Hunger Games

Deep in the meadow, hidden far away
A cloak of leaves, a moonbeam ray
Forget your woes and let your troubles lay
And when it's morning again, they'll wash away
Here it's safe, here it's warm
Here the daisies guard you from every harm
Here your dreams are sweet and tomorrow brings them true
Here is the place where I love you.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συναισθήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συναισθήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

Lei era ambra

Ο γέρος καθόταν τυλιγμένος στα ζεστά του ρούχα, με το πινέλο στο χέρι του και ζωγράφιζε. Σταμάτησε λίγο να ξεκουράσει το χέρι του και χάζεψε το φθινοπωρινό τοπίο. Το μάτι του τράβηξαν τα έντονα χρώματα των φύλλων από τα δέντρα. Κόκκινα, πορτοκαλιά, κίτρινα. Και έπειτα, ήταν και εκείνο το κόκκινο, αυτό του κεχριμπαριού. Το χρώμα που του θύμιζε εκείνη.
Τέτοιο χρώμα είχαν τα μαλλιά της. Θυμόταν πώς έπαιζε μαζί τους το ηλιόφως την ημέρα που την γνώρισε, εκείνο το καλοκαίρι, δίπλα στο λιμάνι. Την πλησίασε και γνωρίστηκαν και εκείνο το βράδυ βγήκαν βόλτα. Το κρασί που ήπιαν έκανε τα μάτια της να λάμψουν. Τον φίλησε.
Μπορεί να ήταν περίεργο μα εκείνο φιλί έκανε τον κόσμο του να ταραχτεί. Κάποιους μήνες αργότερα, της ζήτησε να μείνουν μαζί. Και έμειναν.
Ο δρόμος συνεχώς τους έβγαζε σε μέρη διαφορετικά, μέρη που δεν είχε ξαναδεί. Ή ίσως να τα είχε ξαναδεί. Μα μαζί της είχαν άλλη όψη. Ίσως επειδή, χωρίς να καταλάβει πώς, την είχε αγαπήσει.
Η συμβίωσή του μαζί της του είχε καλυτερέψει τη ζωή. Μαζί με εκείνη και το άλλο μεγάλο του έρωτα, τη ζωγραφική, ένιωθε πλήρης. Η τέχνη του και εκείνη είχαν γίνει ένα πλέον. Η ηδονή που ένιωθε όταν ήταν ανάμεσα στις μπογιές και τα πινέλα του ήταν όμοια με εκείνη που ένιωθε όταν την κρατούσε στα χέρια του.

Όταν, κάποια χρόνια αργότερα, πηγαίνανε ταξίδι, την έχασε. Το τροχαίο ήταν πολύ σοβαρό. Εκείνη χάθηκε, αυτός έμεινε ανάπηρος από το δεξί του πόδι και οι επιβάτες του άλλου αυτοκινήτου είχαν τραυματιστεί επίσης σοβαρά.
Είχε φύγει από κοντά του, όσο και αν ήθελε να την κρατήσει. Την έβλεπε παντού γύρω του. Στη κουζίνα, να μαγειρεύει σιγοτραγουδώντας έναν εύθυμο σκοπό. Στο διάδρομο, να ψάχνει την κατάλληλη θέση για τους πίνακές του. Την μύριζε στα σεντόνια του κρεβατιού. Μα όσο έντονη και αν ήταν η παρουσία της, δεν ήταν εκεί.
Προσπαθούσε να μείνει δυνατός. Για εκείνη. Συνέχισε να πουλάει τους πίνακές του, μα δεν ήταν το ίδιο πια το να ζωγραφίζει. Τα βράδια, όταν δεν κοιμόταν, ζωγράφιζε εκείνη, ανάμεσα σε τόνους κόκκινους και πορτοκαλί, σε τόνους σα και αυτούς του κεχριμπαριού.
Ο γερός δεν θυμόταν καν πώς είχε καταφέρει να περάσει όλα αυτά τα χρόνια μακριά της. Αναστέναξε. Ακόμη του έλειπε. Πήρε πάλι στα χέρια του το πινέλο και καταπιάστηκε με τον πίνακά του. Συνέχιζε να προσθέτει πινελιές, δημιουργώντας έτσι ένα τοπίο παρεμφερές με εκείνο που ήταν γύρω του, μα όχι ακριβώς ίδιο. Ζωγράφιζε ένα μέρος που είχε επισκεφθεί μαζί της, πολλά χρόνια πριν, σε ένα τους ταξίδι.
Έξαφνα, την είδε εκεί. Εκεί, ανάμεσα στα δέντρα. Ήταν εκείνη. Σηκώθηκε αλαφιασμένος. Μπορούσε να σταθεί μόνος του, δεν τον πονούσε πια το κατεστραμμένο του πόδι. Προχώρησε με σίγουρα βήματα, άπλωσε τα χέρια του και βρέθηκε μέσα στον πίνακα.
Τα κίτρινα και τα πορτοκαλιά φύλλα έπεφταν νωχελικά από τα δέντρα. Το ποτάμι κυλούσε ήρεμα. Είχε ένα δροσιστικό αεράκι. Και υπήρχε εκείνη. Ήταν εκεί, κάτω από τα δέντρα. Ήταν τα καφετιά μάτια που είχε ερωτευτεί και τα μαλλιά στην απόχρωση του κόκκινου του κεχριμπαριού που ποθούσε να αγγίζει. Έτρεξε προς το μέρος της, με δάκρυα να κυλάν από τα μάτια του. Την αγκάλιασε σφιχτά. Εκείνη, τύλιξε ανάλαφρα τα χέρια της γύρω από το λαιμό του και ακούμπησε το κεφάλι της στο στέρνο του, λέγοντας:

«Χαίρομαι που σε βλέπω ξανά.»

Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Some thoughts

Hellos.

Long time no see right? Κοντεύει χρόνος.
Δε γράφω πια. Ίσως γιατί με πονάει όταν γράφω τις σκέψεις μου και τις βλέπω μετά από βδομάδες ή μήνες ή χρόνια αποτυπωμένες κάπου.
Δε ξέρω τι με έπιασε σήμερα, ωστόσο ήθελα να μοιραστώ 2-3 πράγματα.

