Hunger Games

Deep in the meadow, hidden far away
A cloak of leaves, a moonbeam ray
Forget your woes and let your troubles lay
And when it's morning again, they'll wash away
Here it's safe, here it's warm
Here the daisies guard you from every harm
Here your dreams are sweet and tomorrow brings them true
Here is the place where I love you.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συγγραφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συγγραφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

Lei era ambra

Ο γέρος καθόταν τυλιγμένος στα ζεστά του ρούχα, με το πινέλο στο χέρι του και ζωγράφιζε. Σταμάτησε λίγο να ξεκουράσει το χέρι του και χάζεψε το φθινοπωρινό τοπίο. Το μάτι του τράβηξαν τα έντονα χρώματα των φύλλων από τα δέντρα. Κόκκινα, πορτοκαλιά, κίτρινα. Και έπειτα, ήταν και εκείνο το κόκκινο, αυτό του κεχριμπαριού. Το χρώμα που του θύμιζε εκείνη.
Τέτοιο χρώμα είχαν τα μαλλιά της. Θυμόταν πώς έπαιζε μαζί τους το ηλιόφως την ημέρα που την γνώρισε, εκείνο το καλοκαίρι, δίπλα στο λιμάνι. Την πλησίασε και γνωρίστηκαν και εκείνο το βράδυ βγήκαν βόλτα. Το κρασί που ήπιαν έκανε τα μάτια της να λάμψουν. Τον φίλησε.
Μπορεί να ήταν περίεργο μα εκείνο φιλί έκανε τον κόσμο του να ταραχτεί. Κάποιους μήνες αργότερα, της ζήτησε να μείνουν μαζί. Και έμειναν.
Ο δρόμος συνεχώς τους έβγαζε σε μέρη διαφορετικά, μέρη που δεν είχε ξαναδεί. Ή ίσως να τα είχε ξαναδεί. Μα μαζί της είχαν άλλη όψη. Ίσως επειδή, χωρίς να καταλάβει πώς, την είχε αγαπήσει.
Η συμβίωσή του μαζί της του είχε καλυτερέψει τη ζωή. Μαζί με εκείνη και το άλλο μεγάλο του έρωτα, τη ζωγραφική, ένιωθε πλήρης. Η τέχνη του και εκείνη είχαν γίνει ένα πλέον. Η ηδονή που ένιωθε όταν ήταν ανάμεσα στις μπογιές και τα πινέλα του ήταν όμοια με εκείνη που ένιωθε όταν την κρατούσε στα χέρια του.

Όταν, κάποια χρόνια αργότερα, πηγαίνανε ταξίδι, την έχασε. Το τροχαίο ήταν πολύ σοβαρό. Εκείνη χάθηκε, αυτός έμεινε ανάπηρος από το δεξί του πόδι και οι επιβάτες του άλλου αυτοκινήτου είχαν τραυματιστεί επίσης σοβαρά.
Είχε φύγει από κοντά του, όσο και αν ήθελε να την κρατήσει. Την έβλεπε παντού γύρω του. Στη κουζίνα, να μαγειρεύει σιγοτραγουδώντας έναν εύθυμο σκοπό. Στο διάδρομο, να ψάχνει την κατάλληλη θέση για τους πίνακές του. Την μύριζε στα σεντόνια του κρεβατιού. Μα όσο έντονη και αν ήταν η παρουσία της, δεν ήταν εκεί.
Προσπαθούσε να μείνει δυνατός. Για εκείνη. Συνέχισε να πουλάει τους πίνακές του, μα δεν ήταν το ίδιο πια το να ζωγραφίζει. Τα βράδια, όταν δεν κοιμόταν, ζωγράφιζε εκείνη, ανάμεσα σε τόνους κόκκινους και πορτοκαλί, σε τόνους σα και αυτούς του κεχριμπαριού.
Ο γερός δεν θυμόταν καν πώς είχε καταφέρει να περάσει όλα αυτά τα χρόνια μακριά της. Αναστέναξε. Ακόμη του έλειπε. Πήρε πάλι στα χέρια του το πινέλο και καταπιάστηκε με τον πίνακά του. Συνέχιζε να προσθέτει πινελιές, δημιουργώντας έτσι ένα τοπίο παρεμφερές με εκείνο που ήταν γύρω του, μα όχι ακριβώς ίδιο. Ζωγράφιζε ένα μέρος που είχε επισκεφθεί μαζί της, πολλά χρόνια πριν, σε ένα τους ταξίδι.
Έξαφνα, την είδε εκεί. Εκεί, ανάμεσα στα δέντρα. Ήταν εκείνη. Σηκώθηκε αλαφιασμένος. Μπορούσε να σταθεί μόνος του, δεν τον πονούσε πια το κατεστραμμένο του πόδι. Προχώρησε με σίγουρα βήματα, άπλωσε τα χέρια του και βρέθηκε μέσα στον πίνακα.
Τα κίτρινα και τα πορτοκαλιά φύλλα έπεφταν νωχελικά από τα δέντρα. Το ποτάμι κυλούσε ήρεμα. Είχε ένα δροσιστικό αεράκι. Και υπήρχε εκείνη. Ήταν εκεί, κάτω από τα δέντρα. Ήταν τα καφετιά μάτια που είχε ερωτευτεί και τα μαλλιά στην απόχρωση του κόκκινου του κεχριμπαριού που ποθούσε να αγγίζει. Έτρεξε προς το μέρος της, με δάκρυα να κυλάν από τα μάτια του. Την αγκάλιασε σφιχτά. Εκείνη, τύλιξε ανάλαφρα τα χέρια της γύρω από το λαιμό του και ακούμπησε το κεφάλι της στο στέρνο του, λέγοντας:

«Χαίρομαι που σε βλέπω ξανά.»

