέλω δεν είναι πρέπον, δεν είναι σωστό. Και ποιος λέει τι είναι σωστό και τι όχι; Ποιος; Η ζωή δεν είναι για πάντα. Δεν είναι ούτε ταινία, ούτε βιβλίο με ρομάντζο ούτε παραμύθι. Δεν υπάρχουν εδώ happily ever afters. Η ζωή είναι μία σκύλα, η οποία σε παρασέρνει από εδώ και από εκεί με φουρτούνες και ατυχίες και αναποδογυρίσματα. Και σαν έρμαιο της τύχης, δεκτικός, κάθεσαι και δέχεσαι τα πάντα.Συγνώμη, αλλά αυτή δεν είναι ζωή. Εγώ προσωπικά, πιστεύω πως στα λίγα χρόνια που αναπνέω και ζω, δεν έχω ζήσει ουσιαστικά τίποτε. Γιατί δεν τόλμησα. Γιατί δεν άδραξα τις ευκαιρίες μου. δεν πήρα μία απόφαση έτσι ώστε να κερδίσω εμπειρίες, να νιώσω έστω πόνο και λύπη. Πάντα καθόμουν σαν στρατιωτάκι πειθαρχειμένο, έτοιμο να ακούσει τη νέα εντολή. Ε, λοιπόν, τέρμα πια!Θέλω να κάνω κάτι, να αλλάξω, να μη νιώθω πλέον κενή, να νιώθω γεμάτη από τη ζωή. 





 «Γιατί κάτι στιγμές, αρχίζει σιγά-σιγά να μου δίνεται η εντύπωση ότι ποτέ δε θα είμαι ικανός ν’ αρχίσω μία πραγματική ζωή, γιατί νομίζω ότι έχω χάσει πια κάθε ρυθμό, κάθε αίσθηση του παρόντος, της πραγματικότητας, γιατί, τελικά, καταριόμουν ο ίδιος τον εαυτό μου και γιατί, μετά τις νύχτες της φαντασίας μου, έρχονται στιγμές νηφαλιότητας, οι οποίες είναι φοβερές! Στο μεταξύ, ακούς πως γύρω σου βροντοφωνάζει και στριφογυρίζει στον ανεμοστρόβιλο της ζωής το ανθρώπινο πλήθος, ακούς, βλέπεις πως ζουν οι άνθρωποι. Ζουν ξύπνιοι, βλέπεις ότι η ζωή για αυτούς δεν ήρθε κατά παραγγελία, δε θα εξανεμιστεί σαν όνειρο, σαν οπτασία, συνεχώς ανανεώνεται, μένει πάντα νεανική κι ούτε μία ώρα της δε μοιάζει με την άλλη, ενώ η λιγόψυχη φαντασία είναι τόσο καταθλιπτική, ποταπή και μονότονη, σκλάβα μιας σκιάς, μιας ιδέας, σκλάβα του πρώτου σύννεφου που θα κρύψει ξαφνικά τον ήλιο.[…] Στο μεταξύ, η ψυχή ζητάει και θέλει κάτι άλλο! Ο ονειροπόλος μάταια σκαλίζει τα παλιά του όνειρα, όπως τη στάχτη, γυρεύοντας έστω κάποια μικρή σπίθα, να τη φυσήξει, να ζεστάνει την κρύα του καρδιά με φλόγα ανανέωσης και ν’ αναστήσει μέσα της απ’  την αρχή όλα αυτά που πρώτα ήταν τόσο αγαπητά, που συγκινούσαν την ψυχή, που έκαναν το αίμα να βράζει, τα μάτια να δακρύζουν, κι εξαπατούσαν με τόση μεγαλοπρέπεια! Οι ανόητοι και άυλοι ρεμβασμοί δεν υπάρχουν, επειδή δεν υπάρχει κάτι που να τους κάνει να διατηρούνται. Ακόμα και τα