Πρώτα ένα quotation. Από ένα βιβλίο που δεν έχω γυρίσει ακόμη τα φύλλα του, μα σκοπεύω να το κάνω σύντομα. Πώς γίνεται μία απλή αράδα λέξεων, από κάτι που δεν έχεις διαβάσει, να είναι τόσο αληθινή; Τόσο κοντά στην πραγματικότητά σου;


“It’s just … everything. There are too many people. And I don’t fit in. I don’t know how to be. Nothing that I’m good at is the sort of thing that matters there. Being smart doesn’t matter—and being good with words. And when those things do matter, it’s only because people want something from me. Not because they want me.”
                                        ― Rainbow Rowell, Fangirl


Και μετά και αυτό το ποίημα που βρήκα τυχαία, που έχει να κάνει με το self harm.


They aren't just scars.

They are the demons I fought at 3 a.m.
They are my insecurities,
My deepest fears,
And my lonely nights.
They are the insults I have received
and the emotions I can't contain.
They are a part of me and are what I have become.


I'm sure I've seen brighter days. Ώρες ώρες νιώθω χαμένη. Νιώθω προβληματισμένη. Δεν ξέρω τι να κάνω και μου φαίνεται πως όλα πάνε στραβά. Προσπαθώ να κρατάω τη μάσκα του χαμόγελου κολλημένη στο πρόσωπό μου μα υπάρχουν φορές που φεύγει και τότε όλα γίνονται χάλια.


Δεν ξέρω καν γιατί τα γράφω αυτά. Θέλω μάλλον να μιλήσω κάπου αλλά οι τοίχοι δεν έχουν αυτιά.

Καλό μήνα.

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

give me something i can believe

“Only once in your life, I truly believe, you find someone who can completely turn your world around. You tell them things that you’ve never shared with another soul and they absorb everything you say and actually want to hear more. You share hopes for the future, dreams that will never come true, goals that were never achieved and the many disappointments life has thrown at you. When something wonderful happens, you can’t wait to tell them about it, knowing they will share in your excitement. They are not embarrassed to cry with you when you are hurting or laugh with you when you make a fool of yourself. Never do they hurt your feelings or make you feel like you are not good enough, but rather they build you up and show you the things about yourself that make you special and even beautiful. There is never any pressure, jealousy or competition but only a quiet calmness when they are around. You can be yourself and not worry about what they will think of you because they love you for who you are. The things that seem insignificant to most people such as a note, song or walk become invaluable treasures kept safe in your heart to cherish forever. Memories of your childhood come back and are so clear and vivid it’s like being young again. Colours seem brighter and more brilliant. Laughter seems part of daily life where before it was infrequent or didn’t exist at all. A phone call or two during the day helps to get you through a long day’s work and always brings a smile to your face. In their presence, there’s no need for continuous conversation, but you find you’re quite content in just having them nearby. Things that never interested you before become fascinating because you know they are important to this person who is so special to you. You think of this person on every occasion and in everything you do. Simple things bring them to mind like a pale blue sky, gentle wind or even a storm cloud on the horizon. You open your heart knowing that there’s a chance it may be broken one day and in opening your heart, you experience a love and joy that you never dreamed possible. You find that being vulnerable is the only way to allow your heart to feel true pleasure that’s so real it scares you. You find strength in knowing you have a true friend and possibly a soul mate who will remain loyal to the end. Life seems completely different, exciting and worthwhile. Your only hope and security is in knowing that they are a part of your life.” 
-Bod Marley

Όχι ότι ακούω ρέγκε, αλλά πιστεύω ότι αυτό είναι από τα πιο όμορφα πράγματα που έχω διαβάσει ποτέ μου. Κατάφερε με λέξεις απλές να περιγράψει πράγματα που νιώθουμε. Αυτό το αίσθημα που νιώθεις πως θα σκάσεις από την ευτυχία. Όταν ο ήλιος για σένα φαντάζει ένα τικ πιο λαμπερός και με πιο πολλές ακτίνες και νιώθεις το χάδι του ανάλαφρο πάνω σου. Όταν με απλανές βλέμμα κοιτάς ξαπλωμένος στο γρασίδι τα σύννεφα να περνούν και για σένα έχουν ιδιαίτερα σχήματα. Όταν και μόνο που ακούς μία φωνή το στομάχι σου δένεται κόμπος σφιχτός και άλυτος και τα μάγουλά σου κοκκινίζουν και νιώθεις 15.000.000 πεταλούδες να πετούν στο στομάχι σου δημιουργώντας τυφώνα. Και παρά αυτά τα "δυσάρεστα" αποτελέσματα, η φωνή αυτή και μόνο αρκεί για να σε κάνει να χαμογελάσεις μέσα σε μία μέρα δύσκολη και πικρή και μίζερη και μαύρη. Όταν μία αγκαλιά σε χωράει τόσο άνετα, που λες "ναι ρε παιδί μου, για αυτή εδώ την αγκαλιά φτιάχτηκα, τέλος". Όταν, από εκεί που δεν το περιμένεις, μερικά άτομα είναι εκεί για σένα. Για να σε κάνουν να γελάς, να σε πειράζουν, να σε αγαπάνε, να σε δέχονται για αυτό που είσαι, να σε αφήνουν να μπεις μέσα στη ζωή τους και να σου δίνουν ένα κομμάτι από την καρδιά τους και ίσως αυτό να μην φαίνεται τόσο σημαντικό, αλλά πραγματικά τι θα έκανες χωρίς αυτούς τους ανθρώπους; Χωρίς αυτά τα γέλια, τις χαρούμενες στιγμές, τα νεύρα και τα κλάματα, τις χαζές ατάκες, τα ηλίθια αστεία που μόνο εσείς καταλαβαίνετε, το κάψιμο και τις ατελείωτες συζητήσεις; Χωρίς να το καταλάβεις αυτά τα άτομα απλώνουν τα χέρια τους και αγκαλιάζουν τη ζωή σου και το είναι σου και ξαφνικά από εκεί που ήταν ένα "τίποτα", σημαίνουν τα πάντα. Το γέλιο σου και τα δάκρυά σου. Την αγάπη σου, τη χαρά σου, το θυμό σου, τις αναμνήσεις σου. Όλα αυτά. Τα πάντα και το τίποτα, το άπειρο και το μηδέν, όλα, όλα σου το σύμπαν τριγυρίζει γύρω από κάποια ζευγάρια μάτια και κάποια χαμόγελα. Και ξέρεις ότι δε θα είσαι μόνος. Για κάμποσο καιρό τουλάχιστον.