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

L'homme des nombres

Άνοιξε το βιβλίο και άρχισε να διαβάζει από μέσα του:
‘‘Ο Βασιλιάς της Χώρας των Σκιών ήταν βρικόλακας. Η Μεγαλειότητά του ήταν αρχαία. είχε πεθάνει πάνω από χίλια χρόνια πριν. Και έμοιαζε ακόμα με τριάντα χρονών, με τα γαλάζια μάτια του να λάμπουν σαν της γάτας και τα εβένινα μαλλιά του μέχρι τους ώμους μαζεμένα σε χαμηλό κότσο. Στο διπλανό θρόνο κάθονταν η Βασίλισσά του. Ήταν και εκείνη νεκρή εδώ και χίλια χρόνια. Έμοιαζε όμως σα νεαρή είκοσι πέντε ετών, με τα ολόισια ξανθά, σχεδόν άσπρα μαλλιά της να πέφτουν σαν καταρράχτης μέχρι τη μέση της και τα γκριζωπά της μάτια να λάμπουν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι της Αίθουσας των Θρόνων. Ήταν πραγματικά εξωτική η ομορφιά της.
Μπροστά τους ήταν ο βασιλιάς των Ανθρώπων της χώρας δίπλα από τη Χώρα των Σκιών. Το αίμα του κινούνταν έντονα στις φλέβες του λόγω του άγχους του και έδινε χρώμα στα μάγουλά του. Ίσως να θεωρούνταν γοητευτικός, με τα καστανά μαλλιά του και τα πράσινα μάτια του. Η γυναίκα του βασιλιά των Ανθρώπων ήταν μία από τις πιο δυνατές Φωτεινές Μάγισσες που υπήρξαν ποτέ από την Αρχή του Χρόνου. Εκείνη ήταν ψύχραιμη, το ανέκφραστο και όμορφο πρόσωπό της πλαισιώνονταν από μαύρες μπούκλες, τα μελένια μάτια της κοίταγαν επίμονα τη Μεγαλειότητά του.
Η Βασίλισσα έδωσε διαταγή να ανάψουν οι πυρσοί στο μήκος της Αίθουσας των Θρόνων. Ο χώρος φωτίστηκε.
«Να φανταστώ πώς ήρθατε για τη συνθήκη;»,ρώτησε η Βασίλισσα αγέρωχα.
«Ναι, Μεγαλειοτάτη.»,απάντησε ο βασιλιάς των Ανθρώπων. «Όπως ξέρετε η συνθήκη είχε υπογραφεί με τις Αυτού Μεγαλειότητές σας από τον πατέρα μου και ακόμα πιο πριν, το δικό του πατέρα και παππού μου. Η χώρα μου απειλείται από ορδές βαρβάρων και η βοήθειά σας θα ήταν ανεκτίμητη.».
«Ξέρετε πως Εμείς πάντα τηρούμε συνθήκες και υποχρεώσεις. Τα στρατεύματά μας θα είναι έτοιμα σε δύο μέρες.»,αποκρίθηκε η Βασίλισσα βαριεστημένα.
«Θα λάβουμε και Εμεί οι ίδιοι μέρος στη μάχη, όπως έχει συμφωνηθεί.»,συμπλήρωσε ο Βασιλιάς.
«Πολύ καλά λοιπόν. Ευχαριστούμε για την ακρόαση. Αντίο σας. Θα τα πούμε στο πεδίο της μάχης. Χαιρόμαστε που σας έχουμε συμμάχους.»,απάντησε ο βασιλιάς των Ανθρώπων και αφού χαμογέλασε ευγενικά στις Μεγαλειότητες, πήρε από το χέρι τη συμβία του και έφυγαν.
Ο Βασιλιάς παραξενεύτηκε. Εκείνος είχε ‘παντρευτεί’ τη Βασίλισσα λόγω υποχρέωσης. οι πιο αρχαίοι βρικόλακες πάντα δεσμεύονταν ώστε να βασιλεύουν στη Χώρα των Σκιών, στη χώρα όπου κατοικούσαν τα φαντάσματα, τα ξωτικά, οι λυκάνθρωποι, οι νεράιδες και όλα τα λοιπά μυθικά πλάσματα. Όμως δεν την αγαπούσε. Δε μπορούσε να αγαπήσει. Η καρδιά του είχε πάψει να αισθάνεται. Και απλά η ζωή του πλέον ήταν μία ατέρμονη νύχτα. […]
Η μάχη είχε τελειώσει. Οι εχθροί είχαν μαζέψει τους νεκρούς και είχαν οπισθοχωρήσει. Ο βασιλιάς των Ανθρώπων αν και κουρασμένος φαινόταν ευτυχισμένος. Γελούσε και συνεχώς αγκάλιαζε και φιλούσε τη γυναίκα του, σα να μη χόρταινε την παρουσία της. Ο Βασιλιάς μπορούσε πλέον να καταλάβει αυτόν τον Θνητό. Είχε καρδιά που χτυπούσε, αλλά η ψυχή του ήταν εκείνη που δημιουργούσε εκείνα τα συναισθήματα στοργής για τη γυναίκα του. Όμως ο Βασιλιάς ήξερε πως δεν είχε την πολυτέλεια σε κανένα από τα δύο. Η ψυχή του είχε εξαφανιστεί, χρόνια πριν. Η καρδιά του είχε πάψει να χτυπά. Ήταν ένα τίποτα.
Κοίταξε τη Βασίλισσά του. Αδιαμφισβήτητα ήταν πανέμορφη, κάτω από το φως του φεγγαριού που την έλουζε. Την έκανε να μοιάζει με νεράιδα, τόσο ντελικάτη ήταν.  Αναρωτήθηκε για ποιο λόγο τα σκέφτονταν αυτά όμως. Ποτέ δεν τον είχε συγκινήσει ιδιαίτερα η ομορφιά της Βασίλισσάς του. Ήταν βρικόλακας, προφανέστατα ήταν πανέμορφη. Η αλήθεια είναι όμως πως είχε συλλάβει αρκετές φορές τον εαυτό του να παρατηρεί τις λεπτές γωνίες του προσώπου της, τα μεγάλα της μάτια, τα σχεδόν ολόλευκα μαλλιά της, όλο της το παράστημα.  Ήταν όντως πανέμορφη.
Και είχε παρατηρήσει πως είχε αρχίσει να βρίσκει αρκετά ενδιαφέρων το χαρακτήρα της και συμπαθητική την προσωπικότητά της. Αν και συχνά ειρωνική και σοβαρά, έκανε πολλές φορές αστεία με τη γυναίκα του βασιλιά των Ανθρώπων και το γέλιο της ήταν υπέροχο. Της άρεσε να περπατάει στο δάσος και να παίζει φλάουτο. Ήταν η σύζυγός του εδώ και πεντακόσια χρόνια και ποτέ του δεν είχε προσέξει όλα αυτά. Δεν είχε ενδιαφερθεί.
Πλησίασε τη Βασίλισσά του. Εκείνη τον κοίταξε ανέκφραστα.
«Νομίζω… νομίζω πως αρχίζω να νιώθω πράγματα. Για εσένα.»,της είπε τελικά μετά από μερικά λεπτά δισταγμού και αμηχανίας.
Αν η καρδιά του χτυπούσε ίσως είχε κοκκινίσει. Παρότι όμως πλέον δε ζούσε, ένιωθε μέσα του πράγματα-συναισθήματα-για τη Βασίλισσά του. Όλος αυτός ο καιρός με τους Θνητούς είχε ξυπνήσει μέσα του τα αισθήματα που είχαν ναρκωθεί για μία χιλιετία.
Η Βασίλισσα σήκωσε έκπληκτη τα φρύδια της. «Εγώ… είναι παράξενο. Και εγώ εδώ και κάποιο καιρό νιώθω το ίδιο. Παρότι δε χτυπάνε οι καρδιές μας»,είπε βάζοντας το χέρι στην νεκρή καρδιά του. «νομίζω μπορούμε να νιώσουμε.».
Έβαλε το χέρι του πάνω στο δικό της και χαμογέλασε για πρώτη φορά εδώ και πολλούς αιώνες. «Νομίζω έχεις δίκιο. Ελπίζω να μη χάσαμε πολύ καιρό.».
Χαμογέλασε και εκείνη. «Δεν το νομίζω.».
Την αγκάλιασε.’’
Άφησε το βιβλίο και σηκώθηκε από την καρέκλα του. Συνήθως δεν αγόραζε τέτοια βιβλία, μυθιστορήματα φαντασίας, του άρεσαν περισσότερο τα ψυχολογικά βιβλία. Του άρεσε να διαβάζει για την ψυχοσύνθεση των ανθρώπων. Πίστευε ότι έτσι τους καταλάβαινε σε βάθος. Όμως ήξερε πως οι άνθρωποι δεν ήταν σαν τους αριθμούς που τόσο αγαπούσε.
Οι αριθμοί είναι εύκολοι. Πάντα ένα και ένα κάνει δύο, δύο και δύο τέσσερα και ούτω κάθε εξής. Δεν υπάρχει κάτι που να αλλάζει, όλα παραμένουν τα ίδια, παρά τις αλλαγές που συμβαίνουν ανά τα χρόνια. Οι αριθμοί δε σε προδίδουν ποτέ, σκέφτηκε. Πάντα είναι εκεί και πάντα ίδιοι. Ποτέ δεν αλλάζουν, ποτέ δε λένε ψέματα, ποτέ δε σε πληγώνουν. Δεν είναι άνθρωποι.
Γιατί για αυτό ο ίδιος παρέμενε κλεισμένος στο μισοσκότεινο δωμάτιό του, με  τα βιβλία του και τα μαθηματικά του. Παλιά βέβαια δεν ήταν έτσι. Παλιά ήξερε να γελάει, παλιά μπορούσε να πάρει τηλέφωνο κάποιον και να του πει να βγούνε. Ενώ τώρα…κατέληξε να είναι ένας εκνευριστικός και απόμερος φοιτητής Μαθηματικών. Ένα τίποτα, ουσιαστικά;
Όμως δεν έφταιγε (μόνο) εκείνος. Τον είχαν πληγώσει. Εκείνοι και εκείνη. Εκείνοι που ήταν φίλοι του, από το Γυμνάσιο ακόμα, μόλις πήγαν φοιτητές τον παράτησαν και δεν του ξαναμίλησαν, χωρίς κάποιο προφανή λόγο. Ενώ εκείνη, που την αγαπούσε πάρα πολύ, τον είχε χωρίσει. Έτσι απλά. Και του ήρθαν όλα μαζί. Ένιωθε πως έχασε τα πάντα. Ένιωθε την καρδιά του να σπάει, όπως ένα ξύλινο καράβι που τσακίζεται πάνω σε ένα κοφτερό προεξέχοντα βράχο. Αφού είχε χάσει τα πάντα από ανθρώπους που τον στήριζαν δεν έβλεπε πια το λόγο να συνεχίσει τις ανθρώπινες σχέσεις. Ποιο θα ήταν το νόημα; Ποιο το αποτέλεσμα; Πάλι δε θα πληγωνόταν, εν τέλει, αργά ή γρήγορα; Δεν το καταλάβαινε… Ποιος ήταν ο λόγος να έχεις μια καρδιά, να έχεις συναισθήματα, αν ήταν να καταρρέουν σαν τραπουλόχαρτα στο τέλος;
Κανένας δεν τον είχε προειδοποιήσει για αυτή την κατάληξη των ανθρώπινων σχέσεων. Και αφού είχε μείνει παντελώς μόνος, κλείστηκε μέσα σε ένα προστατευτικό καβούκι. Η ζωή του ήταν τώρα πια, τον τελευταίο χρόνο, η σχολή του, το διάβασμα για αυτή, η λογοτεχνία, τα βιβλία ψυχολογίας και τα μαθηματικά. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό του πως θα ξανάβγαινε στον κόσμο. Αυτό όμως αφού πρώτα είχε κατανοήσει πλήρως την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση ώστε να είναι σε θέση να αποτρέψει μία μελλοντική κατάσταση που θα τον πλήγωνε ξανά.
Όμως όσο περισσότερο διάβαζε τόσο περισσότερο δεν καταλάβαινε τι ήταν πλέον αυτό που έψαχνε να βρει. Και αυτό τελικά που τον είχε παρακινήσει σε όλες αυτές τις σκέψεις εκείνο το βροχερό απόγευμα ήταν τι; Ένα απλό μυθιστόρημα φαντασίας.
Δεν ήταν ωστόσο ο Βασιλιάς σαν εκείνον; Εν μέρει; Ο Βασιλιάς δεν είχε πληγωθεί. Ωστόσο είχε πάψει να νιώθει, αφού δεν έβρισκε το λόγο να νιώσει κάτι. Η επαφή του όμως με τους ανθρώπους και την ανθρώπινη θνητή φύση τους τον έκανε να αρχίσει να εξανθρωπίζεται. Δεν είχε πάψει στην πραγματικότητα ποτέ του να νιώθει. Απλά τα συναισθήματα, λόγω αχρηστίας, είχαν σιγάσει και στη θέση τους υπήρχε ένα κενό, ένα τίποτε. Ίσως ο ίδιος ο Βασιλιάς να ήταν ένα τίποτε. Και πώς άραγε να είναι κάτι, αφού δε νιώθει; Όμως, ο βασιλιάς των Θνητών τον είχε ωθήσει να δει πέρα από το όμορφο αθάνατο πρόσωπο της Βασίλισσας. Ο Βασιλιάς βρικόλακας είχε αρχίσει να εκτιμά τις λεπτές πτυχές του χαρακτήρας της, τη ντελικάτη φυσιογνωμία της, να την εκτιμά και να τη σέβεται. Άρχισε να νιώθει, άρχισε να ερωτεύεται. Και έγινε λοιπόν κάτι, έπαψε η ζωή του να είναι βαρετή αφού μπορούσε πια να νιώσει και όχι μόνο αυτό. Μπορούσε επίσης να μοιραστεί αυτό το συναίσθημα με κάποιον άλλον, κάποιον που αγαπούσε.
Ίσως αυτό να ήταν το νόημα εν τέλει. Άφησε έναν αναστεναγμό αγανάκτησης. Το κεφάλι του κόντευε να σπάσει από όλες αυτές τις τόσο συναισθηματικά φορτισμένες σκέψεις. Ήθελε καθαρό αέρα. Έβαλε το μπουφάν του, πήρε κλειδιά και κινητό και βγήκε έξω.
Ήταν στο κέντρο της πόλης. Πού πήγαινε; Δεν ήξερε. Απλά περπάταγε και προσπαθούσε να καθαρίσει το μυαλό του. Ήθελε να σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει. Και καθώς σκεφτόταν το πρώτο πράγμα που το ήρθε στο μυαλό ήταν εκείνη η συμφοιτήτριά του που είχε γνωρίσει στο αμφιθέατρο κάποτε, πριν μήνες. Αυτή με τα καστανά μαλλιά και τα μελένια μάτια. Τολμούσε να πει πως είχε βρει την προσωπικότητά της αρκετά γοητευτική, αν και δεν είχε κάνει τον κόπο να τη γνωρίσει, φοβόταν ακόμη τότε μία πιθανή ατυχή γνωριμία που θα κατέληγε πάλι στο να τον πληγώσει.
Χωρίς καν να ξέρει γιατί σκέφτηκε αυτή την κοπέλα, έβγαλε το κινητό του και πληκτρολόγησε ένα μήνυμα στα γρήγορα, ρωτώντας την αν θα ήθελε να πάνε για καφέ. Προτού συνειδητοποιήσει τι έκανε, πάτησε ‘Αποστολή’.
Πώς μπορούσε εκείνος, που τόσο φοβόταν τις δεσμεύσεις και τις ανθρώπινες σχέσεις να συμπεριφέρεται τόσο… απερίσκεπτα; Ήταν όντως απερίσκεπτη η πράξη του; Τύψεις άρχισαν να περικυκλώνουν απειλητικά το μυαλό του. Μήπως δεν έπρεπε να στείλει αυτό το μήνυμα; Μήπως ήταν, εν τέλει, πολύ για εκείνον να θέλει οποιαδήποτε είδους σχέση με οποιοδήποτε άτομο; Μήπως ήταν πλέον αδύνατο να συναναστραφεί έστω και με συνομηλίκους του;
Όχι, ένιωσε μία φωνή να μιλάει στο κεφάλι του. Ήταν άγνωστη αλλά και συνάμα οικεία. Όλοι έχουν το δικαίωμα να κάνουν φίλους, να γελάσουν, να αγαπήσουν. Και επειδή πληγώθηκες και επειδή σε έσπασαν; Οι άνθρωποι είναι σημαντικοί. Γεννιόμαστε μόνοι, πεθαίνουμε μόνοι, αλλά τους έχουμε αδήριτη ανάγκη κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Είναι απαραίτητοι. Πληγώθηκες και ίσως ξαναπληγωθείς. Με το να μένεις όμως μόνος χάνεις την ευκαιρία να γνωρίσεις πολύ ενδιαφέροντες ανθρώπους και δεν τους δίνεις τη δυνατότητα να σε γνωρίσουν και εκείνοι. Ακολούθησε το παράδειγμα του Βασιλιά βρικόλακα. Προσπάθησε να κάνεις την καρδιά σου να νιώσει και άρπαξε μερικές ευκαιρίες, όσες σου δίνονται και προσπάθησε να ξεπεράσεις τα εμπόδια που σε τραυματίζουν και σε κάνουν να πέφτεις. Αλλιώς είναι η καρδιά σου που θα γίνει ξηρή και εύθραυστη και δε θα είναι ικανή για τίποτα παρά μόνο για να χτυπά.
Είχε μόλις λάβει ένα μήνυμα στο κινητό του. Η κοπέλα είχε δεχτεί και του έλεγε να πάει σε ένα τέταρτο σε μία καφετέρια εκεί κοντά. Δίστασε. Συνοφρυώθηκε. Και μετά έκανε αυτό που του είχε πει η φωνή, αυτό που θα έκανε ο Βασιλιάς βρικόλακας. Άδραξε την ευκαιρία και πήγε στην καφετέρια.
Η κοπέλα χαμογέλασε όταν τον είδε. Παρήγγειλαν καφέ και έπαιξαν τάβλι. Μίλησαν για τη σχολή, μίλησαν για τα μαθήματα, για τις ταινίες, για τα βιβλία, για τα σχολικά τους χρόνια. Είχε δίκιο. Ήταν όντως γοητευτική ως χαρακτήρας, πολύ ενδιαφέρουσα. Είχε καιρό να μιλήσει τόσο πολύ με κάποιον. Ένιωθε τόσο όμορφα, τόσο πλήρης. Πώς μπορούσε τόσο καιρό να μένει μόνος; Δεν τον είχε ενοχλήσει; Ένιωθε άβολα όταν σκεφτόταν πως ίσως να έπρεπε να κλειστεί στο καβούκι του, να μείνει ξανά μόνος. Όχι. Δε θα το έκανε. Όχι πια. Δεν έπρεπε να φοβάται.
Συνέχισαν να μιλάνε και η κοπέλα γέλασε σε ένα αστείο του. Ήταν τόσο όμορφο το γέλιο της. Και ένιωθε καλά που την είχε κάνει να γελάσει. Ένιωθε χαρά, μετά από πάρα πολύ καιρό. Άφησε το συναίσθημα αυτό να τον πλημμυρίσει και χαμογέλασε.