όνειρα, σβήνουν, τελειώνουν! Τα χρόνια θα διαβαίνουν, θα έρθει η σκληρή μοναξιά, θα έρθουν, τρέμοντας και με μπαστούνι, τα γηρατειά, κι ύστερα με τη σειρά τους η ανία και η κατάθλιψη. Ο φανταστικός σου κόσμος θα χλομιάσει, τα όνειρά σου θα σβήσουν, θα μαραζώσουν, και, σαν τα κίτρινα φύλλα, θα πέσουν κάτω από τα δέντρα. Είναι θλιβερό να μένεις μόνος, τελείως μόνος, και να μην έχεις ακόμα και τι να λυπηθείς- τίποτε, απολύτως τίποτε… Γιατί όλα αυτά που έχασες, ήταν όλα ένα τίποτε, ήταν ένα ανόητο, στρογγυλό μηδενικό, ένα όνειρο και τίποτε άλλο!»Φίοντορ Ντοστογέφσκι ‘‘Λευκές Νύχτες’’ 


Ο Ντοστογέφσκι είναι πιθανότατα ειδήμονας. Αυτό, δεν είναι ένα μονοκόμματο απόσπασμα φυσικά, αλλά μερικά κομμάτια. Αλλά αυτά με χαρακτηρίζουν. Ίσως χαρακτηρίζουν και άλλους. Πόσοι είναι άραγε οι άνθρωποι που καθημερινά ονειρεύονται με τα μάτια ανοιχτά για το καλύτερο, το τέλειο, το άφταστο, την όμορφη, πλούσια ζωή που δεν μπορούν να ζήσουν, ή για το επάγγελμα που θα ήθελαν να εξασκήσουν; Χιλιάδες! Εκατοντάδες χιλιάδες! Μπορεί και όλος ο πλανήτης με το όνομα Γη.Έχει όμως καμία σημασία αυτή η ονειροπόληση στη μέση της ημέρας. Σαφώς, είναι άσκοπη. Δεν προσφέρει τίποτε. Χαίρεσαι λίγο, αλλά μετά συνειδητοποιείς πως όλα είναι μία πλάνη, ένα ψέμα, πως τίποτα από όλα αυτά δεν είναι αληθινό. Τόσο καιρό ζούσες σε ένα κόσμο γυάλινο, τόσο εύθραυστο που με το πρώτο φύσημα του ανέμου γκρεμίστηκε.Και πόσες στιγμές έχασες; Πόσες ευκαιρίες να γνωρίσεις νέα άτομα; Πόσα γέλια; Πόσες χαρούμενες αναμνήσεις που τελικά δεν θα αποτυπωθούν ποτέ στον εγκέφαλό σου; Τελικά, ήταν όλο μία δελεαστική παγίδα. Ο φανταστικός τέλειος, μαγικός κόσμος του μυαλού σε αντάλλαγμα με την πραγματικότητα. Τι θα διάλεγες; Το πρώτο, την fictional life! Και όμως, τα πράγματα που χάνεις είναι υψίστης σημασίας. Ίσως, όπως λέει και ο αγαπητός Φίοντορ, χαραμίσεις έτσι όλη σου τη ζωή. Και δε θα έχεις κάνει τίποτε. Όχι μόνο θα έχεις αποφύγει κάθε πόνο, αλλά και κάθε χαρά και ευτυχία. Και αυτό δεν είναι η ζωή. Η ζωή πρέπει να είναι γεμάτη χρώματα και συναισθήματα, μελωδίες και εικόνες. Πρέπει να σε εξιτάρει, να σε συναρπάζει. Εγώ θέλω η ζωή μου να είναι μία περιπέτεια. Να μην ξέρω τι θα βρω στο επόμενο βήμα, αλλά να ξέρω πως ότι και αν βρω, θα είμαι αρκετά δυνατή για να το αντιμετωπίσω.Ελπίζω δηλαδή. Αυτά.