Can you still see the heart of me?

All my agony fades away
when you hold me in your embrace



Don't tear me down for all I need
Make my heart a better place
Give me something I can believe
Don't tear me down
You've opened the door now, don't let it close


P.S. Ιδέα δεν έχω γιατί βγήκε έτσι η ανάρτηση, απλά αγνοήστε το. :Ρ

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

...

My Grandmother

© Victoria L. Payne
In my Rose Garden of memories
I see you standing there
An angel in disguise
Who taught me how to care
I long to hear your voice
for real not in my dreams
I am missing you so much these days
how empty my world seems
People say time heals all wounds
that someday the pain will subside
But Grandma I can tell you
I think they must have lied
The emptiness I am feeling now
is strong and I am weak
These days go by without you
so dreary and so bleak
In my Rose Garden of memories
I know you'll always be
for though you're gone
from this mortal world
In my heart you'll always be

Γιαγιά μου... ελπίζω να προλάβω να έρθω σπίτι πριν μου φύγεις. Θέλω να σε δω μία τελευταία φορά.

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

Nothing lasts...

Nothing is ever going to be as easy as it looks,
And nothing will ever go exactly how you plan it.
People promise that they'll always be there for you,
But that's a promise no one can keep.
Everyone leaves you at some point
Whether they mean to or not.
Nothing lasts forever
And everything has it's time to end,
There's nothing you can do to stop it.
Best friends grow apart
Until eventually they don't know each other any more.
Most importantly:
People change.


But no matter how things change,
No matter what bad things happen,
Take solace
Because you had those people in your life
And they made it special.
No matter where they are now,
There are always memories to treasure.

Εγώ από την άλλη δε στέκομαι μόνο στο πως οι άνθρωποι αλλάζουν αλλά και στο πώς φεύγουν. Και επίσης στο πώς αποκαλύπτουν στα ξαφνικά μία μίζερη πλευρά του εαυτού τους. Ω ναι, another hole in my heart. But guess what, δεν νιωθω πως εγώ είμαι αυτή που χάνω. Όχι αυτή τη φορά. Δε θα είμαι το υποκατάστατο κανενός ούτε θα κάνω τον αχθοφόρο σαν τον μαλακά, να δίνω να δίνω να δίνω και να μην παίρνω ποτέ τίποτα.
Και γενικά, συνεισητοποιήσα πως μαλάκες υπάρχουν πολλοί. Πρόσφατα. Και δε με νοιάζει που πονά αυτή η συνειδητοποίηση, κέρδισα κάτι. Εμπειρία να μην ξαναμπλέξω με τέτοιο σκατόκοσμο ποτέ μου. Γιατί δε θα κάνω εγώ πάντα ην ψυχολογία μου κουρέλια για μερικά εγωκεντρικά πλάσματα. Όχι πια, όχι πια, ποτέ ξανά.

Και ξέρεις εγώ φταίω που πίστεψα έστω και για λίγο ότι μπορεί να βρήκα ένα νορμάλ άνθρωπο. Μπα, θέλει πολύ ψάξιμο ακόμη. Γιατί ένας νορμάλ άνθρωπος όταν φεύγει δεν αφήνει πίσω του όλη τη χολή που μπορούν να βγάλουν τα έντερά του.
Αυτή η χολή προσπαθεί να με δηλητηριάσει - ακόμη και τώρα, οι λέξεις προσπαθούν να βιάσουν το ψυχικό μου είναι. Αλλά έχω μεγαλώσει πολύ για να χαλιέμαι για τέτοιες μαλακίες πια. Ή μάλλον όχι, ίσως να χαλαστώ, αλλά δε θα το αφήσω να με ρίξει εμένα αυτό κάτω.

Στο κατω κάτω δε χάνω εγώ κάτι. Για κανένα λόγο.




Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

I carry your heart in my heart

Τώρα που το σκέφτομαι, από τότε που με θυμάμαι, εσύ ήσουν εκεί. Πάντα και πάντα. Ήσουν εκεί όταν έσπασα το χέρι μου και με πήρες τρυφερά στην αγκαλιά σου όταν εγώ έκλαιγα, αν και είχες τρομοκρατηθεί όσο και εγώ, γιατί για να λέμε την αλήθεια, ήσουν μόλις 18 τότε. Όμως με κράτησες σφιχτά και είπες «Θα περάσει μωρό μου, θα περάσει.». Σε εσένα ήρθα μυστικά μυστικά και σου είπα με ένα παιδικό ενθουσιασμό και με μάγουλα κατακόκκινα και σου είπα για τον πρώτο μου έρωτα, το Βασίλη. Πόσο ήμουν 4; Δε γέλασες. Με αντιμετώπισες σοβαρά και με υποστήριξες. Την άλλη φορά, είχα άρρωστη πολύ άσχημα και δε μπορούσα να ανασάνω καλά. Και εσύ έμεινες ξύπνια όλη νύχτα να με προσέχεις και ας δούλευες εξαντλητικές ώρες την επόμενη μέρα. Ήσουν εκεί όταν έφυγε η Μυρτώ. Ίσως να μη μου είπες τα πιο ενθαρρυντικά λόγια του κόσμου, μα ξέρω πως όταν με μαλώνεις το κάνεις για εμένα. Επειδή με αγαπάς τραγικά πολύ και επειδή θες να με βοηθήσεις να γίνω καλύτερος άνθρωπος – και ίσως να μη φαίνεται, μα το καταφέρνεις σιγά και σταδιακά.
Με αγαπάς και ας μην είμαι τέλεια και ας κάνω λάθη και ας τρώω τα μούτρα μου. Έχω ξεχωριστή θέση στην καρδιά σου.
Θυμάμαι ακόμη το τελευταίο βράδυ στο σπίτι. Με πήρες αγκαλιά και έβαλες τα κλάματα και είπες ότι θα σου λείψω. Ότι τίποτα δε θα είναι πια το ίδιο. Ότι δεν ήθελες να φύγω και να είμαι μακριά σου. Λογικό δεν είναι; Μέχρι πριν 7 χρόνια μέναμε κάθε μέρα μαζί στο ίδιο σπίτι. Μεγάλωσα μαζί σου. Μεγάλωσα εξαιτίας σου. Και σου το είπα αυτό και σου είπα πως δε θα είμαστε μακριά. Είμαστε αδερφές εξάλλου. Τίποτα, ούτε 500κατι χιλιόμετρα δε μπορούν να μπουν ανάμεσά μας. Αλλά το ξέρεις αυτό, έτσι;
Ανησυχείς πάντα τόσο πολύ για μένα. Πόσες ώρες να μιλάμε στο τηλέφωνο καθημερινά; Είναι αστείο, είσαι πάντα τόσο προστατευτική. Πιο πολύ και από τη μαμά, ίσως γιατί είμαστε κοντά μεταξύ μας, και έχουμε μία σχέση που δε θα μπορέσουμε να καταφέρουμε να αποκτήσουμε ποτέ με τη μαμά.
Που και που, όταν νιώθω τρομερά θλιμμένη για τον ένα ή τον άλλο λόγο, βγάζω από το κουτί που κρατάω μέσα ό,τι πιο πολύτιμο έχω ένα σκισμένο κομμάτι χαρτί. Από το πρώτο μου λεύκωμα. Μου είχες γράψει μία αφιέρωση…