Όταν βγήκαν από την καφετέρια και άρχισαν να περπατούν προς το σπίτι της, της έπιασε δειλά και διστακτικά, σαν ένα μικρό ντροπαλό παιδί, το χέρι.  Εκείνη του έσφιξε το χέρι και χαμογέλασε ευδιάθετα. Χαμογέλασε και εκείνος για δεύτερη φορά εκείνη τη μέρα. Η κοπέλα, με τη σκιά του χαμόγελού της ακόμη πάνω στα χείλη της, τεντώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τον φίλησε στο μάγουλο. Εκείνος κοκκίνισε. Οι αριθμοί και τα βιβλία του θα ήταν μοναχικά για αρκετό καιρό από ‘δω και πέρα.


Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

don't remind me

I continued to shrug it off
Act like I 
didn’t care
But I did
And I do
And it hurts when you constantly remind me
Of all the things I’m lacking
Of being 
alone
And
lonely
I didn’t choose this for myself you know
I don’t show it
Because it hurts
That I’m not 
wanted
needed
craved
adored
cherished
I don’t feel safe
In my skin
I’m lost
I have been lost
For so long,
I don’t know 
What I’m trying to 
Get back too.
Please stop, don’t remind me.


Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

I have a confession to make


 Αυτοτελής ιστορία

-Hey, you’re shaking.
-Yeah… I am a bit anxious. Can I hold your hand?
-Sure thing…
-I have a confession to make. It’s not something that you don’t know actually. Let me start with something you yourself said last year. I am afraid only of the thought of not talking to you, even if it’s just for one day. I…I want to talk to you. That’s why I call you so many times per week. I never get bored of your voice, or your jokes. I never get bored of you. I…I know that possibly I am a bother to you. Who wouldn’t be bothered by a girl who is in love with him, but he only sees her as a friend. I know that I bother you and that it must be hard for you to talk to me normally, but I had enough of this. I want to stop pretending that I’m only your friend. I do not see you as a friend. I like you, and you’ll never possibly ever find how much I do so. I know that this confession is already melodramatic and probably boring to you, but you have to know that it is true. It comes from the depths of my thoughts and feelings and it was something I always wished to say to you.
I like the way you make me laugh. I like the way you laugh when I say something funny enough. I like the way you take care of me. I like the way your voice sounds after I’ve just waken you up. I like the way you tease me. I like the fact that you say nerdy stuff that actually sounds funny. I appreciate the fact that you’ve been here for me. You’re actually always here for me, even if you’re miles away. You take my pain away with just one word. All you have to do to make me extremely happy is to talk to me.
But I wish for more. I wish I could make your heart race, like min does, when I talk to you. I wish you could see me as something more than a friend. I wish I could hold your hand and I could be the one for you. I know it’s selfish to ask this, but I would love it if I was your girlfriend.
I mean, I am already your friend and this also makes me happy, happier than I could ever imagine. But you know, I feel as if my chest tightens and tightens more, when I realize that I could never have you, that I could never be something more than a friend to you.
The thing you could make out of this pretty much pointless speech is that I like you. I love you.
She dropped her pencil. She couldn’t bring herself to write the line “That’s when the boy leaned and kissed her”. Her hand wouldn’t move to finish the fictional text she was writing.
She felt tears streaming down her face. What was she crying for? Because she couldn’t even kiss the boy she like din her fictional world? It was stupid… So stupid.
And yet, there she was crying over the piece of paper that had on it the hidden feelings of her heart towards one of her friends. She couldn’t bring herself up to confess to him. She was so afraid. She knew he would possibly reject her and she could stand that pain, if she was able to stay near to him, as a friend. But she would feel so sad if she saw him with another girl, holding hands, laughing, kissing.
No. She could not confess. And that made her feel so bad.
Pathetic wasn’t she? Trying to make her deepest desires come true by imaging them. And then in the end, this would destroy her heart.
She felt so fucked up.
So she cried more.

 In my field of paper flowers
And candy clouds of lullaby
I lie inside myself for hours
And watch my purple sky fly over me

Σάββατο 16 Ιουνίου 2012

Dreaming of dreams

 Συμμετέχω σε διαγωνισμούς στο deviantART για να μπορέσω να βελτιωθώ στη ζωγραφική και να το πιο πρόσφατο. Θέμα: A Fairytale Character Dreaming. Εγραψα και ενα κειμενάκι, so here we go :P




From what the witch told her, all she knew was that the dreams were supposed to be gray, black and white. Was she abnormal? For her, everything around her was black, white and gray. Her life was colorless. She desired colors. She wanted to see them, but they were so far away from her, they were outside her tower.
So, every time she closed her eyes, her dreams were full of colors, full of reds and greens and blues and purples and oranges and so many more colors that dazzled her and made her laugh and happy and kind of light-headed. That times, the tower's wooden floor used to turn into a green meadow full of small flowers with wonderful smells. Butterflies with weird colors and purple birds were flying on her sky and right there, where her bed was, was a huge waterfall. Some times, a blueish unicorn, full of pride and innocence made his appearance. Trees with flowers popped up suddenly from the floor. She dreamed of stuff she knew they only existed in fairytales. There was yellow flying castle among pinkish clouds and there were kind princes and beautiful queens and happiness and joy.
Those colorful dreams made her smile. But, when she opened her eyes, she herself was still gray and so was the whole tower and only the outside world was full of those sweet colors she only dreamed off.

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Who was she?

 Αυτοτελές κείμενο.





Alice Turner got up from her bed. It was 6:30 a.m. She had to get ready. It was her special day. Everything would have to be perfect.
Alice was only 21. She had a mother named Helen who worked as a nurse at the local hospital. She had an older sister, Lizzie, who was about 28 now. Her sister was her prototype. Always with an A+ in the report card, studied in Law School of Yales. A dream sister and a lovely daughter anyone would have wanted.
Alice tried really hard on her whole life to look like her sister. She studied, studied, studied. She made it to Yales as well, but she studied in Economics, because she thought of it as a more entertaining subject and her mother used to tell to her that it would get her a job for sure.
Last day was her graduation day from Yales.  She was invited to a party, but she could not attend it. Today was her special day you see. The day of her job interview. She would success, she knew. Everything will be perfect, that’s what she kept telling herself. She had loved this company ever since her mother talked to her about it.
‘I’m really proud of you honey,’ her mother said when she got down for breakfast. ‘This suit looks perfect on you. Everything is going to be perfect. Everything. You will do it. And every extra hour, every extra night in this hospital would not have been wasted in vain.’
Alice knew she couldn’t disappoint her mother. She sacrificed everything for her and her sister. She would make her proud. She would make her smile.
She got the train and went to the centre of thw town. It was full of people in suits, with briefcases and cell phones. She would be like them too, one day. Maybe tomorrow she would be like them too. Maybe that would make her mother even more proud of her. And that way she would be more like Lizzie.
She step into the building in which her job interview was held. She was maybe one of the hundreds who wanted this place, the economic advisor. But she would get it. She had to make mother proud.
They called her name. She went to the office of the CEO of the company. She was a lady in a blue suit, with greyish hair and glasses.
‘So Miss Turner, you have an impressive biography here. Hundreds and hundreds of young people want this position. Your skills seem to fit our expectations, but why should we choose you? What makes you different? Tell us, who really is Alice Turner?’ the CEO said.
‘I…well I am… I…’
Alice was stunned. Years of studying and now that? What kind of question was that? It was never mentioned in any kind of book or handbook or anything!
‘I am sorry for wasting your time,’ she said and escaped from there.
She walked in the streets. Lost. Why did this happen? Was she not prepared enough?
And this question kept troubling her mind. Who was she? She was Alice Turner. Yeah. She was Alice Turner. But who was she? What kind of music did she like? Did she even like music? Her mother always used to tell that music would not help her concentrate in studying. And what about books? She never read any of them, only the ones she had to read. She didn’t even had a taste in clothes. Who was she? Was she Alice Turner? Or was she just an automaton that just kept reading to keep her mother in peace?
She was nothing. She was just a failure of her mother’s dream that never came to life. Without making her dreams true, she had to make her kids do it for her.
And now Alice Turner had nothing but a name, a surname and her genetics to identify her.
She sighed. Now it was time to find out who Alice Turner really is.


Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2011

L'homme des nombres


Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί τη συμμετοχή μου για ένα διαγωνισμό. Απλά θέλω τη γνώμη κάποιου που δε με γνωρίζει, ώστε να ξέρω αντικειμενικά αν αξίζει τον κόπο. Το κείμενο αποτελεί καθαρά δική μου ιδιοκτησία και απαγορεύεται οποιαδήποτε αντιγραφή ή χρήση του κειμένου ως δικού σας. Μετά από δύο ημέρες, το κείμενο δεν θα υπάρχει πλέον στην ανάρτηση αυτή. Ευχαριστώ για την κατανόηση.

----------------------------------xxxxx----------------------------------

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011

Votre cœur va devenir sec et cassant


«Γιατί κάτι στιγμές, αρχίζει σιγά-σιγά να μου δίνεται η εντύπωση ότι ποτέ δε θα είμαι ικανός ν’ αρχίσω μία πραγματική ζωή, γιατί νομίζω ότι έχω χάσει πια κάθε ρυθμό, κάθε αίσθηση του παρόντος, της πραγματικότητας, γιατί, τελικά, καταριόμουν ο ίδιος τον εαυτό μου και γιατί, μετά τις νύχτες της φαντασίας μου, έρχονται στιγμές νηφαλιότητας, οι οποίες είναι φοβερές! Στο μεταξύ, ακούς πως γύρω σου βροντοφωνάζει και στριφογυρίζει στον ανεμοστρόβιλο της ζωής το ανθρώπινο πλήθος, ακούς, βλέπεις πως ζουν οι άνθρωποι. Ζουν ξύπνιοι, βλέπεις ότι η ζωή για αυτούς δεν ήρθε κατά παραγγελία, δε θα εξανεμιστεί σαν όνειρο, σαν οπτασία, συνεχώς ανανεώνεται, μένει πάντα νεανική κι ούτε μία ώρα της δε μοιάζει με την άλλη, ενώ η λιγόψυχη φαντασία είναι τόσο καταθλιπτική, ποταπή και μονότονη, σκλάβα μιας σκιάς, μιας ιδέας, σκλάβα του πρώτου σύννεφου που θα κρύψει ξαφνικά τον ήλιο.[…] Στο μεταξύ, η ψυχή ζητάει και θέλει κάτι άλλο! Ο ονειροπόλος μάταια σκαλίζει τα παλιά του όνειρα, όπως τη στάχτη, γυρεύοντας έστω κάποια μικρή σπίθα, να τη φυσήξει, να ζεστάνει την κρύα του καρδιά με φλόγα ανανέωσης και ν’ αναστήσει μέσα της απ’  την αρχή όλα αυτά που πρώτα ήταν τόσο αγαπητά, που συγκινούσαν την ψυχή, που έκαναν το αίμα να βράζει, τα μάτια να δακρύζουν, κι εξαπατούσαν με τόση μεγαλοπρέπεια! Οι ανόητοι και άυλοι ρεμβασμοί δεν υπάρχουν, επειδή δεν υπάρχει κάτι που να τους κάνει να διατηρούνται. Ακόμα και τα όνειρα, σβήνουν, τελειώνουν! Τα χρόνια θα διαβαίνουν, θα έρθει η σκληρή μοναξιά, θα έρθουν, τρέμοντας και με μπαστούνι, τα γηρατειά, κι ύστερα με τη σειρά τους η ανία και η κατάθλιψη. Ο φανταστικός σου κόσμος θα χλομιάσει, τα όνειρά σου θα σβήσουν, θα μαραζώσουν, και, σαν τα κίτρινα φύλλα, θα πέσουν κάτω από τα δέντρα. Είναι θλιβερό να μένεις μόνος, τελείως μόνος, και να μην έχεις ακόμα και τι να λυπηθείς- τίποτε, απολύτως τίποτε… Γιατί όλα αυτά που έχασες, ήταν όλα ένα τίποτε, ήταν ένα ανόητο, στρογγυλό μηδενικό, ένα όνειρο και τίποτε άλλο!»           Φίοντορ Μιχαήλοβιτς Ντοστογέφσκι ‘‘Λευκές Νύχτες’’


Αυτά του Ντοστογέφσκι με χαρακτηρίζουν. Ίσως χαρακτηρίζουν και άλλους. Οι ονειροπόλοι είμαστε ένα ξεχωριστό και μοναδικό είδος ανθρώπων, ένα είδος καλά καλυμμένο πίσω από μισοσκισμένα
All Star και χοντρά φούτερ. Φανταζόμαστε σημαίνει για εμάς ζούμε. Ζούμε μέσα από όνειρα, μέσα από διάφορες φαντασιώσεις, μέσα από βιβλία, μέσα από ποιήματα, μέσα από πλαστικούς χαρακτήρες, μέσα από κάτι άλλο τέλος πάντων. Κλεινόμαστε μέσα σε αυτόν τον φανταστικό κόσμο όταν ο άλλος, αυτός που είναι στο δρόμο, έξω από το παράθυρο και παντού γύρω μας είναι τόσο πραγματικός που μας πονάει.
Μας πονάει και μας σπάει σε χίλια κομμάτια. Αυτό είναι το αρνητικό χαρακτηριστικό, μία συνέπεια ας το θέσω της πραγματικότητας. Όμως, η φαντασία δεν είναι έτσι. Μας προσέχει, μας κανακεύει, μας φροντίζει. Είναι πάντα εκεί για εμάς. Όταν πρέπει να τρέξουμε για να κρυφτούμε, τυλίγοντας τα χέρια μας γύρω από τα γόνατά μας, όταν είμαστε έτοιμοι να αφήσουμε τα δάκρυα να κυλήσουν και τα δάκρυα είναι τόσα πολλά που θα γέμιζαν μία θάλασσα ή έστω μία λίμνη.
Και εκεί όλα είναι τόσο τέλεια. Τόσο τέλεια.
Η πραγματικότητα δεν είναι. Όμως με το να μένουμε στη φτιαχτεί αυτή τελειότητα, στην υπερβολική αυτή τελειότητα, χάνουμε πράγματα.
Πιστεύω ότι το κάνουμε επειδή φοβόμαστε πως η προσγείωση από το σύννεφό μας στη γη θα είναι τόσο απότομη που θα μας κόψει τα φτερά. Φοβόμαστε πως δε θα μπορέσουμε να ξαναπετάξουμε. Και έτσι, εξασφαλίζουμε μία φτιαχτή ευτυχία.
Είναι όμως σωστό αυτό;
Και εγώ το κάνω. Δεν το αρνούμαι. Ξέρω πως δεν είμαι καλά. Και ξέρω γιατί το κάνω.
Φοβάμαι την πραγματικότητα. Βλέπετε, οι ονειροπόλοι είμαστε και πάνω από όλα ευαίσθητοι. Και αν σπάσει η καρδιά μας μία φορά, τη μαζεύουμε, την κολλάμε όπως-όπως και φοβόμαστε να την ξαναχρησιμοποιήσουμε γιατί θα σπάσει. Γιατί είμαστε τόσο ευαίσθητοι που δε θέλουμε ο τόπος να γεμίσει με τα κόκκινα απομεινάρια της καρδιάς μας-με τα απομεινάρια που θα μείνουν αν η επαφή μας με την πραγματικότητα, με τους άλλους ανθρώπους, μας πληγώσει ξανά.
Voilà, ma petite Amélie, vous n'avez pas des os en verre. Vous pouvez vous cogner à la vie. Si vous laissez passer cette chance, alors avec le temps, c'est votre cœur qui va devenir aussi sec et cassant que mon squelette. ~Le fabuleux destin d’ Amélie Poulain
Λοιπόν, μικρή μου Αμελί, δεν έχετε οστά από γυαλί. Μπορείτε να γνωρίσετε τους χτύπους της ζωής. Εάν αφήσετε αυτή την ευκαιρία να περάσει, αργότερα με τον καιρό, είναι η καρδιά σας που θα γίνει το ίδιο ξηρή και εύθραυστη με τον σκελετό μου.
Αφήνουμε έτσι μερικές ευκαιρίες να περνούν και η καρδιά μας αραχνιάζει.
Δε λέω να μην ονειρευόμαστε. Εγώ ονειρεύομαι πολύ, τι Creepy Dreamer θα ήμουν αν δεν το έκανα;
Ωστόσο υπάρχουν ευκαιρίες που αξίζει να ζήσουμε. Υπάρχουν όνειρα που μπορούμε να κυνηγήσουμε. Όνειρα ζωντανά και αληθινά. Υπάρχουν άνθρωποι που θα μας δώσουν ένα μέρος της καρδιάς τους, αν τους δώσουμε ένα μέρος της δικής μας. υπάρχουν μέρη να επισκεφθούμε, πράγματα να δούμε και να ζήσουμε.
Και αν η πραγματικότητα μας πονέσει ξανά; Αν μας σπάσει; Αν μας πληγώσει;
Τουλάχιστον πιστεύω ότι θα έχουμε ζήσει μερικά λεπτά ευτυχίας. Δεν είναι μία τεράστια ανταμοιβή που να αντισταθμίζει και τη χειρότερη από όλες τις πτώσεις;

Θεέ μου! Ένα ολόκληρο λεπτό υπέρτατης ευτυχίας! Είναι, μήπως, λίγο αυτό, έστω και σ’ όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής;…
Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011

Home is wherever my books are.


Καλησπέρα και καλό σας μήνα.
Με έπιασε τώρα τελευταία να αναπολώ τις αγάπες μου. Τις αιώνιες αγάπες, αυτές που δε θα φύγουν ποτέ-ποτέ.
Χμ, ακόμα δε θυμάμαι καθαρά πώς ακριβώς ξεκίνησα να διαβάζω βιβλία. Νομίζω ήταν επειδή με κορόιδευε ο αδερφός της πρώην κολλητής μου, ο Πέτρος, όταν είχαμε πάει να δούμε το Χάρι Πότερ και τη Φιλοσοφική Λίθο. Ήμουν γύρω στα 6, δεν ήξερα να διαβάζω γρήγορα υπότιτλους. Αλλά θα μάθαινα για να τον εκνευρίσω :Ρ Άρχισα λοιπόν να παίρνω κόμιξ νομίζω. Ναι είναι γελοίο, αλλά ξεκίνησα με κόμιξ. Δεν είχαμε βιβλία στο σπίτι ούτε ήξερα τι σήμαινε το βιβλίο.
Μέχρι που γνώρισα την Αλεξάνδρα. Η Αλεξάνδρα είναι η κολλητή μου τα τελευταία 8-9 χρόνια. Τη γνώρισα το καλοκαίρι από Τρίτη Δημοτικού για Τετάρτη. Όταν γνωριστήκαμε, πήγα σπίτι της, μένουμε απέναντι. Εκεί, γνώρισα τη μεγάλη της αδερφή. Την Ανθή. Με είχε ρωτήσει αν διαβάζω βιβλία. Χαμογέλασε όταν απάντησα αρνητικά και μου έδωσε ένα χιλιοδιαβασμένο βιβλίο με ψιλοσκισμένο εξώφυλλο. Ο Χάρι Πότερ και η Φιλοσοφική Λίθος. Μη με κατηγορήσετε που μου πήρε 1.5 μήνα να το διαβάσω. Τότε ξεκίνησα. Αλλά το διάβασα. Και μετά το δεύτερο και το τρίτο και το τέταρτο(το οποίο με φόβισε στο νεκροταφείο) και το πέμπτο στα κρυφά και μου πήραν το έκτο δώρο και το έβδομο το αγόρασα πρώτη-πρώτη μόνη μου. Από τότε όμως που άρχισα να διαβάζω, έχω γεμίσει τη βιβλιοθήκη μου. Πρέπει να έχω πάνω από 100 βιβλία. Η προφητεία της Πέτρας, ο Μικρός Πρίγκιπας, ο Αλχημιστής, το Εγχειρίδιο ενός Πολεμιστή του Φωτός, Τα χρονικά του Σπάιντεργουικ, κάποια της Τζάκλιν Ουίλσον, ένα Ντοστογέφσκι, τα πέντε από τα έξι του Vampire Academy, τα 4 από τα 6 του The Mortal Instruments, την τριλογία των Αγώνων Πείνας, μία ποιητική συλλογή Καβάφη-Πεσσόα, τη Μάγισσα του Μπλιθόρ και κάμποσα άλλα, άλλα το ίδιο και άλλα λιγότερο αγαπημένα.
Δεν είναι όμως αυτή η ανάρτηση για να μετρήσω τα βιβλία μου, αυτό θα γίνει άλλη φορά-ναι, δεν το γλιτώνετε. Απλά σήμερα θέλω να περιγράψω τη μαγεία που νιώθω όταν ‘‘κρύβω τη μύτη μου συνεχώς πίσω από ένα βιβλία’’, όπως το θέτει ο πατέρας μου.
Τα βιβλία σημαίνουν πολλά για εμένα. Είναι σα μυστικά που περιμένουν να ειπωθούν. Κρυμμένα μέσα σε ένα σκονισμένο ράφι ή θαμμένα κάτω από ένα σωρό ασιδέρωτων ρούχων. Ξεχασμένα από τα παιδιά εξαιτίας της τηλεόρασης και των παιχνιδιών, θεωρούμενα τγέ μπανάλ και χάσιμο χρόνου από τους μεγάλους. Πάντα λένε πως δεν έχουν χρόνο να τα διαβάσουν… Οπότε αυτά κάθονται, δίπλα το ένα στο άλλο, παγωμένα, μόνα τους και ξεχασμένα. Σε κάθε μπανταρισμένο αντίτυπο, σε κάθε κιτρινισμένη, τσαλακωμένη και μερικές φορές λερωμένη σελίδα κρύβονται ιστορίες κόσμων που δεν περίμενες ποτέ σου να υπάρξουν. Και απλά μένουν εκεί, στο ράφι, μέχρι να τα μετακινήσεις σε κάποιο άλλο σπίτι.
Ωστόσο, μερικοί ξέρουμε καλύτερα. Τα βιβλία αναπνέουν, είναι ζωντανά. Όταν έχει πέσει σκοτάδι, ο υπόλοιπος κόσμος έχει κοιμηθεί και οι σκέψεις μας κυλάν χωρίς σταμάτημα στο μυαλό μας αυτά μας ψιθυρίζουν από την άλλη άκρη του δωματίου, λέγοντάς μας να τα πάρουμε στα χέρια μας, να τα ανοίξουμε. Προσφέρουν ένα μέρος όπου μπορείς να τρέξεις όταν τα πόδια σου φοβούνται να κουνηθούν. Ένα μέρος να κρυφτείς όταν ο κόσμος έξω από το παράθυρό μας φαίνεται σκοτεινός και πολύ πραγματικός.  Βρίσκουμε τους εαυτούς μας κρυμμένους ανάμεσα στις σελίδες και στους πόνους ή τις νίκες των χάρτινων εαυτών μας. Υπάρχει δύναμη να μοιραστεί, απώλειες που πρέπει να τις θρηνήσουμε, μάχες να κερδίσουμε. Υπάρχουν περισσότερα όνειρα και αγάπες και ψέματα από όσα θα μπορούσαμε να αντέξουμε έξω από τις κιτρινισμένες αυτές σελίδες.
Τσαλακωμένες στην άκρη σελίδες και ‘‘σπασμένη’’ η ραχοκοκαλιά του βιβλίου από το ξανά-διάβασμα της ιστορίας του πρίγκιπα με τη σπασμένη καρδιά ξανά και ξανά αργά το βράδυ, όταν βρέχει και όταν η ίδια η δική σου η καρδιά είναι σπασμένη σε χιλιάδες μικροσκοπικά κομμάτια. Έχουν λεκέδες από τσάι και βιαστικά γραμμένα σημειώματα σε κάποιο περιθώριο. Ίσως και κομματάκια από κέικ, μαζί με το αποτύπωμα των χειλιών μας σε μία ένδειξη αληθινής αγάπης.
Στα βιβλία μας βρίσκουμε νέους κόσμους. Βρίσκουμε δύναμη και θάρρος, πράγματα που δεν είχαμε παλιότερα. Βρίσκουμε έναν ώμο για να κλάψουμε πάνω του και χέρια που θα σκουπίσουν με προσοχή και τρυφερότητα τα δάκρυα. Βρίσκουμε τον ιππότη μας μέσα στην αστραφτερή στολή του, την πριγκίπισσά μας μέσα στον πύργο και τα βασίλειά μας, στα οποία μπορούμε να τρέξουμε. Βρίσκουμε τις δικές μας ιστορίες, τις δικές μας λέξεις, λέξεις που δεν ξέραμε ποτέ πως θέλουμε να πούμε.
Λυπούμαστε τους ανθρώπους που δε διαβάζουν, ή που λένε πως δεν διαθέτουν τον χρόνο να το κάνουν. Γελάμε όταν άνθρωποι λένε «Είναι απλώς ένα βιβλίο.» ή «Τι τα θες τα δύο αντίγραφα από αυτό;» γιατί για εμάς κάθε βιβλίο περιέχει μικρές, μικροσκοπικές διαφορές που το καθιστούν μοναδικό. Ξέρουμε τη μαγεία που περιέχουν τα βιβλία. Ξέρουμε πόσο μεγάλη είναι η σημασία τους. Ακόμα και αν οι υπόλοιποι τα έχουν πετάξει μακριά τους.


Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011

Colore Grigio


Τα χρώματα έχουν φύγει. Δεν υπάρχουν πια. Μόνο γκρι, μαύρο, άσπρο. Οι αποχρώσεις του γκρι ποικίλουν αναλόγως με το χρώμα που αντικαθιστούσαν παλιά. Το μπροντό έχει γίνει ένα γκρι πολύ σκοτεινό, σχεδόν μαύρο, αλλά όχι ακριβώς μαύρο, ενώ το απαλό παιδικό γαλάζιο του ουρανού έχει γίνει ένα ανοιχτόχρωμο γκρι, που θυμίζει τα σύννεφα που έχουν μόνο λίγο νερό μέσα τους. Το άσπρο έμεινε άσπρο και το μαύρο μαύρο. Τουλάχιστον αυτό είναι κάτι που έμεινε σταθερό.
Δεν καταλαβαίνει πού πήγαν τα χρώματα. Δεν καταλαβαίνει ποιος τα πήρε. Δεν μπορεί να δει όμως τίποτα πέρα από αυτά τα τρία μονότονα, ανιαρά χρώματα.
Η ζωή, όπως και τα χρώματα, έχει επίσης εξαφανιστεί. Σχολείο, διάβασμα, φροντιστήριο, διάβασμα, διάβασμα, φαγητό, ύπνος, διάβασμα, σχολείο και ούτω κάθε εξής. Οι ήχοι σταμάτησαν επίσης να έχουν αυτή την ξεχωριστή μαγεία που είχαν, τα τραγούδια που με τόσο αγάπη άκουγε έχουν χάσει πια το νόημά τους, οι στίχοι μπερδεύονται μέσα στο μυαλό της και έχουν πάψει να σημαίνουν αυτό το κάτι ιδιαίτερο, αυτό το κάτι που καθιστούσε το εκάστοτε τραγούδι ξεχωριστό.
Μα αυτό που την τρομάζει πιο πολύ είναι ο ίδιος της ο εαυτός. Δε μπορεί πια να φανταστεί. Δε μπορεί να εκφραστεί. Για εκείνη, ο φανταστικός της κόσμος ήταν τα πάντα. Μικρή κλείνονταν στη ντουλάπα και μίλαγε με το φανταστικό της φίλο για τη μέρα της. Ζωγράφιζε, μέχρι να χαθούν τα χρώματα και κάθε ζωγραφιά είχε τη δική της ξεχωριστή ιστορία, με αρχή μέση και τέλος. Υπήρχε χρώμα στη φαντασία της, ήταν ένα μέρος γεμάτο με αυτά που αγαπούσε, τη μουσική της, τα φανταστικά πλάσματα που παίρνουν σχήμα με ένα μολύβι και χρώμα με μια ξυλομπογιά και όλες μα όλες αυτές τις φανταστικές ιστορίες της ίσως εναλλακτικής πραγματικότητας, τις ιστορίες που άλλοι θα νόμιζαν ονειροπόλημα. Δεν κρύβονταν επίτηδες σε εκείνο τον κόσμο. Δεν προσπαθούσε πάντα να αποφύγει τη στυγνή πραγματικότητα. Απλά ήταν ο χαρακτήρας της ονειροπόλος.
Αλλά έφυγε και αυτό. Ήταν σα να χάθηκε η φαντασία της. Τα όνειρά της έφυγαν. Σα να πέθανε ένα μεγάλο μέρος του εαυτού της, ένα μέρος που καθόριζε πια πραγματικά ήταν αυτή, που την έκανε αυτό που ήταν, που ήταν ίσως ο πυρήνας, το πιο κύριο συστατικό του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς της. Δεν ήταν πια εκείνη. Ήταν μία άλλη, ίσως.
Γιατί; Αυτό το ερώτημα έκαιγε το μυαλό της. Πού πήγε εκείνο το ξεχωριστό εσωτερικό της στοιχείο, αυτή η φλόγα που την έκανε αυτή που ήταν;
Δε μπορούσε να βρει απάντηση.
Όλα τόσο μπερδεμένα.
Όλα τόσο μπερδεμένα.
Σαν ένα κουβάρι από κλωστές.
Δε θυμάται ούτε το σήμερα, ούτε το χθες.
Είναι μία ξένη
Που κατοικεί
Στο σώμα το δικό της
Δεν αναγνωρίζει
Τον εαυτό της
Δε μπορεί να ονειρευτεί
Δε μπορεί να φανταστεί
Δε μπορεί να ελπίσει
Πού πήγαν αυτά τα ανόητα χρώματα;
Ανόητα χρώματα
Γυρίστε πίσω

Βρήκε μία κοπέλα μία μέρα. Είχε… είχε χρώμα. Χρώμα στα μαλλιά, στα ρούχα, στα μάτια. Ήταν ένα κινητό ουράνιο τόξο.
‘‘Γιατί έχεις χρώμα…;’’ ρώτησε με ζήλια.
Ήθελε και εκείνη το χρώμα. Το ήθελε. Μισούσε το γκρι.
‘‘Γιατί δεν τους άφησα να κάνουν αυτό που έκαναν σε εσένα’’
‘‘Τι έκαναν σε εμένα;’’
‘‘Σε πίεσαν και σου πήραν τα όνειρα. Στα έκλεψαν. Ένας άνθρωπος χωρίς όνειρα, χωρίς ελπίδες, είναι ένας άνθρωπος χωρίς χρώμα.’’
‘‘Ποιοι τα έκλεψαν;’’
‘‘Αυτοί. Οι μεγάλοι. Αυτοί που δε νοιάζονται για τίποτα παρά μόνο για τον εαυτό τους.’’
‘‘Μα γιατί;’’
‘‘Γιατί έχασαν τα δικά τους χρώματα καιρό πριν. Πούλησαν τα όνειρά τους για ένα τίποτα. Και τώρα παίρνουν και τα δικά μας χρώματα.’’
‘‘Αυτό είναι άδικο.’’
‘‘Είναι. Θέλουν να μας κάνουν να πονέσουμε, όπως πόνεσαν και εκείνοι. Θέλουν να μας δώσουν τα δικά τους όνειρα για να ευχαριστηθούν εκείνοι. Θέλουν ό,τι εμείς δε θέλουμε. Θέλουν να μας πάρουν τα πάντα’’
‘‘Δε μπορούμε να το αλλάξουμε αυτό;’’
‘‘… Όχι. Όχι τελείως. Μπορείς όμως να προσπαθήσεις να πάρεις τα όνειρά σου.’’
‘‘Αλήθεια;’’
‘‘Απλά προσπάθησε να ζωγραφίσεις ξανά. Ίσως όλα να γίνουν καλύτερα έτσι.’’
‘‘Ίσως.’’
‘‘Ζωγράφισε χαμόγελα. Ζωγράφισε ήλιους. Ζωγράφισε την ελπίδα. Πρέπει να μεταδώσουμε την ελπίδα.’’
‘‘Την ελπίδα για τι;’’
‘‘Για ένα καλύτερο όνειρο, για ένα καλύτερο αύριο. Για ένα αύριο με χρώμα’’


Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011

Aoi Hana


«Σέλεστ;».
Η Πόιζον ήταν πάνω από το θρανίο της Σέλεστ και την κοιτούσε πολύ ανήσυχα με τα κόκκινα φρύδια της ενωμένα σε μία γραμμή ανησυχίας. Πολλοί συμμαθητές της ήταν τριγύρω και κοιτούσαν παραξενεμένοι, ενώ μερικοί που την ήξεραν λίγο καλύτερα, ανήσυχοι. Οι δίδυμοι Σκαμάντερ ήταν ακόμα πιο ανήσυχοι από την Πόιζον. Ο Λύσανδρος είχε κάτσε δίπλα στη Σέλεστ και την κοίταγε αγχωμένος, ενώ ο Λόρκαν ήταν καθισμένος στο θρανίο. Η Σέλεστ ήταν λαχανιασμένη, σα να είχε τρέξει πολλά χιλιόμετρα σε πέντε λεπτά και ένιωθε τις παλάμες της ζεστές και υγρές από τον ιδρώτα ενώ ένιωθε μερικές τούφες από τα λιτά μαλλιά της να κολλάνε στο σβέρκο της. Ήταν σχεδόν σίγουρη πως τα μάτια της όταν κοίταξε την Πόιζον ήταν γαλάζια αλλά δεν την ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή.
Η έκφραση της Πόιζον από ανησυχία μετατράπηκε σε κάτι ενδιάμεσο της έκπληξης και του τρόμου. «Σέλεστ… είσαι καλά;»,τη ρώτησε η καθηγήτρια των Φίλτρων.
Η Σέλεστ ένιωσε ένα ελαφρύ πόνο στα μάτια και κατάλαβε πως έγιναν πάλι μελί. «Όχι. Κυρία Πόιζον, μπορώ να πάω στο αναρρωτήριο;»,ρώτησε η Σέλεστ.
«Ναι, Θορν. Θα έρθω μετά το μάθημα να δω πως είσαι.»,είπε η Πόιζον και έφυγε από το θρανίο της Σέλεστ. «Όλοι στα θρανία σας παιδιά. Έχουμε και ένα φίλτρο να φτιάξουμε.».
«Καλή ανάρρωση Σέλεστ.»,είπε ο Λόρκαν και η Σέλεστ, παίρνοντας βιαστικά την τσάντα της μαζί της, βγήκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε από την ψυχρή αίθουσα των Φίλτρων.
Δεν είχε κάνει πολλά βήματα όταν ακούμπησε στον τοίχο σχεδόν κουρασμένη και ένιωσε τα πόδια της να λυγίζουν. Δεν ήταν η απειλή που υπήρχε περίπτωση να έρθει στο Χόγκουαρτς. Ούτε το γεγονός πως υπήρχαν στο σχολείο της χρήστες ‘‘Σιωπηλής Μαγείας’’ που δεν ήξερε καν τι είναι. Στην πραγματικότητα, δεν τα ‘χε σκεφτεί καν αυτά από τη στιγμή που το όραμά της τελείωσε. Δεν την ένοιαζαν καθόλου. Το μόνο που τριγύριζε στο κεφάλι της, αυτό που την έκανε εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή να τρέμει σύγκορμη και να νιώθει τη γη να κουνιέται κάτω από τα πόδια της, ήταν το ονοματεπώνυμό της. Ορόρα Ουάν. Ουάν. Ουάν. Πριν δεκάξι περίπου χρόνια η Σελέν Ουάν, είκοσι ενός χρόνων παντρεύτηκε τον Τσάρλι Θορν και κάμποσους μήνες αργότερα γεννήθηκε ένα υγιές μωρό. Η Σέλεστ Θορν.