‘‘Θέλω να ξέρεις ότι πάντα – όσα χρόνια και αν περάσουν, όσο και να μεγαλώσουμε – θα είμαι πάντα κοντά σου. Να σε βοηθάω στα δύσκολα, να χαίρομαι στην ευτυχία σου, να σε εμψυχώνω, να σε καθοδηγώ και να σε μαλώνω όταν πρέπει.
Αυτοί είναι οι δεσμοί αίματος που ποτέ δεν πρόκειται να μας τους σπάσει τίποτε και κανένας και να χωρίσουν οι δρόμοι μας.
Πάντα θα είμαι κοντά σου. Να σου δείχνω τη ζωή που δυστυχώς την έμαθα μόνη μου. Χωρίς μία μεγαλύτερη αδερφή να με συμβουλεύει. Εκμεταλλεύσου ότι έχεις 2 μεγαλύτερα αδέλφια που σε υπεραγαπούν και που θα κάνουν τα πάντα για να είσαι ευτυχισμένη και επιτυχημένη στη ζωή σου.
Φιλιά, με αγάπη,
η αδερφή σου!’’
Κάνουμε ποίηση τώρα ξέρεις στη σχολή και βρήκα ένα ποιητή τον E. E. Cummings. Ψάχνοντας τα ποιήματά του, έπεσα πάνω σε ένα το οποίο θα στο δώσω την επόμενη φορά που θα βρεθούμε.

“I carry your heart with me (I carry it in my heart)I am never without it (anywhere
I go you go, my dear; and whatever is done by only me is your doing, my darling)
I fear no fate (for you are my fate, my sweet)I want no world (for beautiful you are my world, my true)
and it's you are whatever a moon has always meant and whatever a sun will always sing is you

here is the deepest secret nobody knows
(here is the root of the root and the bud of the bud and the sky of the sky of a tree called life; which grows
higher than the soul can hope or mind can hide)
and this is the wonder that's keeping the stars apart

I carry your heart (I carry it in my heart)”
-E. E. Cummings

Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

Growing up


Το βλέμμα μου πέφτει στα τέσσερα άδεια μεγάλα ράφια της βιβλιοθήκης και νιώθω πάλι εκείνο το αίσθημα της μελαγχολίας να πιάνει σφιχτά το στομάχι μου και να το τυλίγει, να το δένει, να το κάνει κόμπο.
You see, στα ράφια αυτά ήταν τα βιβλία που χρησιμοποιούσα τον τελευταίο χρόνο, τα βιβλία και οι σημειώσεις που με συντρόφευαν κατά τη διαδικασία των Πανελληνίων.
Μη με παρεξηγήσετε. Δεν έχω τρελαθεί. Δεν θέλω να έρθουν πάλι πίσω οι Πανελλήνιες, δεν θέλω να ξαναδιαβάσω ή κάτι τέτοιο.
Όμως απλά συνειδητοποιώ πόσο γρήγορα πέρασαν τα χρόνια.
Θυμάμαι όταν πρωτοήρθαμε σε αυτό το σπίτι. μου φαινόταν τεράστιο και η ντουλάπα στο δωμάτιό μου πολύ ψηλή και ήμουν μονάχα εφτά χρονών. Τα βιβλία χωρούσαν άνετα σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης μου και στα υπόλοιπα μπήκαν τα εξωσχολικά.
Φέτος δεν υπήρχαν εξωσχολικά, μόνο σε ένα ράφι και εκεί στριμωγμένα και στα υπόλοιπα σχεδόν ράφια υπήρχαν βιβλία για το σχολείο.
Και τώρα όλα εκείνα τα βιβλία του σχολείου μπήκαν σε 5 μικρά χαρτονένια κουτιά.
Αναρωτιέμαι αν έτσι θα είναι πια η ζωή μου. Σε λίγο καιρό θα βάλω και τα υπόλοιπα πράγματα που αποτελούν την προσωπικότητά μου σε μικρά χαρτονένια κουτιά και θα φύγω από εδώ να πάω σε μία μεγάλη πόλη, από την οποία κάποια στιγμή πάλι θα φύγω.
Γενικά, νιώθω λίγο περίεργα που μεγαλώνω.
Θέλω να φύγω από εδώ μα ταυτόχρονα ξέρω πως εδώ ήταν που πέρασα τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια, εδώ μεγάλωσα, εδώ έκανα φίλους, εδώ πέρασα καλά  και νιώθω λίγο περίεργα και ανήσυχα για αυτό που με περιμένει «εκεί έξω».
But I guess that’s part of growing up…!