*   *   *

«Μαμά; Ήρθαμε!»,ήταν οι πρώτες κουβέντες της Σέλεστ.
Είχε ανοίξει την πόρτα και η γνώριμη ελαφριά μυρωδιά από ψημένα κουλουράκια εισέβαλε στη μύτη της. Στο χολ του σπιτιού τους βρήκε τον καλόγερο με τα μπουφάν, τις ομπρέλες και τα παλτό της οικογένειας και κάποιες κινούμενες φωτογραφίες από το γάμο των γονιών της. Πίσω της ερχόταν ο Τόμας, ουσιαστική κρυμμένος μέσα σε ένα τεράστιο παλτό και τυλιγμένος με το χρυσοκόκκινο κασκόλ του Γκρίφιντορ.
«Σέλεστ!».
Σαν αστραπή, μία μικρή φιγούρα έπεσε γρήγορα πάνω της και την αγκάλιασε. Πρόλαβε να δει μία μάζα από σγουρά μαύρα μαλλιά, όταν ο Κρις έπεσε πάνω της.
«Μου έλειψες τόσο πολύ Σέλεστ!»,είπε ο Κρις.
Ο Κρις Θορν ήταν εννιά χρονών και είχε τα ίδια περίπου γκρίζα μάτια με τον Τόμας.
«Τόμας!»,συνέχισε ο Κρις ακάθεκτος και όρμισε στο μεγαλύτερο αδερφό του που μόλις είχε μπει γεμάτος νιφάδες χιονιού στο σπίτι. Τον αγκάλιασε και εκείνον και ο Τόμας του ανακάτωσε τα μαλλιά.
«Καλώς ήρθατε παιδιά.»,ακούστηκε μία γνώριμη και ελαφρώς κουρασμένη φωνή.
Η Σέλεστ γύρισε. Η Σελέν Θορν είχε τα μαύρα ίσια μαλλιά της πιασμένα κότσο και τα γκρίζα μάτια της ήταν πίσω από τα μπλε γυαλιά της. Η κοιλιά της είχε φουσκώσει πάρα πολύ από το Σεπτέμβριο και γενικότερα η Σέλεστ συνειδητοποίησε πως η μητέρα της ήταν κουρασμένη.
Η Σέλεστ αγκάλιασε σφιχτά τη μητέρα της. Της είχε λείψει.
«Γεια μαμά. Πες μου πως δεν πας στο Υπουργείο σε αυτή την κατάσταση.»,είπε η Σέλεστ.
Η μητέρα της χαμογέλασε. Όλοι ήξεραν πως ήταν μανιακή με τη δουλειά της και δεν ήθελα να χάνει μέρα. «Όχι, άφησα κάποιον άλλον στο πόστο μου.».
«Ευχαριστώ που βοηθάτε με τις αποσκευές παιδιά.»,είπε ο πατέρας τους που μπήκε μέσα εκείνη τη στιγμή.
Στο ένα χέρι κράταγε το καλάθι με τον γάτο της Σέλεστ και το κλουβί με την κουκουβάγια του Τόμας ενώ στο άλλο κράταγε το ραβδί του, το οποίο κρατούσε υπερυψωμένα μαγικά τα μπαούλα των παιδιών. Στις καστανόξανθες μπούκλες του υπήρχαν νιφάδες χιονιού και παρότι αυτό που είπε ακούστηκε σαν παράπονο, τα μάτια του που είχαν μία ανοιχτή απόχρωση μελιού γελούσαν.
«Τσάρλι άσε τα παιδιά ήσυχα!»διαμαρτυρήθηκε η Σελέν. «Τόμας, Σέλεστ, το δείπνο είναι σχεδόν έτοιμο. Πηγαίνετε να κάνετε μπάνιο και να αλλάξετε και ελάτε για φαγητό.».

«Κρις, είναι ώρα για ύπνο γλυκέ μου.»,είπε η Σελέν.
Η οικογένεια Θορν κάθονταν στο σαλόνι του σπιτιού. Το τζάκι ήταν αναμμένο. Κάτι κάδρα ζωγραφικής κρέμονταν στους τοίχους στο χρώμα της ώχρας και κινούνταν φυσικά, όπως όλα τα μαγικά κάδρα. Η Σελέν διάβαζε ένα βιβλίο και κουνούσε αφηρημένα το ραβδί της για να κάνει δύο βελόνες πλεξίματος να κινηθούν, πλέκοντας ένα άσπρο κασκόλ. Ο Τσάρλι Θορν είχε στήσει μία παρτίδα μαγικού σκακιού με τη Σέλεστ, ενώ ο Κρις κάθονταν και άκουγε μαγεμένος τις περιπέτειες του Τόμας στο σχολείο.
«Έλα μαμά! Ακόμα δε μου είπα ο Τόμας πώς κατάφερε να ξεφύγει από τον επιστάτη την ώρα που ήταν στον απαγορευμένο όροφο με τον Τίμοθι!»,διαμαρτυρήθηκε ο Κρις.
«Κρις, ο  Τόμας απλά τα φαντάζεται όλα αυτά.»,είπε η Σέλεστ με πειρακτικό τόνο. «Είναι ο μόνος Γκρίφιντορ που δεν έχει τα κότσια να αντιμετωπίσει ένα Μπόγκαρτ χωρίς τη βοήθεια της αδερφής του, θα τριγυρνά στους απαγορευμένους διαδρόμους;».
Ο Τόμας έριξε μία σκοτεινή ματιά στην αδερφή του. «Μάθε πρώτα να μεταμορφώνεις το βάζο σε πιάτο και μετά μίλα.».
Η Σέλεστ ήταν έτοιμη να απαντήσει αλλά επενέβη ο Τσάρλι. «Παιδιά, να τσακώνεστε στο Χόγκουαρτς. Κρις, η ώρα είναι δώδεκα και μισή. Ο Τόμας θα είναι εδώ και αύριο. Πήγαινε για ύπνο.».
Ο Κρις μούτρωσε. «Καλά.»,είπε και καληνύχτισε τους γονείς και τα αδέρφια του.
«Μπαμπά, μπορούμε να παίξουμε μαζί σκάκι τώρα;»,ρώτησε ο Τόμας, πιο πολύ κοιτάζοντας τη Σέλεστ, παρά τον πατέρα του. «Θέλω να μπω στη Λέσχη Μαγικού Σκακιού του Γκρίφιντορ και θέλω εξάσκηση για αυτό.».
Η Σέλεστ χαμογέλασε στον αδερφό της και σηκώθηκε από την καρέκλα για να τον αφήσει να πάρει τη θέση της, αντιμέτωπος με τον πατέρα τους. Η Σέλεστ καθώς δεν είχε κάτι να κάνει και δεν νύσταζε, πήρε ένα μπλοκ σχεδίου, μία πένα και μελάνι για να ζωγραφίσει. Έκλεισε τα μάτια και το πρώτο που της ήρθε στο μυαλό ήταν το πρόσωπο μία γυναίκας. Η Ορόρα Ουάν. Άνοιξε τα μάτια και πλέον βρίσκονταν στον κόσμο της και ίσα που άκουγε το τρίξιμο της πένας που ακουμπά το λεπτό φύλλο χαρτιού ή τον ήχο από τα ξύλα που καίγονταν. Όταν τελείωσε και άφησε την πένα κάτω, τα δάχτυλά της ήταν γεμάτα μελάνι. Αλλά δεν την ένοιαζε. Μπροστά της είχε ένα σκίτσο που έμοιαζε υπερβολικά πολύ με την Ορόρα Ουάν. Ευτυχώς που ήξερε να ζωγραφίζει. Η Ορόρα χαμογελούσε όπως χαμογελούσε πάντα στα οράματα της. Με αυτοπεποίθηση και ελαφριά ειρωνεία ενώ το βλέμμα της ήταν παγερό και αλαζονικό.
«Μαμά;»,ρώτησε η Σέλεστ. Η μητέρα της ήταν χαμένη στα βάθη του βιβλίου της.
«Ναι καλή μου;»,ρώτησε αφηρημένα η Σελέν.
«Άσε λίγο το βιβλίο. Σε παρακαλώ. Είναι σημαντικό.»,είπε η Σέλεστ παρακλητικά.
Η Σελέν δε μπορούσε να αγνοήσει το σοβαρό τόνο στη φωνή της κόρης της. Άλλωστε είχε δει το βλέμμα της Σέλεστ νωρίτερα. Ήταν τόσο σοβαρό, σα να είχε ωριμάσει πριν την ώρα της και φαινόταν να την απασχολεί έντονα κάτι. Άφησε το βιβλίο στο τραπεζάκι δίπλα της και σταμάτησε το πλέξιμο με ένα κούνημα του ραβδιού της. «Σε ακούω Σέλεστ.»,είπε η Σελέν.
Η Σέλεστ πήγε δίπλα στη μητέρα της και έκατσε στο μπράτσο της πολυθρόνας. «Μαμά, ξέρεις ποια είναι αυτή;»,ρώτησε και έδειξε στη μητέρα της τη σελίδα του μπλοκ όπου βρίσκονταν η Ορόρα Ουάν.
Η Σελέν στην αρχή κοίταγε με περιέργεια τη ζωγραφιά. Κάτι της φαινόταν ιδιαίτερα γνωστό και απίστευτα οικείο. Μετά, πήρε απότομα το μπλοκ από τα χέρια της κόρης της και τα μάτια της μεγάλωσαν από την έκπληξη. Οι γραμμές του προσώπου της εικονιζόμενης γυναίκας, λίγα χρόνια μικρότερή της ήταν τόσο γνωστές. Η καρδιά της Σελέν άρχισε να χτυπά δυνατά και τότε συνειδητοποίησε τα πάντα. Ήταν σαν να έβλεπε τη γυναίκα μπροστά της. Τα μαλλιά της είχαν ένα γνώριμο ξανθό ανοιχτό χρώμα και ακούμπαγαν τους ώμους, τα μάτια της είχαν το χρώμα του μελιού, το δέρμα της ήταν κατάλευκο. Ήταν μία γυναίκα που ήταν  μαζί της σχεδόν δεκαεννέα χρόνια στο σύνολο. Η Ορόρα, σκέφτηκε η Σελέν και ένιωσε ένα δάκρυ να κυλά ασυναίσθητα στο μάγουλό της.
«Έλα, Σέλεστ.»,είπε η Σελέν σχεδόν ψιθυριστά.
«Να έρθω πού;»,ρώτησε με απορία η Σέλεστ καθώς είδε τη μητέρα της να σηκώνεται από την πολυθρόνα.
«Στη σοφίτα. Έχω κάτι να σου δείξω.»,είπε η Σελέν. «Και μία ιστορία να σου πω.».

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

Aoi Hana


Κεφάλαιο Δεύτερο

Το χιόνι του Δεκέμβρη


«Ερέβια; Είσαι καλά;»,ρώτησε η Σέλεστ.
Ήταν η Τρίτη πριν τις διακοπές των Χριστουγέννων. Η ώρα ήταν εφτά και έπρεπε να πάρουν πρωινό γιατί είχαν μάθημα Φίλτρων τις δύο πρώτες ώρες και δεν έπρεπε να αργήσουν. Ωστόσο, η συνήθως χαρωπή και ενεργητική Ερέβια ήταν στο κρεβάτι και ψήνονταν στον πυρετό.
«Όχι και πολύ.»,είπε η Ερέβια και έβηξε. «Σε πειράζει να πεις στην Πόιζον πως είμαι άρρωστη;».
«Θα της πω. Ίσως να έρθει να ελέγξει αν είσαι καλά και να σε πάει στο αναρρωτήριο.»,είπε η Σέλεστ.
Στη συνέχεια, η Σέλεστ πήγε μία κανάτα και ένα ποτήρι με νερό δίπλα στην Ερέβια και της έδωσε και νέες κομπρέσες. Έβαλε το μανδύα της και πήρε στον ώμο την τσάντα της.
«Θα φύγω εγώ τώρα, εντάξει; Εκτός και αν θες να μείνω μαζί σου…».
Η Ερέβια χαμογέλασε κουρασμένα. «Όχι Σέλι. Πήγαινε. Θα τα πούμε μετά.».
Η Σέλεστ, γεμάτη ανησυχία, έφυγε από τον κοιτώνα της και πήγε στη Μεγάλη Αίθουσα. Έκατσε μαζί με το Λούκας και τον Στέφαν στο τραπέζι του Ράβενκλοου και έφαγε ανήσυχη και σχετικά ανόρεχτη κορν φλέικς με γάλα. Ο Στέφαν δεν είχε αναρρώσει πλήρως από το συμβάν λιποθυμίας του το Νοέμβριο. Ήταν χλωμός, είχε μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια από την έλλειψη ύπνου και το διάβασμα. Πλέον ανέβαζε αρκετά συχνά πυρετό. Ο Λούκας φαινόταν να έχει κολλήσει και εκείνος, καθώς συχνά ζαλίζονταν και είχε και εκείνος υψηλούς πυρετούς.
«Εσείς είστε καθόλου καλύτερα;»,ρώτησε η Σέλεστ τα αγόρια.
«Όχι. Και είναι παράξενο.»,είπε ο Λούκας πίνοντας σκεφτικός καφέ. «Αν ήταν κάποια μεταδοτική γρίπη, θα είχε κολλήσει όλο το σχολείο. Τώρα την έχουν μεμονωμένα άτομα.».
«Θα πάω πάλι να ψάξω τα συμπτώματα στη βιβλιοθήκη.»,είπε η Σέλεστ.
«Δεν έχεις ψάξει ήδη έξι φορές;»,ρώτησε ο Στέφαν.
«Ναι. Αλλά ίσως να προσπαθήσω να επισκεφθώ το Απαγορευμένο Τμήμα σήμερα.».
«Θα έρθω μαζί σου τότε.»,είπε ο Στέφαν.
«Εντάξει. Πού θα πάτε τα Χριστούγεννα;»,ρώτησε η Σέλεστ.
«Εγώ θα μείνω εδώ, να κάνω παρέα στην Ερέβια.»,είπε ο Λούκας χαμογελώντας.
«Εγώ θα πάω σπίτι.»,είπε ο Στέφαν ανόρεχτα. «Έρχεται ο Μπεν από το μεταπτυχιακό του στη Βοτανολογία από την Ισπανία φέτος και έτσι πρέπει να είμαστε όλοι μαζί. Επίσης η μαμά λέει πως η Τζούλιετ με αποζητά με αγωνία….».
Η Σέλεστ και ο Λούκας γέλασαν. Η δεκάχρονη αδερφή του Στέφαν, η Τζούλιετ, ήταν ένα γλυκύτατο πλασματάκι με τρελή αδυναμία στους μεγάλους αδερφούς της, τον εικοσιδυάχρονο Μπεν και τον σχεδόν δεκαεξάχρονο Στέφαν.
«Ωχ, η ώρα πήγε σχεδόν οχτώ, πρέπει να την κάνω!»,είπε η Σέλεστ ανήσυχα και έφυγε.
Η Πόιζον, αν και Υπεύθυνη του Ράβενκλοου, δεν δίσταζε να βάζει τιμωρίες σε όσους αργούσαν για το μάθημά της. Η Σέλεστ τρέχοντας, κατευθύνθηκε προς τα σκοτεινά μπουντρούμια του κάστρου. Μπήκε στην αίθουσα Φίλτρων. Ήταν ήδη εκεί μερικοί Γκρίφιντορ, μαζί με τους οποίους είχε συνδιδασκαλία το Ράβενκλοου στα Φίλτρα, και κάμποσοι Ράβενκλοου. Η Σέλεστ ανακουφισμένη που δεν άργησε πολύ, έκατσε στο θρανίο της.
Οι αναθυμιάσεις μέσα στην αίθουσα των Φίλτρων ήταν σχεδόν μόνιμες και η ατμόσφαιρα αποπνικτική, αλλά στη Σέλεστ άρεσε αυτό το μάθημα, παρά τη δυσκολία του και τη σχεδόν εκνευριστική ακρίβεια που χρειάζονταν η τέλεση του κάθε φίλτρου. Και ξαφνικά, η Σέλεστ ήξερε τι θα συμβεί πριν αυτό συμβεί και έτσι έκρυψε όσο πιο γρήγορα μπορούσε τα μάτια της από την κοινή θέα.
Ένιωσε το κεφάλι της να ανοίγει, τα μάτια της να καίνε και ήξερε ότι θα έβλεπε πάλι ένα όραμα. Εδώ και ένα περίπου μήνα, έτσι συνέβαινε. Τα μάτια της γίνονταν ένα ανοιχτό γαλάζιο και στο κεφάλι της έρχονταν εικόνες. Το είχε μάθει και η Ερέβια και η Λαβέρνα, αλλά τις είχε παρακαλέσει αν μην πουν τίποτε σε κανέναν…
Η Ορόρα αναστέναξε. Χιόνιζε ελαφρά και εκείνη κάθονταν μόνη της σε ένα παγκάκι. Η ίδια δεν κρύωνε, αλλά βαριόταν να περιμένει. Έβγαλε το ραβδί της, χωρίς να τη νοιάζει αν θα τη δει κάποιος Μαγκλ και άρχισε να δημιουργεί κόκκινο και μαύρο καπνό, ο οποίος έπαιρνε περίεργα σχήματα.
«Καλησπέρα, Ορόρα.»,άκουσε μία φωνή δίπλα της.
«Επιτέλους!»,είπε η Ορόρα και έβαλε μέσα το ραβδί της. Κοίταξε εξεταστικά τη μορφή με την κουκούλα. «Και είναι αφέντρα, για εσένα.»,συμπλήρωσε απαξιωτικά.
Η μορφή έκατσε δίπλα της στο παγκάκι αθόρυβα και με χάρη. «Δε νομίζεις πως αντιγράφεις υπερβολικά πολύ το Βόλντεμορτ;». η φωνή της μορφής ήταν γυναικεία, ευχάριστη και νεανική.
«Ο Άρχοντας του Σκότους ήταν, είναι και θα είναι το πρότυπό μου. Εξάλλου, ποια είσαι εσύ για να κατακρίνεις εμένα, Αναστασία Ρουτ.»,είπε αλαζονικά η Ορόρα.
Σαν σε αντίδραση στο άκουσμα του ονόματός της, η μορφή δίπλα στην Ορόρα κατέβασε με αργές και ήρεμες κινήσεις την κουκούλα της. Ήταν πολύ πιο όμορφη από ότι τη θυμόταν η Ορόρα. Η Αναστασία Ρουτ ήταν γύρω στα είκοσι εφτά. Είχε μακριά μαλλιά στο χρώμα του άχυρου, ή ίσως λίγο πιο σκούρα. Τα μάτια της ήταν ένα πολύ σκούρο πράσινο και το πρόσωπό της είχε λεπτά χαρακτηριστικά που την έκαναν να μοιάζει πολύ μικρότερη από ότι στην πραγματικότητα ήταν.
«Μην παίζεις με εμένα, Ορόρα Ουάν. Ξέρεις πολύ καλά τι μπορώ να κάνω. Και ξέρεις ότι μπορώ να σε καταστρέψω για αυτό που μου έκανες δεκάξι χρόνια πριν.»,είπε η Αναστασία και τα μάτια της έγιναν για ένα λεπτό ένα πολύ ανοιχτό πράσινο, σαν αυτό των φύλλων ενός δέντρου και σήκωσε το δεξί της μανίκι.
Υπήρχε μία τεράστια κακοφορμισμένη ουλή κατά μήκος της κύριας αρτηρίας του χεριού, μέχρι το εσωτερικό του αγκώνα, η οποία ήταν τόσο λευκή που έμοιαζε να λάμπει αμυδρά σε ασημένια απόχρωση.
«Το θυμάσαι αυτό, Ορόρα;»,ρώτησε με μία μικρή δόση υστερίας στη φωνή της η Αναστασία. «Θυμάσαι πόσο αιχμηρή ήταν η λεπίδα που τρύπησε αυτές τις φλέβες;».
Η Ορόρα είχε χλομιάσει. Τα μάτια της Αναστασίας είχαν γίνει ένα ψυχρό πράσινο, ένα πράσινο γεμάτο μίσος και έχθρα και ο αέρας ήταν σαν να χε παγώσει γύρω τους, ενώ η γη άρχισε να τρέμει.
«Μην με ειρωνεύεσαι και μη μου το παίζεις ντίβα του σκοτεινού μαγικού κόσμου.»,είπε η Αναστασία και η γη άρχισε να τρέμει. «Δε σε συμφέρει. Το πρώτο σου πείραμα, εγώ, ήταν τόσο αποτυχημένο, αλλά ταυτόχρονα το πιο δυνατό από όλα. Μην τα βάζεις μαζί μου. Αν θες να κάνω την τόσο σημαντική δουλειά σου, πρέπει να με σέβεσαι.».
«Ποιος να το έλεγε πως το Χάφλπαφ βγάζει πλέον κακούς;»,αναρωτήθηκε η Ορόρα φωναχτά, όταν η γη έπαψε να τρέμει και τα μάτια της Αναστασίας έγιναν κανονικά.
«Ίσως αυτός που είπε σε μια δεκαεννιάχρονη μάγισσα να ξεσκίσει τις φλέβες ενός μικρού εντεκάχρονου κοριτσιού και να τις γεμίσει αστερόσκονη;»,ρώτησε ειρωνικά η Αναστασία.
Η Ορόρα γέλασε. «Δεν περίμενα ποτέ ότι θα γινόσουν τόσο ευχάριστη παρέα, Αναστασία.».
Η έκφραση της Αναστασίας παρέμεινε παγωμένη, ούτε που χαμογέλασε. «Τι θες να κάνω για ‘σένα Ορόρα; Με την ανάλογη αμοιβή φυσικά.».
Η Ορόρα έβγαλε από το εσωτερικό του μανδύα της ένα αρκετά μεγάλο, βελούδινο, μπλε σκούρο πουγκί. «Δύο χιλιάδες γαλέρες.»,είπε και το έδωσε στην Αναστασία. «Θέλω να πας στο Χόγκουαρτς για τη θέση καθηγητή Σιωπηλής Μαγείας που βγήκε προχθές στις εφημερίδες. Και να παρακολουθείς τους νέους με τη δύναμη της Σιωπηλής Μαγείας, αλλά κυριότερα…αυτήν.».
Η Ορόρα της έδωσε μία φωτογραφία και η Αναστασία την έφερε κοντά στο πρόσωπό της.
«Είναι η ανιψιά μου. Θέλω να την παρακολουθείς πολύ προσεχτικά. Και αν γίνεται, να μειώσεις όσο πιο πολύ τις δυνάμεις της γίνεται. Και αυτής και των φίλων της. Έχουν γίνει πολλοί δυνατοί.»,είπε η Ορόρα.
«Μάλιστα. Μπέιμπι σίτινγκ λοιπόν.»,είπε η Αναστασία σχεδόν αδιάφορα και έβαλε το πουγκί μέσα στο εσωτερικό του μανδύα της. Μετά, η ματιά της έγινε σκληρή και χαμογέλασε σχεδόν διαβολικά. «Μετά από δέκα χρόνια… Χόγκουαρτς, σου έρχομαι!».
«Σέλεστ;».