P.S. Αύριο φεύγω για το χωριό μου και δε θα έχω Internet για 15 μέρες περίπου. Τα λέμε :Ρ

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

I have a confession to make


 Αυτοτελής ιστορία

-Hey, you’re shaking.
-Yeah… I am a bit anxious. Can I hold your hand?
-Sure thing…
-I have a confession to make. It’s not something that you don’t know actually. Let me start with something you yourself said last year. I am afraid only of the thought of not talking to you, even if it’s just for one day. I…I want to talk to you. That’s why I call you so many times per week. I never get bored of your voice, or your jokes. I never get bored of you. I…I know that possibly I am a bother to you. Who wouldn’t be bothered by a girl who is in love with him, but he only sees her as a friend. I know that I bother you and that it must be hard for you to talk to me normally, but I had enough of this. I want to stop pretending that I’m only your friend. I do not see you as a friend. I like you, and you’ll never possibly ever find how much I do so. I know that this confession is already melodramatic and probably boring to you, but you have to know that it is true. It comes from the depths of my thoughts and feelings and it was something I always wished to say to you.
I like the way you make me laugh. I like the way you laugh when I say something funny enough. I like the way you take care of me. I like the way your voice sounds after I’ve just waken you up. I like the way you tease me. I like the fact that you say nerdy stuff that actually sounds funny. I appreciate the fact that you’ve been here for me. You’re actually always here for me, even if you’re miles away. You take my pain away with just one word. All you have to do to make me extremely happy is to talk to me.
But I wish for more. I wish I could make your heart race, like min does, when I talk to you. I wish you could see me as something more than a friend. I wish I could hold your hand and I could be the one for you. I know it’s selfish to ask this, but I would love it if I was your girlfriend.
I mean, I am already your friend and this also makes me happy, happier than I could ever imagine. But you know, I feel as if my chest tightens and tightens more, when I realize that I could never have you, that I could never be something more than a friend to you.
The thing you could make out of this pretty much pointless speech is that I like you. I love you.
She dropped her pencil. She couldn’t bring herself to write the line “That’s when the boy leaned and kissed her”. Her hand wouldn’t move to finish the fictional text she was writing.
She felt tears streaming down her face. What was she crying for? Because she couldn’t even kiss the boy she like din her fictional world? It was stupid… So stupid.
And yet, there she was crying over the piece of paper that had on it the hidden feelings of her heart towards one of her friends. She couldn’t bring herself up to confess to him. She was so afraid. She knew he would possibly reject her and she could stand that pain, if she was able to stay near to him, as a friend. But she would feel so sad if she saw him with another girl, holding hands, laughing, kissing.
No. She could not confess. And that made her feel so bad.
Pathetic wasn’t she? Trying to make her deepest desires come true by imaging them. And then in the end, this would destroy her heart.
She felt so fucked up.
So she cried more.

 In my field of paper flowers
And candy clouds of lullaby
I lie inside myself for hours
And watch my purple sky fly over me

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012

facing time on her own she mourns the day


Ξερές απαντήσεις.
Το ήξερα.
Η αδιαφορία στη φωνή σου σε είχε προδώσει.
Το ήξερα.
Το ήξερα.
Και τι που μοιραστήκαμε κάποιες στιγμές;
Που γελάσαμε;
Που έχυσα καταλάθος μια κούπα γαλλικό πάνω σου και εσύ γέλαγες;
Που μας έκλεβες στη μπιρίμπα;
Και τι;
Σήμαιναν κάτι όλα αυτά;
Που έκατσα και έκανα ολόκληρη ζωγραφιά για ‘σένα.
Τον αγαπημένο σου χαρακτήρα βιβλίου.
Ως δώρο.
Και συ με διαγράφεις από το facebook λες και είμαι ένα τίποτα.
Μου απαντάς με ειρωνεία.
Υποθέτω πως οι αναμνήσεις δεν είναι τίποτα πια.
Ξεχασμένα κομμάτια από ένα παζλ;
Ηλίθιε.
Και δικό μου το λάθος βασικά.
Που δέθηκα με ‘σένα και που νόμιζα ότι θα άξιζες για φίλος μου.
Γιατί έχω δει ξανά το σενάριο. Απότομη αλλαγή.
Αλλαγή συμπεριφοράς.
Μόνο που αυτή τη φορά είναι διαφορετικά.
Γιατί ο Χ. δεν ήταν σαν εσένα.
Και έγινε πάλι ο ίδιος.
Εσύ όμως
Άλλαξες
Και θα μείνεις
Αλλαγμένος.

her memories they hang like ghosts
up on the walls the widows pass those
the faces that lie beyond these walls
and carry the weight of love and loss

Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Have you ever been in love?


Have you ever been in love? Horrible isn’t it? It makes you so vulnerable. It opens your chest and opens up your heart and it means that someone can get inside you and mess you up. You build up all those defenses, you build up a whole suit of armor, so that nothing can hurt you, then one stupid person, no different from any other stupid person, wanders into your stupid life… You give them a piece of you. They didn’t ask for it. They did something dumb one day, like kiss you or smile at you, and then your life isn’t your own anymore. Love takes hostages. It gets inside you. It eats you out and leaves you crying in the darkness, so simple a phrase like ‘maybe we should just be friends’ turns into a glass of splinter working its way into your heart. It hurts. Not just in the imagination. Not just in the mind. It’s a soul-hurt, a real gets-inside-you-and-rips-you-apart- pain. I hate love.
-Neil Gaiman



#So.True.

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Saddarkgriefhate all together


Θέλω απλά να κουλουριαστώ σε μία μεγάλη μπάλα και να αρχίσω να κλαίω και να κλαίω και να βγάλω τα πάντα, τα πάντα από μέσα μου. Το γεγονός πως δεν είμαι αρκετή-ποτέ δε θα είμαι. Το γεγονός πως τα ντεζά βου, στις φιλίες και σε όλα, χτυπάνε ανησυχητικά κόκκινο, και απειλούν πάλι να μου γ@μήσουν την ψυχολογία. Το γεγονός πως δε διαβάζω, δε θα περάσω, δε θα περάσω, δε θα περάσω. Δεν ξέρω τι παραπάνω ακριβώς πρέπει να κάνω, γιατί έχω κουραστεί, θέλω να κοιμηθώ, θέλω να βγω, θέλω να γελάσω, θέλω να κοιμηθώ, θέλω να μιλήσω 5 ώρες στο τηλέφωνο και να κοιμηθώ 6 ώρα το ξημέρωμα για να δω την ανατολή και να κάτσω στην ταράτσα να μετρήσω όλα τα αστέρια και να κάνω ό,τι έχω στερηθεί τα τελευταία…χμ…6 χρόνια ίσως και άντε, ας μην υπερβάλλω, έστω τα τελευταία 3 του Λυκείου. Θέλω να μυρίσω το κάθε λουλούδι και να πάω στη Θεσσαλονίκη και να δώσω στην Κωνσταντίνα μία μεγάλη αγκαλιά και να μάθω τι τρέχει με την Αλεξάνδρα και απλά να τα αφήσω όλα, όλα, όλα πίσω μου. Όλα. Τα πάντα και το τίποτα, τη λύπη και τη χαρά, απλά να ζήσω ξανά όπως εκείνες τις 4 μέρες που ήταν σαν να ήμουν από πάντα εκεί, που ένιωθα να είμαι εγώ που είμαι, που γέλαγα ελεύθερα και μπορούσα να ονειρευτώ και να πω μια βλακεία και άλλη μία και κανείς να μην πει κουβέντα και κανείς να μην ειρωνευτεί και όλοι να γελάνε και να πιανόμαστε χέρι-χέρι και να είμαστε φίλοι, φίλοι, φίλοι, φίλοι, φίλοι, φίλοι Φ Ι Λ Ο Ι.
Αλλά ξέρω πως δε θα ξαναρθεί αυτό και δε θα ξαναρθεί, δε θα ξαναρθεί, δε θα ξαναρθεί. Δε διαβάζω και δε θα περάσω και δε θα τα ξαναζήσω αυτά και απλά δε ξέρω. Νιώθω έτοιμη να κλάψω και θέλω να ζωγραφίσω αλλά ούτε αυτό μπορώ να κάνω γιατί τα σχέδια βγαίνουν αισχρά και κλαίω και πονάω και βρίζω και είμαι ένα μάτσο κομμάτια που δε μπορούν να ενωθούν και θέλω μια αγκαλιά αλλά πού είναι η αγκαλιά;
Και πάλι ξεκινώ  τους εγωισμούς μου και συμπεριφέρομαι σαν να υπάρχω μόνο εγώ και μετά νιώθω τύψεις και τύψεις και τύψεις και τύψεις και τύψεις και τίποτα άλλο πια. Δεν ξέρω τι να κάνω, όλα αυτά έχουν έρθει να με κάνουν άνω κάτω. Πονάω βρίζω κλαίω πετάω πέρα τα βιβλία δε μπορώ να ζωγραφίσω δεν ακούω μουσική δεν είμαι εγώ.
Στα σκατά να πάνε όλα αυτά που με κάνουν έτσι.
Και συν τοις άλλοις έχω ξεχάσει και το δικό μου μπλογκ και τα άλλα. Νάις.


Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Who was she?

 Αυτοτελές κείμενο.





Alice Turner got up from her bed. It was 6:30 a.m. She had to get ready. It was her special day. Everything would have to be perfect.
Alice was only 21. She had a mother named Helen who worked as a nurse at the local hospital. She had an older sister, Lizzie, who was about 28 now. Her sister was her prototype. Always with an A+ in the report card, studied in Law School of Yales. A dream sister and a lovely daughter anyone would have wanted.
Alice tried really hard on her whole life to look like her sister. She studied, studied, studied. She made it to Yales as well, but she studied in Economics, because she thought of it as a more entertaining subject and her mother used to tell to her that it would get her a job for sure.
Last day was her graduation day from Yales.  She was invited to a party, but she could not attend it. Today was her special day you see. The day of her job interview. She would success, she knew. Everything will be perfect, that’s what she kept telling herself. She had loved this company ever since her mother talked to her about it.
‘I’m really proud of you honey,’ her mother said when she got down for breakfast. ‘This suit looks perfect on you. Everything is going to be perfect. Everything. You will do it. And every extra hour, every extra night in this hospital would not have been wasted in vain.’
Alice knew she couldn’t disappoint her mother. She sacrificed everything for her and her sister. She would make her proud. She would make her smile.
She got the train and went to the centre of thw town. It was full of people in suits, with briefcases and cell phones. She would be like them too, one day. Maybe tomorrow she would be like them too. Maybe that would make her mother even more proud of her. And that way she would be more like Lizzie.
She step into the building in which her job interview was held. She was maybe one of the hundreds who wanted this place, the economic advisor. But she would get it. She had to make mother proud.
They called her name. She went to the office of the CEO of the company. She was a lady in a blue suit, with greyish hair and glasses.
‘So Miss Turner, you have an impressive biography here. Hundreds and hundreds of young people want this position. Your skills seem to fit our expectations, but why should we choose you? What makes you different? Tell us, who really is Alice Turner?’ the CEO said.
‘I…well I am… I…’
Alice was stunned. Years of studying and now that? What kind of question was that? It was never mentioned in any kind of book or handbook or anything!
‘I am sorry for wasting your time,’ she said and escaped from there.
She walked in the streets. Lost. Why did this happen? Was she not prepared enough?
And this question kept troubling her mind. Who was she? She was Alice Turner. Yeah. She was Alice Turner. But who was she? What kind of music did she like? Did she even like music? Her mother always used to tell that music would not help her concentrate in studying. And what about books? She never read any of them, only the ones she had to read. She didn’t even had a taste in clothes. Who was she? Was she Alice Turner? Or was she just an automaton that just kept reading to keep her mother in peace?
She was nothing. She was just a failure of her mother’s dream that never came to life. Without making her dreams true, she had to make her kids do it for her.
And now Alice Turner had nothing but a name, a surname and her genetics to identify her.
She sighed. Now it was time to find out who Alice Turner really is.


Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

....Insert title here...

Σκέφτομαι για μία ακόμη φορά να κλείσω το μπλογκ. Πρωτότυπο ε;
Απλά πλέον δεν είναι όπως ήταν παλιά. Έχει καταντήσει μονότονο και εγωκεντρικό καθώς ως επί τω πλείστω είμαι εγώ και γκρινιάζω, γκρινιάζω, γκρινιάζω, το μονόχνωτο και βαρετό εγώ μου. Οι αναρτήσεις μου δεν ξέρω αν έχουν νόημα πια για ‘μένα την ίδια.
Και ξέρω ένα: Fairytales, forgotten or not, are still fairytales. They can never be true. Never.

 Θα δω τι θα κάνω. Ούτως ή άλλως οι αναρτήσεις μου και το διάβασμα άλλων αναρτήσεων είναι αραιές διότι διαβάζω -.-













Send me your flowers of your December,
Send me your dreams of your candied wine.
I've got just one thing I can't give you...
Just one more thing of mine

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Happy New Year


Ήταν ένα πολύ όμορφο τετραήμερο στην πόλη που αναμένεται να με φιλοξενήσει τα επόμενα 4-5 χρόνια-αν περάσω.
Πέρασα πάρα πολύ όμορφα.
Ήταν υπέροχα.
Μπήκα σε ένα σπίτι στολισμένο με δέντρο και λαμπάκια και κοιμόμουν στο ίδιο δωμάτιο με ένα πρόσωπο που αγαπώ. Και μάλιστα ένα βράδυ ήρθε και το πιο σούπερ τέλειο (και σέξι) σκυλί του κόσμου, η Ντόλι, να μας κάνει παρέα.
Και γνώρισα εκπληκτικά άτομα.
Πρώτα ήρθε ο Σαράντης. Οκέι, ίσως μερικές φορές να είναι stubborn και να παρεξηγεί κάποια πράγματα. Ίσως μου θυμίζει αυτό που έλεγε η Λούνα για την Ερμιόνη, πως η δεύτερη είναι στενόμυαλη. Ωστόσο δεν παύω να το θεωρώ φίλο.  
Μετά γνώρισα τον Τάσο. Μου φάνηκε πολύ καλό παιδί και μου θύμισε τον εαυτό μου, έτσι που έμενε εκτός συζητήσεων που και που. Τον συμπάθησα πάρα πολύ, και ξέρει και μπιρίμπα xD Είμαι σίγουρη πως θα κάνουμε πολύ παρέα όταν θα πάω πάνω και πολύ χάρηκα όταν μου είπε πως με συμπάθησε :D
Μετά ήρθε ο Μιχάλης. Ήθελα τόσο πολύ να γνωρίσω αυτό το άτομο από κοντά. Το είπα και στην Κωνσταντίνα. Χωρίς κάποιο ιδιαίτερο λόγο (ξέρω ‘γω 2 χρόνια παρέα ή οτιδήποτε άλλο) έχω δεθεί πάρα πολύ μαζί του (χωρίς απαραίτητα να ισχύει και το αντίστροφο) και ήθελα να τον γνωρίσω. Μου έχει μείνει η αίσθηση πως δεν τον ‘χόρτασα’ που λέμε, δεν τον είδα αρκετά. Ούτε καν φωτογραφία μαζί δε βγάλαμε :/
Και οκ, η Κωνσταντίνα είναι απλά η Κωνσταντίνα. Πέρασα υπέροχα μαζί της. γελάσαμε, βγάλαμε άκυρες φωτογραφίες, γελάσαμε, μιλήσαμε για χαρακτήρες, για βιβλία, για parodies, για τα πάντα. Και ξέρω πως είναι κολλητή μου και πως θα περάσουμε τέλεια όταν θα συγκατοικήσουμε :D
Και ξέρω πως πέρασα καλά γιατί ένιωθα μοναχικά. Γιατί όταν βγήκαμε από τη Θεσσαλονίκη ήμουν έτοιμη να αφήσω τα δάκρυά μου να κυλίσουν, όπως κυλούσαν οι σταγόνες του πάγου που έλιωνε στο παράθυρο του λεωφορείου. Γιατί ένιωσα ένα σφίξιμο όταν, αφού αγκάλιασα την Κωνσταντίνα για πολύ ώρα και ανέβηκα πάνω, μια συνεπιβάτης μου είπε: «Δε μπορείς να αφήσεις τη φίλη σου ε;». Γιατί ένιωθα πολύ μόνη όταν γύρισα. Γιατί παρότι έχω και εδώ άτομα που αγαπώ, ξέρω πως δεν είναι το ίδιο. Γιατί πέρασα όμορφα. Ήταν τέσσερις μέρες χωρίς σκοτούρες, γεμάτες γέλιο. Γέλιο και φίλους.
Τους αγαπώ. Και θα περάσω εκεί μόνο και μόνο για να γελάω τις περισσότερες μέρες του χρόνου.
Καλή Χρονιά να έχουμε, με υγεία και ευτυχία και να πραγματοποιηθούν όλα μας τα όνειρα και όλες μας οι ευχές.

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

Orange Marmalade


This is the story of a girl.
Καθώς καθόμουν στο mangahere.com και έψαχνα στο shoujo section γιατί έχουν περάσει αιώνες από τότε που διάβασα ένα καλό shoujo πετυχαίνω αυτό. Το Orange Marmalade.
Αν και κορεάτικο(δεν πολυδιαβάζω τα κορεάτικα διότι είναι σαν μάνγκα, αλλά τα διαβάζεις από τα αριστερά στα δεξιά και όχι από τα δεξιά στα αριστερά όπως σε όλα τα manga, οπότε ψιλοχάνομαι με αυτά :Ρ) το λάτρεψα. Τελείωσα 42 κεφάλαια σε…2-3 μέρες; :Ρ

Baek Ma Ri

Πρωταγωνίστρια η Baek Ma Ri. 18 ετών με μαύρα-μπλε μαλλιά και μαύρα-μωβ μάτια. Δεύτερη τάξη του Λυκείου. Έχει ως οικογένεια τους γονείς της, τον 5χρονο αδερφό της και τη θεία της, που είναι αδερφή της μαμάς της.
Είναι βρικόλακας.
Οι βρικόλακες έκαναν συμφωνία με την ανθρωπότητα και άρχισαν να πίνουν υποκατάστατο αίμα-αίμα γουρουνιού. 200 χρόνια μετά, άλλαξε η σωματική τους σύσταση. Οι κυνόδοντές τους είναι πολύ μαλακοί, πλέον δεν κόβουν δέρμα. Ζουν πια μόνο μέχρι τα 90, ενώ παλιά μέχρι τα 150. Θεραπεύονται γρήγορα. Μπορούν να βγουν πλέον στο φως του ήλοι χωρίς να πάθουν κάτι, ωστόσο κρυώνουν πολύ εύκολα(η Ma Ri συνεχώς φοράει κασκόλ και χοντρή ζακέτα και είναι μόλις Σεπτέμβρης-Οκτώβρης :Ρ). Δεν είναι πολύ δυνατοί.
Οι άνθρωποι ξέρουν πως υπάρχουν. Αν το μάθουν όμως φρικάρουν. Η Ma Ri ήταν στο δημοτικό όταν ήταν χαρούμενη. Είχε κάνει φίλους. Χαμογελούσε. Όμως μετά έμαθαν πως είναι βρικόλακας.
You’re a vampire…? Go away! Monster! Go away!
Μετακομίζουν συχνά με τους δικούς της για να μην τους καταλάβει κανείς. Η Ma Ri πιστεύει ότι δε χρειάζεται φίλους.
Αλλά η θεία της(που δεν θυμάμαι πραγματικά το όνομά της) ξέρει πως αυτό δεν ισχύει. Ξέρει πως η Ma Ri φοβάται να δεθεί για να μην πληγωθεί.
Ma Ri and Jae Min
Στην αρχή του manga κοιμήθηκε μέσα στο τραίνο επειδή ήταν κουρασμένη. Μπήκε μέσα ένα αγόρι από το ίδιο σχολείο, ο Jae Min και βρήκε τη μυρωδιά του αίματός του πολύ γλυκιά. Κατά κάποιο τρόπο τον δάγκωσε, αλλά δεν του ήπιε το αίμα. Ο Jae Min αν και μισεί τις γυναίκες, αρχίζει να τη σκέφτεται και εν τέλει του αρέσει. Η Ma Ri λέει πως δεν τον αντέχει, αλλά του μιλάει μερικές φορές, ψυχρά ωστόσο. 

Ταυτοχρόνως η Ma Ri γνωρίζεται με δύο κορίτσια τη Soo Ri με τα πορτοκαλί μαλλιά που μοιάζει με αγόρι και την Woo Mi με τα γυαλιά, που είναι πολύ ήσυχος άνθρωπος. Την καλούν στο κλαμπ μουσικής, και αυτή δέχεται μετά από πολλές πιέσεις. Ο Jae Min μπαίνει και αυτός στο κλαμπ μαζί με δύο αγόρια που δε μας νοιάζουν.
Όσο προχωρά η ιστορία, η Ma Ri χωρίς να το καταλάβει αρχίζει να αγαπά αυτά τα δύο κορίτσια. Και δεν ενοχλείται τόσο από την παρουσία του Jae Min(ο οποίος αξίζει συγχαρητήρια που του αρέσει μια κοπέλα που με το ζόρι του λέει ένα γεια. Επιπλέον, είναι πολύ γλύκας, της πήρε δώρο ένα πουά κοκαλάκι *_*). 

Ωστόσο μια σειρά για τους βρικόλακες βγαίνει στην τηλεόραση και αρχίζουν τα κακά σχόλια για εκείνους. Η Ma Ri προσπαθεί να πείσει τον εαυτό της πως δεν την πειράζει. Δεν την πειράζει. Όχι…
Αλλά την πειράζει. Κλαίει.

‘‘Make one of your self. A real friend that understands you, said her aunt to her when she was only a little girl.
What was she talking about? , Ma Ri thought. I mean it doesn’t make sense to be friends with Humans in the first place. They could never understand us. No, they won’t even want to understand us. What was I expecting? Stupid… It’s okay. I don’t need it. I don’t need things like that…’’.
Προσπαθεί να ξεκόψει από τις φίλες της και από τον Jae Min γιατί ξέρει ότι δε θα την αποδεχτούν ποτέ για αυτό που είναι. Την ώρα που πάει να εγκαταλείψει τη Soo Ri, συμβαίνει ένα ατύχημα. Η Ma Ri μπαίνει στη μέση για να τη σώσει. Και η Soo Ri ανακαλύπτει πως είναι βρικόλακας.
Και όμως, παρά την προειδοποίηση της καρκινοπαθούς μητέρας της να μην μπλέξει με βρικόλακες, η Soo Ri αγαπά τη Ma Ri. Τη θέλει κοντά της. Της λέει να πάνε μία βόλτα για να την κεράσει ένα χυμό.
Ma Ri: ..I’m a monster. That monster you hate from the bottom of your heart. Why are you treating one like this? Are you afraid that I might go after you one day? If that’s what’s bothering you…
Soo Ri: STOP IT, ENOUGH! HOW ARE YOU A MONSTER?! YOU’RE NOT A MONSTER! YOU’RE NOT! You CAN’T be! What kind of monster saves people…?
*some hours later*
Soo Ri: I’m really sorry. Give me one more chance Ma Ri.
Ma Ri: I…I don’t know. It…It’s the first time knowing a girl like this. I don’t know what I have to do in this situation…
Soo Ri: Why~? What’s the big deal~? We can just be like we were before. What’s the problem? I’ll promise to keep your secret, trust me okay?
Ma Ri: *tearing up* Thanks…
I thought it had nothing to do with me. I thought they(the friends) didn’t exist.
But I found one. 
A friend.

Το νόημα όλου αυτού του μακροσκελέστατου παραλόγου είναι για να πω πως απλά μερικές φορές οι φίλοι σε καταλαβαίνουν. Ό,τι και αν είσαι. 


Υ.Γ. Δε μπορούσα να αντισταθώ γιατί αγαπώ το σχέδιο too much. Lena Duchannes by Kami Garcia & Margaret Stohl