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Aoi Hana


«Καλημέρα Σέλεστ!»,είπε η Ερέβια χαρούμενα καθώς κούμπωνε το πουκάμισό της.
«Καλημέρα.»,είπε η Σέλεστ. «Τι ώρα είναι;».
«Εννέα παρά είκοσι πέντε.».
«Πφφφ.»,έκανε η Σέλεστ. Μετά τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Μα τα γένια του Μέρλιν, πρέπει να πάω για φαγητό! Έχω υποσχεθεί στον Τόμας να πάμε μαζί στη βιβλιοθήκη για να τον βοηθήσω σε μία εργασία του για τα Μπόγκαρτ!»,είπε, σχεδόν φωνάζοντας η Σέλεστ και πετάχτηκε πάνω αγχωμένη.
Η Ερέβια γέλασε καθώς έβλεπε τη φίλη της να βγάζει γρήγορα από το μπαούλο της ένα άσπρο πουκάμισο και μία γκρι φούστα.
«Ηρέμισε, Σέλι.»,είπε η Ερέβια καθώς η Σέλεστ ντύνονταν βιαστικά. «Ο Τόμας ποτέ δε θα σου κράταγε κακία. Σε λατρεύει υπερβολικά για να το κάνει αυτό.».
«Ναι, καλά.»,είπε η Σέλεστ και φόρεσε την καζάκα της και το μανδύα της. Έβαλε τα παπούτσια της και χτένισε γρήγορα τα μαλλιά της. «Πάμε γρήγορα για φαγητό!»,συνέχισε με επείγοντα τόνο στη φωνή της.
«Καλά, αλλά μην αγχώνεσαι, θα σου πέσουν τα μαλλιά.»,έκανε πλάκα η Ερέβια.
Η Σέλεστ γέλασε, έβαλε τα βιβλία από την τσάντα της και κλήτευσε κάμποσες περγαμηνές, δύο δοχεία με μαύρο μελάνι και τρεις πένες.
«Πάμε να φάμε!»,είπε η Σέλεστ κρεμώντας την τσάντα της στον ώμο της. «Εσύ τι θα κάνεις σήμερα;».
«Κανονίσαμε με το Λούκας να πάμε βόλτα στο πάρκο. Μετά, μάλλον θα βρω τη Λαβέρνα να διαβάσουμε παρέα Ξόρκια. Θα έρθεις και εσύ;».
«Φυσικά! Θα ‘χει πλάκα να κάνουμε στην Λαβέρνα το ξόρκι επιμήκυνσης των δοντιών.»,είπε με σατανικό ύφος η Σέλεστ.
Τα δύο κορίτσια έφτασαν στην τραπεζαρία και έκατσαν στο τραπέζι του κοιτώνα τους. Ο Λούκας δεν ήταν εκεί, μάλλον θα κοιμόταν ακόμα και ο Στέφαν δεν είχε βγει ακόμα από το αναρρωτήριο. Η Σέλεστ έβαλε γάλα σε μία κούπα και άρπαξε τρεις φρυγανιές και τις άλειψε με μέλι.
«Σέλεστ, ηρέμησε. Ο Τόμας δε θα σε σκοτώσει αν καθυστερήσεις ένα τέταρτο. Βάζω στοίχημα πως μπορεί ο ίδιος να μην έχει κατέβει ακόμα για πρωινό.»,είπε η Ερέβια.
Η Σέλεστ αυτή τη φορά άκουσε τα λόγια της φίλης της και σάρωσε με τα μάτια της προσεχτικά το τραπέζι του Γκρίφιντορ που βρίσκονταν ακριβώς απέναντι. Εντόπισε τον τριτοετή με τα καστανόξανθα, σγουρά, ατημέλητα μαλλιά και τα γκρίζα μάτια που έψαχνε. Ο Τόμας Σεμπάστιαν Θορν ήταν ο δεκατριάχρονος αδελφός της.
«Ακόμα τρώει.»,σχολίασε η Σέλεστ.
Ο Τόμας καθόταν με τον καλύτερό του φίλο, Τίμοθι Ρόμπινσον και γελάγανε τρώγοντας. Η Ερέβια έβαλε ήρεμα τσάι σε μία κούπα και πρόσθεσε μία κουταλιά μέλι.
«Είδες που ανησυχούσες; Ίσως κιόλας να ‘χει ξεχάσει πως πρέπει να τον βοηθήσεις.»,είπε η Ερέβια παίρνοντας ένα κομμάτι κέικ από μία πιατέλα δίπλα της.
«Πιθανότατα ναι. Ώρες-ώρες, είναι σαν να ξέρεις τον Τόμας περισσότερο από εμένα.».
Ακούστηκε ένα κρώξιμο από ψηλά. Μετά πολλά κρωξίματα μαζί. Και ένα τσούρμο κουκουβάγιες, όλων των χρωμάτων και διαφόρων μεγεθών εισέβαλλαν μέσα στην τραπεζαρία. Έσταζαν λίγο, καθώς έξω ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και ψιχάλιζε. Η μαύρη κουκουβάγια της Ερέβια, η Σολφέζ, προσγειώθηκε στο τραπέζι, με ένα γράμμα δεμένο στο πόδι της. Η Ερέβια πήρε το γράμμα και η Σολφέζ τσίμπησε λίγο από το κέικ της ιδιοκτήτριάς της, πριν φύγει.
«Α, κοίτα, έρχεται η Ολίβια!»,είπε η Ερέβια ξαφνιασμένη.
Η Ολίβια ήταν η γκρι οικογενειακή κουκουβάγια της Σέλεστ, που ερχόταν σχεδόν δύο φορές το μήνα στο Χόγκουαρτς. Η κουκουβάγια προσγειώθηκε μπροστά στη Σέλεστ. Η Σέλεστ τη χάιδεψε ελαφρά στο κεφάλι και της έδωσε ένα κομμάτι φρυγανιά. Έπειτα, έλυσε το γράμμα από το πόδι της, και η Ολίβια πέταξε μακριά.
Η Σέλεστ άνοιξε το γράμμα. Ήταν από τον πατέρα της, τον Τσαρλς Άντονι Θορν, κοντολογίς Τσάρλι για τους φίλους του.

16 Νοεμβρίου 2020
Αγαπημένη μου Σέλεστ,
Τι κάνεις; Ελπίσω τα μαθήματα να μην είναι υπερβολικά και να τα πηγαίνεις καλά. Ο Τόμας πώς τα πηγαίνει; Να τον προσέχεις.
Τώρα, στο θέμα μας. Λυπάμαι που στο ανακοινώνω, αλλά δεν μπορείς να παραμείνεις στο  Χόγκουαρτς φέτος. Ξέρω ότι έτσι σου χαλάμε τις διακοπές με τις φίλες σου, αλλά το μωρό θα γεννηθεί μέσα στις διακοπές των Χριστουγέννων και θέλουμε να είσαι εδώ. Ο Κρις ανυπομονεί να σας δει, θέλει να του κάνετε κόλπα με τα ραβδιά σας.(αν και δεν πρόκειται να σας αφήσω!). Σκοπεύουμε και να αγοράσουμε καινούριο δέντρο και θα έρθει και ο θείος Έρικ με την οικογένειά του την Παραμονή Πρωτοχρονιάς! Είμαι σίγουρος ότι θα περάσεις καλά ή έστω ικανοποιητικά έτσι ώστε να μη μας παραλύσεις και μας δέσεις στο δέντρο την Παραμονή.
Κοίτα να προσέχεις μην κρυώσεις τώρα που έρχεται ο Δεκέμβρης γλυκιά μου. Λείπεις πολύ στη μαμά. Σου στέλνει πολλά φιλιά και ελπίζει να μη θύμωσες που πρέπει να έρθεις εδώ και να είσαι καλά. Ο Κρις σου στέλνει την αγάπη του και το μωρό κλωτσάει πολύ από την κοιλιά της μαμάς,
Τα λέμε γλυκιά μου!
Φιλιά,
Ο μπαμπάς σου.

«Πωπω!»,είπε η Σέλεστ σιγανά και τύλιξε το γράμμα πάλι σε ρολό.
«Τι έγινε, Σέλεστ;»,ρώτησε η Ερέβια τρώγοντας κέικ.
«Πρέπει να πάω σπίτι φέτος τα Χριστούγεννα.»,είπε η Σέλεστ κάνοντας μία ξινισμένη γκριμάτσα. «Τέλος πάντων, δεν πειράζει, είναι για το καλό της μπέμπας.».
«Πού ξέρεις πως θα είναι μπέμπα; Νόμιζα πως ο γιατρός στον Άγιο Μάνγκο δεν είχε πει τι φύλο είναι.».
«Δεν είπε. Αλλά εγώ το ξέρω.»,είπε η Σέλεστ και τελείωσε το πρωινό της.

«Άρα τα Μπόγκαρτ με το ‘‘Ρεντίκολο’’ απωθούνται;»,ρώτησε ο Τόμας ψιθυριστά.
Κάθονταν με τη Σέλεστ στη βιβλιοθήκη και η δεύτερη τον βοηθούσε να  κάνει την εργασία του για την Άμυνα Εναντίον Σκοτεινών Τεχνών και του έδειχνε το ξόρκι απώθησης των Μπόγκαρτ.
«Φυσικά. Φαντάζεσαι πώς να γελοιοποιήσεις το φόβο σου, κουνάς το ραβδί, φωνάζεις ‘‘Ρεντίκολο’’ και πάει το Μπόγκαρτ.»,απάντησε στον ίδιο τόνο η Σέλεστ και χαμογέλασε.
«Το κατάλαβα!»,είπε ο Τόμας και η Σέλεστ έβγαλε τα γυαλιά της για να τρίψει τα κουρασμένα μάτια της.
Όταν όμως, άνοιξε τα μάτια της, κάτι περίεργο συνέβη. Δεν έβλεπε θολά, έβλεπε τα πάντα με ευκρίνεια. Και ξάφνου, νιώθει το κεφάλι της να σπάει στα δύο και πολλές πολύχρωμες εικόνες και ήχοι εισχωρούν μέσα του.
«Σέλεστ;»,ρώτησε ο Τόμας τρομαγμένος. «Τι έχουν τα μάτια σου;».
«Τι έχουν;»,ρώτησε η Σέλεστ κρατώντας το κεφάλι της που πόναγε αφάνταστα πολύ.
Με διστακτικά βήματα σηκώθηκε και πήγε στον καθρέφτη που βρίσκονταν απέναντι. Μόλις είδε το είδωλό της, τρόμαξε. Τα μάτια της είχαν γίνει ένα γαλάζιο σαν αυτό του πάγου.
«Τι στο καλό συμβαίνει;»,ρώτησε η Σέλεστ καθώς τα μάτια της ξαναγύριζαν στο φυσικό τους μελένιο χρώμα.
Τύλιξε τα χέρια της γύρω από το κοκαλιάρικο σώμα της. Ξαφνικά, της φάνηκε πως ο Νοέμβρης δεν ήταν ποτέ πιο κρύος.

-ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ-