Hunger Games

Deep in the meadow, hidden far away
A cloak of leaves, a moonbeam ray
Forget your woes and let your troubles lay
And when it's morning again, they'll wash away
Here it's safe, here it's warm
Here the daisies guard you from every harm
Here your dreams are sweet and tomorrow brings them true
Here is the place where I love you.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

hold my hand ?

Σήμερα σκεφτόμουν για κάποιο λόγο πόσους ανθρώπους έχω αφήσει πίσω μου.
Ίσως επειδή είναι νέα χρονιά. Ίσως επειδή κοντεύω τα είκοσι δύο. Ίσως επειδή ακόμη λυπάμαι.

Σκεφτόμουν τι είπαμε με τον κάθε ένα την τελευταία φορά.


«Νομίζω πως οι δρόμοι μας πρέπει να χωρίσουν»

«Έχεις αλλάξει πολύ και δεν ταιριάζουμε»

«Περάσαμε ωραία, μην κλαις που φεύγω»

«Πρέπει να σε αφήσω»

«Θα είμαι καλύτερα μακριά σου»



Δεν ξέρω αν πονάει η απώλειά τους από τη ζωή μου, ή αυτά που μου είπαν.

Ξέρω όμως σίγουρα κάτι.


Έχω βαρεθεί πλέον να κυνηγάω τους ανθρώπους. Έχω βαρεθεί να βλέπω κόσμο να φεύγει γιατί προτιμάει άλλους.




Θέλω μία μέρα κάποιος να πιάσει το χέρι μου και να μου πει «σε χρειάζομαι», «μείνε μαζί μου».


Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

L'homme des nombres

Άνοιξε το βιβλίο και άρχισε να διαβάζει από μέσα του:
‘‘Ο Βασιλιάς της Χώρας των Σκιών ήταν βρικόλακας. Η Μεγαλειότητά του ήταν αρχαία. είχε πεθάνει πάνω από χίλια χρόνια πριν. Και έμοιαζε ακόμα με τριάντα χρονών, με τα γαλάζια μάτια του να λάμπουν σαν της γάτας και τα εβένινα μαλλιά του μέχρι τους ώμους μαζεμένα σε χαμηλό κότσο. Στο διπλανό θρόνο κάθονταν η Βασίλισσά του. Ήταν και εκείνη νεκρή εδώ και χίλια χρόνια. Έμοιαζε όμως σα νεαρή είκοσι πέντε ετών, με τα ολόισια ξανθά, σχεδόν άσπρα μαλλιά της να πέφτουν σαν καταρράχτης μέχρι τη μέση της και τα γκριζωπά της μάτια να λάμπουν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι της Αίθουσας των Θρόνων. Ήταν πραγματικά εξωτική η ομορφιά της.
Μπροστά τους ήταν ο βασιλιάς των Ανθρώπων της χώρας δίπλα από τη Χώρα των Σκιών. Το αίμα του κινούνταν έντονα στις φλέβες του λόγω του άγχους του και έδινε χρώμα στα μάγουλά του. Ίσως να θεωρούνταν γοητευτικός, με τα καστανά μαλλιά του και τα πράσινα μάτια του. Η γυναίκα του βασιλιά των Ανθρώπων ήταν μία από τις πιο δυνατές Φωτεινές Μάγισσες που υπήρξαν ποτέ από την Αρχή του Χρόνου. Εκείνη ήταν ψύχραιμη, το ανέκφραστο και όμορφο πρόσωπό της πλαισιώνονταν από μαύρες μπούκλες, τα μελένια μάτια της κοίταγαν επίμονα τη Μεγαλειότητά του.
Η Βασίλισσα έδωσε διαταγή να ανάψουν οι πυρσοί στο μήκος της Αίθουσας των Θρόνων. Ο χώρος φωτίστηκε.
«Να φανταστώ πώς ήρθατε για τη συνθήκη;»,ρώτησε η Βασίλισσα αγέρωχα.
«Ναι, Μεγαλειοτάτη.»,απάντησε ο βασιλιάς των Ανθρώπων. «Όπως ξέρετε η συνθήκη είχε υπογραφεί με τις Αυτού Μεγαλειότητές σας από τον πατέρα μου και ακόμα πιο πριν, το δικό του πατέρα και παππού μου. Η χώρα μου απειλείται από ορδές βαρβάρων και η βοήθειά σας θα ήταν ανεκτίμητη.».
«Ξέρετε πως Εμείς πάντα τηρούμε συνθήκες και υποχρεώσεις. Τα στρατεύματά μας θα είναι έτοιμα σε δύο μέρες.»,αποκρίθηκε η Βασίλισσα βαριεστημένα.
«Θα λάβουμε και Εμεί οι ίδιοι μέρος στη μάχη, όπως έχει συμφωνηθεί.»,συμπλήρωσε ο Βασιλιάς.
«Πολύ καλά λοιπόν. Ευχαριστούμε για την ακρόαση. Αντίο σας. Θα τα πούμε στο πεδίο της μάχης. Χαιρόμαστε που σας έχουμε συμμάχους.»,απάντησε ο βασιλιάς των Ανθρώπων και αφού χαμογέλασε ευγενικά στις Μεγαλειότητες, πήρε από το χέρι τη συμβία του και έφυγαν.
Ο Βασιλιάς παραξενεύτηκε. Εκείνος είχε ‘παντρευτεί’ τη Βασίλισσα λόγω υποχρέωσης. οι πιο αρχαίοι βρικόλακες πάντα δεσμεύονταν ώστε να βασιλεύουν στη Χώρα των Σκιών, στη χώρα όπου κατοικούσαν τα φαντάσματα, τα ξωτικά, οι λυκάνθρωποι, οι νεράιδες και όλα τα λοιπά μυθικά πλάσματα. Όμως δεν την αγαπούσε. Δε μπορούσε να αγαπήσει. Η καρδιά του είχε πάψει να αισθάνεται. Και απλά η ζωή του πλέον ήταν μία ατέρμονη νύχτα. […]
Η μάχη είχε τελειώσει. Οι εχθροί είχαν μαζέψει τους νεκρούς και είχαν οπισθοχωρήσει. Ο βασιλιάς των Ανθρώπων αν και κουρασμένος φαινόταν ευτυχισμένος. Γελούσε και συνεχώς αγκάλιαζε και φιλούσε τη γυναίκα του, σα να μη χόρταινε την παρουσία της. Ο Βασιλιάς μπορούσε πλέον να καταλάβει αυτόν τον Θνητό. Είχε καρδιά που χτυπούσε, αλλά η ψυχή του ήταν εκείνη που δημιουργούσε εκείνα τα συναισθήματα στοργής για τη γυναίκα του. Όμως ο Βασιλιάς ήξερε πως δεν είχε την πολυτέλεια σε κανένα από τα δύο. Η ψυχή του είχε εξαφανιστεί, χρόνια πριν. Η καρδιά του είχε πάψει να χτυπά. Ήταν ένα τίποτα.
Κοίταξε τη Βασίλισσά του. Αδιαμφισβήτητα ήταν πανέμορφη, κάτω από το φως του φεγγαριού που την έλουζε. Την έκανε να μοιάζει με νεράιδα, τόσο ντελικάτη ήταν.  Αναρωτήθηκε για ποιο λόγο τα σκέφτονταν αυτά όμως. Ποτέ δεν τον είχε συγκινήσει ιδιαίτερα η ομορφιά της Βασίλισσάς του. Ήταν βρικόλακας, προφανέστατα ήταν πανέμορφη. Η αλήθεια είναι όμως πως είχε συλλάβει αρκετές φορές τον εαυτό του να παρατηρεί τις λεπτές γωνίες του προσώπου της, τα μεγάλα της μάτια, τα σχεδόν ολόλευκα μαλλιά της, όλο της το παράστημα.  Ήταν όντως πανέμορφη.
Και είχε παρατηρήσει πως είχε αρχίσει να βρίσκει αρκετά ενδιαφέρων το χαρακτήρα της και συμπαθητική την προσωπικότητά της. Αν και συχνά ειρωνική και σοβαρά, έκανε πολλές φορές αστεία με τη γυναίκα του βασιλιά των Ανθρώπων και το γέλιο της ήταν υπέροχο. Της άρεσε να περπατάει στο δάσος και να παίζει φλάουτο. Ήταν η σύζυγός του εδώ και πεντακόσια χρόνια και ποτέ του δεν είχε προσέξει όλα αυτά. Δεν είχε ενδιαφερθεί.
Πλησίασε τη Βασίλισσά του. Εκείνη τον κοίταξε ανέκφραστα.
«Νομίζω… νομίζω πως αρχίζω να νιώθω πράγματα. Για εσένα.»,της είπε τελικά μετά από μερικά λεπτά δισταγμού και αμηχανίας.
Αν η καρδιά του χτυπούσε ίσως είχε κοκκινίσει. Παρότι όμως πλέον δε ζούσε, ένιωθε μέσα του πράγματα-συναισθήματα-για τη Βασίλισσά του. Όλος αυτός ο καιρός με τους Θνητούς είχε ξυπνήσει μέσα του τα αισθήματα που είχαν ναρκωθεί για μία χιλιετία.
Η Βασίλισσα σήκωσε έκπληκτη τα φρύδια της. «Εγώ… είναι παράξενο. Και εγώ εδώ και κάποιο καιρό νιώθω το ίδιο. Παρότι δε χτυπάνε οι καρδιές μας»,είπε βάζοντας το χέρι στην νεκρή καρδιά του. «νομίζω μπορούμε να νιώσουμε.».
Έβαλε το χέρι του πάνω στο δικό της και χαμογέλασε για πρώτη φορά εδώ και πολλούς αιώνες. «Νομίζω έχεις δίκιο. Ελπίζω να μη χάσαμε πολύ καιρό.».
Χαμογέλασε και εκείνη. «Δεν το νομίζω.».
Την αγκάλιασε.’’
Άφησε το βιβλίο και σηκώθηκε από την καρέκλα του. Συνήθως δεν αγόραζε τέτοια βιβλία, μυθιστορήματα φαντασίας, του άρεσαν περισσότερο τα ψυχολογικά βιβλία. Του άρεσε να διαβάζει για την ψυχοσύνθεση των ανθρώπων. Πίστευε ότι έτσι τους καταλάβαινε σε βάθος. Όμως ήξερε πως οι άνθρωποι δεν ήταν σαν τους αριθμούς που τόσο αγαπούσε.
Οι αριθμοί είναι εύκολοι. Πάντα ένα και ένα κάνει δύο, δύο και δύο τέσσερα και ούτω κάθε εξής. Δεν υπάρχει κάτι που να αλλάζει, όλα παραμένουν τα ίδια, παρά τις αλλαγές που συμβαίνουν ανά τα χρόνια. Οι αριθμοί δε σε προδίδουν ποτέ, σκέφτηκε. Πάντα είναι εκεί και πάντα ίδιοι. Ποτέ δεν αλλάζουν, ποτέ δε λένε ψέματα, ποτέ δε σε πληγώνουν. Δεν είναι άνθρωποι.
Γιατί για αυτό ο ίδιος παρέμενε κλεισμένος στο μισοσκότεινο δωμάτιό του, με  τα βιβλία του και τα μαθηματικά του. Παλιά βέβαια δεν ήταν έτσι. Παλιά ήξερε να γελάει, παλιά μπορούσε να πάρει τηλέφωνο κάποιον και να του πει να βγούνε. Ενώ τώρα…κατέληξε να είναι ένας εκνευριστικός και απόμερος φοιτητής Μαθηματικών. Ένα τίποτα, ουσιαστικά;
Όμως δεν έφταιγε (μόνο) εκείνος. Τον είχαν πληγώσει. Εκείνοι και εκείνη. Εκείνοι που ήταν φίλοι του, από το Γυμνάσιο ακόμα, μόλις πήγαν φοιτητές τον παράτησαν και δεν του ξαναμίλησαν, χωρίς κάποιο προφανή λόγο. Ενώ εκείνη, που την αγαπούσε πάρα πολύ, τον είχε χωρίσει. Έτσι απλά. Και του ήρθαν όλα μαζί. Ένιωθε πως έχασε τα πάντα. Ένιωθε την καρδιά του να σπάει, όπως ένα ξύλινο καράβι που τσακίζεται πάνω σε ένα κοφτερό προεξέχοντα βράχο. Αφού είχε χάσει τα πάντα από ανθρώπους που τον στήριζαν δεν έβλεπε πια το λόγο να συνεχίσει τις ανθρώπινες σχέσεις. Ποιο θα ήταν το νόημα; Ποιο το αποτέλεσμα; Πάλι δε θα πληγωνόταν, εν τέλει, αργά ή γρήγορα; Δεν το καταλάβαινε… Ποιος ήταν ο λόγος να έχεις μια καρδιά, να έχεις συναισθήματα, αν ήταν να καταρρέουν σαν τραπουλόχαρτα στο τέλος;
Κανένας δεν τον είχε προειδοποιήσει για αυτή την κατάληξη των ανθρώπινων σχέσεων. Και αφού είχε μείνει παντελώς μόνος, κλείστηκε μέσα σε ένα προστατευτικό καβούκι. Η ζωή του ήταν τώρα πια, τον τελευταίο χρόνο, η σχολή του, το διάβασμα για αυτή, η λογοτεχνία, τα βιβλία ψυχολογίας και τα μαθηματικά. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό του πως θα ξανάβγαινε στον κόσμο. Αυτό όμως αφού πρώτα είχε κατανοήσει πλήρως την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση ώστε να είναι σε θέση να αποτρέψει μία μελλοντική κατάσταση που θα τον πλήγωνε ξανά.
Όμως όσο περισσότερο διάβαζε τόσο περισσότερο δεν καταλάβαινε τι ήταν πλέον αυτό που έψαχνε να βρει. Και αυτό τελικά που τον είχε παρακινήσει σε όλες αυτές τις σκέψεις εκείνο το βροχερό απόγευμα ήταν τι; Ένα απλό μυθιστόρημα φαντασίας.
Δεν ήταν ωστόσο ο Βασιλιάς σαν εκείνον; Εν μέρει; Ο Βασιλιάς δεν είχε πληγωθεί. Ωστόσο είχε πάψει να νιώθει, αφού δεν έβρισκε το λόγο να νιώσει κάτι. Η επαφή του όμως με τους ανθρώπους και την ανθρώπινη θνητή φύση τους τον έκανε να αρχίσει να εξανθρωπίζεται. Δεν είχε πάψει στην πραγματικότητα ποτέ του να νιώθει. Απλά τα συναισθήματα, λόγω αχρηστίας, είχαν σιγάσει και στη θέση τους υπήρχε ένα κενό, ένα τίποτε. Ίσως ο ίδιος ο Βασιλιάς να ήταν ένα τίποτε. Και πώς άραγε να είναι κάτι, αφού δε νιώθει; Όμως, ο βασιλιάς των Θνητών τον είχε ωθήσει να δει πέρα από το όμορφο αθάνατο πρόσωπο της Βασίλισσας. Ο Βασιλιάς βρικόλακας είχε αρχίσει να εκτιμά τις λεπτές πτυχές του χαρακτήρας της, τη ντελικάτη φυσιογνωμία της, να την εκτιμά και να τη σέβεται. Άρχισε να νιώθει, άρχισε να ερωτεύεται. Και έγινε λοιπόν κάτι, έπαψε η ζωή του να είναι βαρετή αφού μπορούσε πια να νιώσει και όχι μόνο αυτό. Μπορούσε επίσης να μοιραστεί αυτό το συναίσθημα με κάποιον άλλον, κάποιον που αγαπούσε.
Ίσως αυτό να ήταν το νόημα εν τέλει. Άφησε έναν αναστεναγμό αγανάκτησης. Το κεφάλι του κόντευε να σπάσει από όλες αυτές τις τόσο συναισθηματικά φορτισμένες σκέψεις. Ήθελε καθαρό αέρα. Έβαλε το μπουφάν του, πήρε κλειδιά και κινητό και βγήκε έξω.
Ήταν στο κέντρο της πόλης. Πού πήγαινε; Δεν ήξερε. Απλά περπάταγε και προσπαθούσε να καθαρίσει το μυαλό του. Ήθελε να σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει. Και καθώς σκεφτόταν το πρώτο πράγμα που το ήρθε στο μυαλό ήταν εκείνη η συμφοιτήτριά του που είχε γνωρίσει στο αμφιθέατρο κάποτε, πριν μήνες. Αυτή με τα καστανά μαλλιά και τα μελένια μάτια. Τολμούσε να πει πως είχε βρει την προσωπικότητά της αρκετά γοητευτική, αν και δεν είχε κάνει τον κόπο να τη γνωρίσει, φοβόταν ακόμη τότε μία πιθανή ατυχή γνωριμία που θα κατέληγε πάλι στο να τον πληγώσει.
Χωρίς καν να ξέρει γιατί σκέφτηκε αυτή την κοπέλα, έβγαλε το κινητό του και πληκτρολόγησε ένα μήνυμα στα γρήγορα, ρωτώντας την αν θα ήθελε να πάνε για καφέ. Προτού συνειδητοποιήσει τι έκανε, πάτησε ‘Αποστολή’.
Πώς μπορούσε εκείνος, που τόσο φοβόταν τις δεσμεύσεις και τις ανθρώπινες σχέσεις να συμπεριφέρεται τόσο… απερίσκεπτα; Ήταν όντως απερίσκεπτη η πράξη του; Τύψεις άρχισαν να περικυκλώνουν απειλητικά το μυαλό του. Μήπως δεν έπρεπε να στείλει αυτό το μήνυμα; Μήπως ήταν, εν τέλει, πολύ για εκείνον να θέλει οποιαδήποτε είδους σχέση με οποιοδήποτε άτομο; Μήπως ήταν πλέον αδύνατο να συναναστραφεί έστω και με συνομηλίκους του;
Όχι, ένιωσε μία φωνή να μιλάει στο κεφάλι του. Ήταν άγνωστη αλλά και συνάμα οικεία. Όλοι έχουν το δικαίωμα να κάνουν φίλους, να γελάσουν, να αγαπήσουν. Και επειδή πληγώθηκες και επειδή σε έσπασαν; Οι άνθρωποι είναι σημαντικοί. Γεννιόμαστε μόνοι, πεθαίνουμε μόνοι, αλλά τους έχουμε αδήριτη ανάγκη κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Είναι απαραίτητοι. Πληγώθηκες και ίσως ξαναπληγωθείς. Με το να μένεις όμως μόνος χάνεις την ευκαιρία να γνωρίσεις πολύ ενδιαφέροντες ανθρώπους και δεν τους δίνεις τη δυνατότητα να σε γνωρίσουν και εκείνοι. Ακολούθησε το παράδειγμα του Βασιλιά βρικόλακα. Προσπάθησε να κάνεις την καρδιά σου να νιώσει και άρπαξε μερικές ευκαιρίες, όσες σου δίνονται και προσπάθησε να ξεπεράσεις τα εμπόδια που σε τραυματίζουν και σε κάνουν να πέφτεις. Αλλιώς είναι η καρδιά σου που θα γίνει ξηρή και εύθραυστη και δε θα είναι ικανή για τίποτα παρά μόνο για να χτυπά.
Είχε μόλις λάβει ένα μήνυμα στο κινητό του. Η κοπέλα είχε δεχτεί και του έλεγε να πάει σε ένα τέταρτο σε μία καφετέρια εκεί κοντά. Δίστασε. Συνοφρυώθηκε. Και μετά έκανε αυτό που του είχε πει η φωνή, αυτό που θα έκανε ο Βασιλιάς βρικόλακας. Άδραξε την ευκαιρία και πήγε στην καφετέρια.
Η κοπέλα χαμογέλασε όταν τον είδε. Παρήγγειλαν καφέ και έπαιξαν τάβλι. Μίλησαν για τη σχολή, μίλησαν για τα μαθήματα, για τις ταινίες, για τα βιβλία, για τα σχολικά τους χρόνια. Είχε δίκιο. Ήταν όντως γοητευτική ως χαρακτήρας, πολύ ενδιαφέρουσα. Είχε καιρό να μιλήσει τόσο πολύ με κάποιον. Ένιωθε τόσο όμορφα, τόσο πλήρης. Πώς μπορούσε τόσο καιρό να μένει μόνος; Δεν τον είχε ενοχλήσει; Ένιωθε άβολα όταν σκεφτόταν πως ίσως να έπρεπε να κλειστεί στο καβούκι του, να μείνει ξανά μόνος. Όχι. Δε θα το έκανε. Όχι πια. Δεν έπρεπε να φοβάται.
Συνέχισαν να μιλάνε και η κοπέλα γέλασε σε ένα αστείο του. Ήταν τόσο όμορφο το γέλιο της. Και ένιωθε καλά που την είχε κάνει να γελάσει. Ένιωθε χαρά, μετά από πάρα πολύ καιρό. Άφησε το συναίσθημα αυτό να τον πλημμυρίσει και χαμογέλασε.

Όταν βγήκαν από την καφετέρια και άρχισαν να περπατούν προς το σπίτι της, της έπιασε δειλά και διστακτικά, σαν ένα μικρό ντροπαλό παιδί, το χέρι.  Εκείνη του έσφιξε το χέρι και χαμογέλασε ευδιάθετα. Χαμογέλασε και εκείνος για δεύτερη φορά εκείνη τη μέρα. Η κοπέλα, με τη σκιά του χαμόγελού της ακόμη πάνω στα χείλη της, τεντώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τον φίλησε στο μάγουλο. Εκείνος κοκκίνισε. Οι αριθμοί και τα βιβλία του θα ήταν μοναχικά για αρκετό καιρό από ‘δω και πέρα.


Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

don't remind me

I continued to shrug it off
Act like I 
didn’t care
But I did
And I do
And it hurts when you constantly remind me
Of all the things I’m lacking
Of being 
alone
And
lonely
I didn’t choose this for myself you know
I don’t show it
Because it hurts
That I’m not 
wanted
needed
craved
adored
cherished
I don’t feel safe
In my skin
I’m lost
I have been lost
For so long,
I don’t know 
What I’m trying to 
Get back too.
Please stop, don’t remind me.


Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Some thoughts

Hellos.

Long time no see right? Κοντεύει χρόνος.
Δε γράφω πια. Ίσως γιατί με πονάει όταν γράφω τις σκέψεις μου και τις βλέπω μετά από βδομάδες ή μήνες ή χρόνια αποτυπωμένες κάπου.
Δε ξέρω τι με έπιασε σήμερα, ωστόσο ήθελα να μοιραστώ 2-3 πράγματα.

Πρώτα ένα quotation. Από ένα βιβλίο που δεν έχω γυρίσει ακόμη τα φύλλα του, μα σκοπεύω να το κάνω σύντομα. Πώς γίνεται μία απλή αράδα λέξεων, από κάτι που δεν έχεις διαβάσει, να είναι τόσο αληθινή; Τόσο κοντά στην πραγματικότητά σου;


“It’s just … everything. There are too many people. And I don’t fit in. I don’t know how to be. Nothing that I’m good at is the sort of thing that matters there. Being smart doesn’t matter—and being good with words. And when those things do matter, it’s only because people want something from me. Not because they want me.”
                                        ― Rainbow Rowell, Fangirl


Και μετά και αυτό το ποίημα που βρήκα τυχαία, που έχει να κάνει με το self harm.


They aren't just scars.

They are the demons I fought at 3 a.m.
They are my insecurities,
My deepest fears,
And my lonely nights.
They are the insults I have received
and the emotions I can't contain.
They are a part of me and are what I have become.


I'm sure I've seen brighter days. Ώρες ώρες νιώθω χαμένη. Νιώθω προβληματισμένη. Δεν ξέρω τι να κάνω και μου φαίνεται πως όλα πάνε στραβά. Προσπαθώ να κρατάω τη μάσκα του χαμόγελου κολλημένη στο πρόσωπό μου μα υπάρχουν φορές που φεύγει και τότε όλα γίνονται χάλια.


Δεν ξέρω καν γιατί τα γράφω αυτά. Θέλω μάλλον να μιλήσω κάπου αλλά οι τοίχοι δεν έχουν αυτιά.

Καλό μήνα.

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Η κατινιά στο μεγαλείο της


Καλησπέρα.
Νιώθω πως αυτή την ανάρτηση την κάνω για λάθος λόγους. Απλά θέλω κάπου να ξεσπάσω και κάπου να εκτονωθώ καθότι από τα νεύρα μου έσπασα το μολύβι μου, οπότε εν τη συγκεκριμένη κατάσταση δεν δύναται να ξεφύγω στα φύλλα, τις μπογιές και τον κόσμο που έχω στο κεφάλι μου.
Η φίλτατη και πάντοτε αγαπημένη Virgilia έκανε μία ανάρτηση. Ορίστε το λινκ: http://the-dunwich-horror.blogspot.gr/2013/01/im-never-going-to-be-artist.html
Και ιδού, ένα σχόλιο που έγινε για εμένα:
Ξέρεις μαλάκα ποιος δεν έχει ταλέντο; Η Λάβγκουντ που δεν ξέρει τι της γίνεται, ποιο είναι το πρόβλημά της και, είναι και μέτρια στο κεφάλι.
Από την  Creep με όλη τη χολή που θα μπορούσε να βγάλει ποτέ άνθρωπος.
Δε θα μπω σε λεπτομέρειες, απλά παλιά η Creep ήταν και καλά η καλύτερή μου φίλη και τώρα θέλει να με υποβιβάσει στα πάντα: οικογενειακές, φιλικές και ερωτικές σχέσεις, χαρακτήρα, ασχολίες και σχολή.
Και λοιπόν, τα καταφέρνει!
Ναι, ξέρω τι είμαι. Είμαι η Μαρία. Είμαι 18 χρονών. Το μόνο αξιόλογο που κατάφερα στη ζωή μου ποτέ είναι να περάσω στην Αγγλική Φιλολογία Θεσσαλονίκης.
Δεν ζωγραφίζω ούτε γράφω καλά. Δεν θέλω άλλους να μου το λένε. Ματάκια μου έδωσε ο Θεός να κρίνω μόνη μου.
Έλεος.
Δεν ανέχομαι να με κρίνει ο όποιος και όποιος έτσι. Να με βεβηλώνει και να με υποβιβάζει επανειλημμένα σε δημόσιους χώρους(facebook, forum, τώρα ΚΑΙ μπλόγκερ). Δεν είμαι πορνοστάρ, δεν είμαι τρομοκράτης. Δεν έκανα κακό σε κανένα, δε σκότωσα κανένα, δεν ΑΞΙΖΩ τέτοια συμπεριφορά και δεν ξέρω αν θα την ξαναδεχτώ.
Τη γνώμη μας μπορούμε να την κρατάμε για τον εαυτό μας, δε χρειάζεται να τη βγάζουμε έξω με όση χολή έχουμε μέσα μας.
Ξέρω ότι κάθομαι και στενοχωριέμαι για μαλακίες. Δεν ξέρω ποιο είναι το πρόβλημα του συγκεκριμένου ατόμου. Ίσως να έγκειται σε κάποια ενδότερα μέρη του εγκεφάλου. Πολύ που χέστηκα! Το θέμα είναι ότι μου γαμάει την ψυχολογία αυτό το πράγμα. Άντεξα bullying στο νηπιαγωγείο, στο δημοτικό, το γυμνάσιο, το λύκειο, ΦΤΑΝΕΙ. ΟΧΙ ΑΛΛΟ.
Αν είναι δυνατόν δηλαδή. Δεν μπορεί ο καθένας να κοιτά τα μπούτια του, σχολιάζει τα δικά μου.
Συγνώμη για την ανάρτηση, απλά αγανάκτησα.

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

give me something i can believe

“Only once in your life, I truly believe, you find someone who can completely turn your world around. You tell them things that you’ve never shared with another soul and they absorb everything you say and actually want to hear more. You share hopes for the future, dreams that will never come true, goals that were never achieved and the many disappointments life has thrown at you. When something wonderful happens, you can’t wait to tell them about it, knowing they will share in your excitement. They are not embarrassed to cry with you when you are hurting or laugh with you when you make a fool of yourself. Never do they hurt your feelings or make you feel like you are not good enough, but rather they build you up and show you the things about yourself that make you special and even beautiful. There is never any pressure, jealousy or competition but only a quiet calmness when they are around. You can be yourself and not worry about what they will think of you because they love you for who you are. The things that seem insignificant to most people such as a note, song or walk become invaluable treasures kept safe in your heart to cherish forever. Memories of your childhood come back and are so clear and vivid it’s like being young again. Colours seem brighter and more brilliant. Laughter seems part of daily life where before it was infrequent or didn’t exist at all. A phone call or two during the day helps to get you through a long day’s work and always brings a smile to your face. In their presence, there’s no need for continuous conversation, but you find you’re quite content in just having them nearby. Things that never interested you before become fascinating because you know they are important to this person who is so special to you. You think of this person on every occasion and in everything you do. Simple things bring them to mind like a pale blue sky, gentle wind or even a storm cloud on the horizon. You open your heart knowing that there’s a chance it may be broken one day and in opening your heart, you experience a love and joy that you never dreamed possible. You find that being vulnerable is the only way to allow your heart to feel true pleasure that’s so real it scares you. You find strength in knowing you have a true friend and possibly a soul mate who will remain loyal to the end. Life seems completely different, exciting and worthwhile. Your only hope and security is in knowing that they are a part of your life.” 
-Bod Marley

Όχι ότι ακούω ρέγκε, αλλά πιστεύω ότι αυτό είναι από τα πιο όμορφα πράγματα που έχω διαβάσει ποτέ μου. Κατάφερε με λέξεις απλές να περιγράψει πράγματα που νιώθουμε. Αυτό το αίσθημα που νιώθεις πως θα σκάσεις από την ευτυχία. Όταν ο ήλιος για σένα φαντάζει ένα τικ πιο λαμπερός και με πιο πολλές ακτίνες και νιώθεις το χάδι του ανάλαφρο πάνω σου. Όταν με απλανές βλέμμα κοιτάς ξαπλωμένος στο γρασίδι τα σύννεφα να περνούν και για σένα έχουν ιδιαίτερα σχήματα. Όταν και μόνο που ακούς μία φωνή το στομάχι σου δένεται κόμπος σφιχτός και άλυτος και τα μάγουλά σου κοκκινίζουν και νιώθεις 15.000.000 πεταλούδες να πετούν στο στομάχι σου δημιουργώντας τυφώνα. Και παρά αυτά τα "δυσάρεστα" αποτελέσματα, η φωνή αυτή και μόνο αρκεί για να σε κάνει να χαμογελάσεις μέσα σε μία μέρα δύσκολη και πικρή και μίζερη και μαύρη. Όταν μία αγκαλιά σε χωράει τόσο άνετα, που λες "ναι ρε παιδί μου, για αυτή εδώ την αγκαλιά φτιάχτηκα, τέλος". Όταν, από εκεί που δεν το περιμένεις, μερικά άτομα είναι εκεί για σένα. Για να σε κάνουν να γελάς, να σε πειράζουν, να σε αγαπάνε, να σε δέχονται για αυτό που είσαι, να σε αφήνουν να μπεις μέσα στη ζωή τους και να σου δίνουν ένα κομμάτι από την καρδιά τους και ίσως αυτό να μην φαίνεται τόσο σημαντικό, αλλά πραγματικά τι θα έκανες χωρίς αυτούς τους ανθρώπους; Χωρίς αυτά τα γέλια, τις χαρούμενες στιγμές, τα νεύρα και τα κλάματα, τις χαζές ατάκες, τα ηλίθια αστεία που μόνο εσείς καταλαβαίνετε, το κάψιμο και τις ατελείωτες συζητήσεις; Χωρίς να το καταλάβεις αυτά τα άτομα απλώνουν τα χέρια τους και αγκαλιάζουν τη ζωή σου και το είναι σου και ξαφνικά από εκεί που ήταν ένα "τίποτα", σημαίνουν τα πάντα. Το γέλιο σου και τα δάκρυά σου. Την αγάπη σου, τη χαρά σου, το θυμό σου, τις αναμνήσεις σου. Όλα αυτά. Τα πάντα και το τίποτα, το άπειρο και το μηδέν, όλα, όλα σου το σύμπαν τριγυρίζει γύρω από κάποια ζευγάρια μάτια και κάποια χαμόγελα. Και ξέρεις ότι δε θα είσαι μόνος. Για κάμποσο καιρό τουλάχιστον.



Can you still see the heart of me?

All my agony fades away
when you hold me in your embrace



Don't tear me down for all I need
Make my heart a better place
Give me something I can believe
Don't tear me down
You've opened the door now, don't let it close


P.S. Ιδέα δεν έχω γιατί βγήκε έτσι η ανάρτηση, απλά αγνοήστε το. :Ρ

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

wishing for some light

Kαλή μας χρονιά με υγεία και λοιπά και λοιπά.
Πιο σκατά δε θα μπορούσε να ξεκινήσει το 2013. Τι τέλεια.
Το παρελθόν μου ήρθε και άρχισε τις κατηγορίες. Και για μία ακόμη φορά, here I stand, wondering about the human nature. Πώς γίνεται ένα άτομο που ισχυρίζονταν πως σε ήξερε τρία χρόνια και που έλεγε ότι ήσασταν κολλητοί να αμφιβάλλει για τα λεγόμενά σου δεν ξέρω. Οι άνθρωποι είμαστε μίζεροι και δεν εχουμε τι να κάνουμε και μάλλον γουστάρουμε άσχημα να καταστρέφουμε τη ζωή μας και τη ζωή των άλλων. Δεν εξηγείται αλλιώς αυτή η κατάσταση ή τουλάχιστον εγώ τώρα στα 18 μου χρόνια δε μπορώ να την εξηγήσω... Γενικά, θεωρώ πως ο Einstein είχε δίκιο όταν έλεγε πως η ανθρώπινη ηλιθιότητα είναι απεριόριστη. Είναι επίσης απερίγραπτη και απαίσια.
Και επίσης, έχουμε και το παρόν μου που αδικαιολογήτως ασχολείται με το παρόν μου. Πώς γίνεται επίσης ένας άνθρωπος που ισχυρίζεται ότι είσαι ο λόγος που ξυπνάει χαρούμενος το τελευταίο δίμηνο και που πιστέυει ότι είσαι ό,τι πιο όμορφο του έχει συμβεί να μιλάει με κάποια που τον πλήγωσε, του έκανε μαλακίες και γενικά δεν υπήρξε σωστή απέναντί του. Δε γίνεται. Και είναι άδικο ρε πούστη μου να έχεις βρει ένα νορμάλ άτομο με το οποίο σοβαρά επικοινωνείς και να υπάρχει τέτοιο θέμα. Και ναι ξέρω πως δεν υπάρχουν αδικίες και δικαιοσύνες στη ζωή αλλά και πάλι, I'v had enough.
Έχω βαρεθεί να πληγώνομαι, έχω βαρεθεί να κλαίω, έχω βαρεθεί να νοιάζομαι, έχω βαρεθεί να ανησυχώ, έχω βαρεθεί να χάνω τον ύπνο μου, έχω βαρεθεί να υπάρχουν μαύρα φαντάσματα να στοιχειώνουν τα μάτια μου, έχω βαρεθεί να φοβάμαι να αγαπήσω, αν αγγίξω, να νιώσω, έχω βαρεθεί να είμαι μέσα στις ανασφάλειες και τα κόμπλεξ και τις συγνώμες, έχω βαρεθεί να είμαι συνέχεια αυτή που κρύβει με χαμόγελο τα δάκρυά της, έχω βαρεθεί. ΒΑΡΕΘΗΚΑ.
Καλή μας Χρονιά.


#quote ανάρτησης: “People are all over the world telling their one dramatic story and how their life has turned into getting over this one event. Now their lives are more about the past than their future.” ~Chuck Palahniuk, Invisible Monsters





Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

...

My Grandmother

© Victoria L. Payne
In my Rose Garden of memories
I see you standing there
An angel in disguise
Who taught me how to care
I long to hear your voice
for real not in my dreams
I am missing you so much these days
how empty my world seems
People say time heals all wounds
that someday the pain will subside
But Grandma I can tell you
I think they must have lied
The emptiness I am feeling now
is strong and I am weak
These days go by without you
so dreary and so bleak
In my Rose Garden of memories
I know you'll always be
for though you're gone
from this mortal world
In my heart you'll always be

Γιαγιά μου... ελπίζω να προλάβω να έρθω σπίτι πριν μου φύγεις. Θέλω να σε δω μία τελευταία φορά.

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

Nothing lasts...

Nothing is ever going to be as easy as it looks,
And nothing will ever go exactly how you plan it.
People promise that they'll always be there for you,
But that's a promise no one can keep.
Everyone leaves you at some point
Whether they mean to or not.
Nothing lasts forever
And everything has it's time to end,
There's nothing you can do to stop it.
Best friends grow apart
Until eventually they don't know each other any more.
Most importantly:
People change.


But no matter how things change,
No matter what bad things happen,
Take solace
Because you had those people in your life
And they made it special.
No matter where they are now,
There are always memories to treasure.

Εγώ από την άλλη δε στέκομαι μόνο στο πως οι άνθρωποι αλλάζουν αλλά και στο πώς φεύγουν. Και επίσης στο πώς αποκαλύπτουν στα ξαφνικά μία μίζερη πλευρά του εαυτού τους. Ω ναι, another hole in my heart. But guess what, δεν νιωθω πως εγώ είμαι αυτή που χάνω. Όχι αυτή τη φορά. Δε θα είμαι το υποκατάστατο κανενός ούτε θα κάνω τον αχθοφόρο σαν τον μαλακά, να δίνω να δίνω να δίνω και να μην παίρνω ποτέ τίποτα.
Και γενικά, συνεισητοποιήσα πως μαλάκες υπάρχουν πολλοί. Πρόσφατα. Και δε με νοιάζει που πονά αυτή η συνειδητοποίηση, κέρδισα κάτι. Εμπειρία να μην ξαναμπλέξω με τέτοιο σκατόκοσμο ποτέ μου. Γιατί δε θα κάνω εγώ πάντα ην ψυχολογία μου κουρέλια για μερικά εγωκεντρικά πλάσματα. Όχι πια, όχι πια, ποτέ ξανά.

Και ξέρεις εγώ φταίω που πίστεψα έστω και για λίγο ότι μπορεί να βρήκα ένα νορμάλ άνθρωπο. Μπα, θέλει πολύ ψάξιμο ακόμη. Γιατί ένας νορμάλ άνθρωπος όταν φεύγει δεν αφήνει πίσω του όλη τη χολή που μπορούν να βγάλουν τα έντερά του.
Αυτή η χολή προσπαθεί να με δηλητηριάσει - ακόμη και τώρα, οι λέξεις προσπαθούν να βιάσουν το ψυχικό μου είναι. Αλλά έχω μεγαλώσει πολύ για να χαλιέμαι για τέτοιες μαλακίες πια. Ή μάλλον όχι, ίσως να χαλαστώ, αλλά δε θα το αφήσω να με ρίξει εμένα αυτό κάτω.

Στο κατω κάτω δε χάνω εγώ κάτι. Για κανένα λόγο.




Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

I carry your heart in my heart

Τώρα που το σκέφτομαι, από τότε που με θυμάμαι, εσύ ήσουν εκεί. Πάντα και πάντα. Ήσουν εκεί όταν έσπασα το χέρι μου και με πήρες τρυφερά στην αγκαλιά σου όταν εγώ έκλαιγα, αν και είχες τρομοκρατηθεί όσο και εγώ, γιατί για να λέμε την αλήθεια, ήσουν μόλις 18 τότε. Όμως με κράτησες σφιχτά και είπες «Θα περάσει μωρό μου, θα περάσει.». Σε εσένα ήρθα μυστικά μυστικά και σου είπα με ένα παιδικό ενθουσιασμό και με μάγουλα κατακόκκινα και σου είπα για τον πρώτο μου έρωτα, το Βασίλη. Πόσο ήμουν 4; Δε γέλασες. Με αντιμετώπισες σοβαρά και με υποστήριξες. Την άλλη φορά, είχα άρρωστη πολύ άσχημα και δε μπορούσα να ανασάνω καλά. Και εσύ έμεινες ξύπνια όλη νύχτα να με προσέχεις και ας δούλευες εξαντλητικές ώρες την επόμενη μέρα. Ήσουν εκεί όταν έφυγε η Μυρτώ. Ίσως να μη μου είπες τα πιο ενθαρρυντικά λόγια του κόσμου, μα ξέρω πως όταν με μαλώνεις το κάνεις για εμένα. Επειδή με αγαπάς τραγικά πολύ και επειδή θες να με βοηθήσεις να γίνω καλύτερος άνθρωπος – και ίσως να μη φαίνεται, μα το καταφέρνεις σιγά και σταδιακά.
Με αγαπάς και ας μην είμαι τέλεια και ας κάνω λάθη και ας τρώω τα μούτρα μου. Έχω ξεχωριστή θέση στην καρδιά σου.
Θυμάμαι ακόμη το τελευταίο βράδυ στο σπίτι. Με πήρες αγκαλιά και έβαλες τα κλάματα και είπες ότι θα σου λείψω. Ότι τίποτα δε θα είναι πια το ίδιο. Ότι δεν ήθελες να φύγω και να είμαι μακριά σου. Λογικό δεν είναι; Μέχρι πριν 7 χρόνια μέναμε κάθε μέρα μαζί στο ίδιο σπίτι. Μεγάλωσα μαζί σου. Μεγάλωσα εξαιτίας σου. Και σου το είπα αυτό και σου είπα πως δε θα είμαστε μακριά. Είμαστε αδερφές εξάλλου. Τίποτα, ούτε 500κατι χιλιόμετρα δε μπορούν να μπουν ανάμεσά μας. Αλλά το ξέρεις αυτό, έτσι;
Ανησυχείς πάντα τόσο πολύ για μένα. Πόσες ώρες να μιλάμε στο τηλέφωνο καθημερινά; Είναι αστείο, είσαι πάντα τόσο προστατευτική. Πιο πολύ και από τη μαμά, ίσως γιατί είμαστε κοντά μεταξύ μας, και έχουμε μία σχέση που δε θα μπορέσουμε να καταφέρουμε να αποκτήσουμε ποτέ με τη μαμά.
Που και που, όταν νιώθω τρομερά θλιμμένη για τον ένα ή τον άλλο λόγο, βγάζω από το κουτί που κρατάω μέσα ό,τι πιο πολύτιμο έχω ένα σκισμένο κομμάτι χαρτί. Από το πρώτο μου λεύκωμα. Μου είχες γράψει μία αφιέρωση…

‘‘Θέλω να ξέρεις ότι πάντα – όσα χρόνια και αν περάσουν, όσο και να μεγαλώσουμε – θα είμαι πάντα κοντά σου. Να σε βοηθάω στα δύσκολα, να χαίρομαι στην ευτυχία σου, να σε εμψυχώνω, να σε καθοδηγώ και να σε μαλώνω όταν πρέπει.
Αυτοί είναι οι δεσμοί αίματος που ποτέ δεν πρόκειται να μας τους σπάσει τίποτε και κανένας και να χωρίσουν οι δρόμοι μας.
Πάντα θα είμαι κοντά σου. Να σου δείχνω τη ζωή που δυστυχώς την έμαθα μόνη μου. Χωρίς μία μεγαλύτερη αδερφή να με συμβουλεύει. Εκμεταλλεύσου ότι έχεις 2 μεγαλύτερα αδέλφια που σε υπεραγαπούν και που θα κάνουν τα πάντα για να είσαι ευτυχισμένη και επιτυχημένη στη ζωή σου.
Φιλιά, με αγάπη,
η αδερφή σου!’’
Κάνουμε ποίηση τώρα ξέρεις στη σχολή και βρήκα ένα ποιητή τον E. E. Cummings. Ψάχνοντας τα ποιήματά του, έπεσα πάνω σε ένα το οποίο θα στο δώσω την επόμενη φορά που θα βρεθούμε.

“I carry your heart with me (I carry it in my heart)I am never without it (anywhere
I go you go, my dear; and whatever is done by only me is your doing, my darling)
I fear no fate (for you are my fate, my sweet)I want no world (for beautiful you are my world, my true)
and it's you are whatever a moon has always meant and whatever a sun will always sing is you

here is the deepest secret nobody knows
(here is the root of the root and the bud of the bud and the sky of the sky of a tree called life; which grows
higher than the soul can hope or mind can hide)
and this is the wonder that's keeping the stars apart

I carry your heart (I carry it in my heart)”
-E. E. Cummings

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

What is love?

Και εκεί που κάθομαι και διαβάζω στον καναπέ μου το A Storm of Swords και μένω ολίγον τι μ*λάκας με τις εξελίξεις, τσουπ στο ΣΚΑΪ πετάγεται ένα γαλλικό ντοκιμαντέρ ( γιατί μόνο οι Γάλλοι θα μπορούσαν να κάνουν τέτοια ντοκιμαντέρ, honestly -_- )  που μας λέει πως θα μας εξηγήσει για ποιο λόγο αγαπάμε και τα λοιπά.
Και αρχίζει και αναφέρεται σε μηνύματα που μεταβιβάζονται στους νευροδιαβιβαστές όταν ο άλλος σε κοιτάει – και για αυτό η καρδιά σου χτυπά γρήγορα τότε. Μιλάει για ποιο λόγο εστιάζουμε την προσοχή μας στα μάτια του άλλου και πώς αυτό στέλνει μηνύματα σε διάφορους τομείς του εγκεφάλου και έτσι ξεκινά η διαδικασία της ‘‘αποπλάνησης’’ (όπως ονομάζουν τα στάδια πριν αρχίσουμε να νιώθουμε την αγάπη).
Και εγώ ήμουν σε φάση:

Θέλω να πω ποιος είναι ο λόγος να φτιάξεις ένα τέτοιο ντοκιμαντέρ; Γιατί είμαστε τόσο περίεργοι; Γιατί πρέπει να βρίσκουμε μία λύση σε όλα; Γιατί εγώ έπρεπε να τα μάθω αυτά;
Δηλαδή, φαντάζομαι σκηνικό που θα παίζει φλερτ αγοριού με κοριτσιού και όταν η καρδιά του ενός θα χτυπά δυνατά δε θα σκέφτεται «Α, τι όμορφα που περνάω», θα σκέφτεται, «Α αυτό το άτομο στέλνει μηνύματα στους νευροδιαβιβαστές μου. Άρα είναι το κατάλληλο για ζευγάρωμα».
What the fuck δηλαδή!
Δεν πιστεύω πως χρειάζονταν να φτιαχτεί τέτοιο ντοκιμαντέρ όπως δεν πιστεύω πως χρειάζεται οι γιατροί να κάθονται και να κάνουν έρευνες και ολόκληρα πειράματα επί του θέματος, αντί να κάθονται να εργάζονται πάνω σε λύσεις για τον καρκίνο ή το AIDS.
Η αγάπη, ο έρωτας, ναι, θα το πω και εμένα μου δημιουργούν απορίες. Γιατί να αγαπάμε; Πώς προκύπτει η αγάπη; Πώς προκύπτει ο έρωτας;
Αυτές οι απορίες τριγυρίζουν στο μυαλό μου εδώ και αρκετά χρόνια ομολογουμένως, κυρίως αφότου η αδερφή μου γέννησε τα δίδυμα παιδιά της και τα αγαπώ περισσότερο από οτιδήποτε έχω αγαπήσει ποτέ στη ζωή μου, ενώ δεν έχουν καν διαμορφώσει χαρακτήρα και προσωπικότητα για να αγαπήσω. Όπως και με τους φίλους μου συμβαίνει αυτό. Γιατί δενόμαστε τόσο εύκολα μεταξύ μας, παρά τα χιλιόμετρα που στέκονται ανάμεσά μας και πώς στο καλό συνέβη να εισχώρησε μέσα σε όλους μας η αγάπη για τον άλλον πάνω-κάτω την ίδια στιγμή που και ο άλλος αγάπησε εμάς;
Ναι δε θα το αρνηθώ. Η αγάπη, ταυτόχρονα με τα άλλα συναισθήματα, λύπη, πόνο, αγανάκτηση, θυμό και λοιπά μου δημιουργούν απορίες.
Όμως, δεν θέλω να το ψάξω περαιτέρω. Πιστεύω πως καλό είναι να αναρωτιόμαστε, αλλά είναι μέσα στη φύση μας η περιέργεια. Όπως και το να αγαπάμε. Γιατί να το ψάχνουμε; Γιατί να τα κάνουμε όλα τόσο εργαστηριακά και επιστημονικά;
Ξενέρωσα τη ζωή μου με το ντοκιμαντέρ αλήθεια. Δεν είμαι και κανένας ειδικός στο θέμα της αγάπης, ένα όμως είναι το σίγουρο: όταν αγαπάς, αγαπάς. So simple as that. Δε χρειάζεται να ξέρεις τι κάνουν οι νευροδιαβιβαστές σου ή ποια τμήματα του εγκεφάλου σου αντιδρούν με το κάθε βλέμμα ή άγγιγμα ή γιατί σε ελκύει ο Μήτσος και όχι ο Βαγγέλας. Απλά αγαπάς. Και πιστεύω τότε, όλα τα άλλα δεν έχουν σημασία.

 
Whenever I'm alone with you,
You make me feel like I am home again.
Whenever I'm alone with you,
You make me feel like I am whole again.

Whenever I'm alone with you,
You make me feel like I am young again.
Whenever I'm alone with you,
You make me feel like I am fun again.

However far away,
I will always love you.
However long I stay,
I will always love you.
Whatever words I say,
I will always love you;
I will always love you.

Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

Growing up


Το βλέμμα μου πέφτει στα τέσσερα άδεια μεγάλα ράφια της βιβλιοθήκης και νιώθω πάλι εκείνο το αίσθημα της μελαγχολίας να πιάνει σφιχτά το στομάχι μου και να το τυλίγει, να το δένει, να το κάνει κόμπο.
You see, στα ράφια αυτά ήταν τα βιβλία που χρησιμοποιούσα τον τελευταίο χρόνο, τα βιβλία και οι σημειώσεις που με συντρόφευαν κατά τη διαδικασία των Πανελληνίων.
Μη με παρεξηγήσετε. Δεν έχω τρελαθεί. Δεν θέλω να έρθουν πάλι πίσω οι Πανελλήνιες, δεν θέλω να ξαναδιαβάσω ή κάτι τέτοιο.
Όμως απλά συνειδητοποιώ πόσο γρήγορα πέρασαν τα χρόνια.
Θυμάμαι όταν πρωτοήρθαμε σε αυτό το σπίτι. μου φαινόταν τεράστιο και η ντουλάπα στο δωμάτιό μου πολύ ψηλή και ήμουν μονάχα εφτά χρονών. Τα βιβλία χωρούσαν άνετα σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης μου και στα υπόλοιπα μπήκαν τα εξωσχολικά.
Φέτος δεν υπήρχαν εξωσχολικά, μόνο σε ένα ράφι και εκεί στριμωγμένα και στα υπόλοιπα σχεδόν ράφια υπήρχαν βιβλία για το σχολείο.
Και τώρα όλα εκείνα τα βιβλία του σχολείου μπήκαν σε 5 μικρά χαρτονένια κουτιά.
Αναρωτιέμαι αν έτσι θα είναι πια η ζωή μου. Σε λίγο καιρό θα βάλω και τα υπόλοιπα πράγματα που αποτελούν την προσωπικότητά μου σε μικρά χαρτονένια κουτιά και θα φύγω από εδώ να πάω σε μία μεγάλη πόλη, από την οποία κάποια στιγμή πάλι θα φύγω.
Γενικά, νιώθω λίγο περίεργα που μεγαλώνω.
Θέλω να φύγω από εδώ μα ταυτόχρονα ξέρω πως εδώ ήταν που πέρασα τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια, εδώ μεγάλωσα, εδώ έκανα φίλους, εδώ πέρασα καλά  και νιώθω λίγο περίεργα και ανήσυχα για αυτό που με περιμένει «εκεί έξω».
But I guess that’s part of growing up…!

P.S. Αύριο φεύγω για το χωριό μου και δε θα έχω Internet για 15 μέρες περίπου. Τα λέμε :Ρ

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

I have a confession to make


 Αυτοτελής ιστορία

-Hey, you’re shaking.
-Yeah… I am a bit anxious. Can I hold your hand?
-Sure thing…
-I have a confession to make. It’s not something that you don’t know actually. Let me start with something you yourself said last year. I am afraid only of the thought of not talking to you, even if it’s just for one day. I…I want to talk to you. That’s why I call you so many times per week. I never get bored of your voice, or your jokes. I never get bored of you. I…I know that possibly I am a bother to you. Who wouldn’t be bothered by a girl who is in love with him, but he only sees her as a friend. I know that I bother you and that it must be hard for you to talk to me normally, but I had enough of this. I want to stop pretending that I’m only your friend. I do not see you as a friend. I like you, and you’ll never possibly ever find how much I do so. I know that this confession is already melodramatic and probably boring to you, but you have to know that it is true. It comes from the depths of my thoughts and feelings and it was something I always wished to say to you.
I like the way you make me laugh. I like the way you laugh when I say something funny enough. I like the way you take care of me. I like the way your voice sounds after I’ve just waken you up. I like the way you tease me. I like the fact that you say nerdy stuff that actually sounds funny. I appreciate the fact that you’ve been here for me. You’re actually always here for me, even if you’re miles away. You take my pain away with just one word. All you have to do to make me extremely happy is to talk to me.
But I wish for more. I wish I could make your heart race, like min does, when I talk to you. I wish you could see me as something more than a friend. I wish I could hold your hand and I could be the one for you. I know it’s selfish to ask this, but I would love it if I was your girlfriend.
I mean, I am already your friend and this also makes me happy, happier than I could ever imagine. But you know, I feel as if my chest tightens and tightens more, when I realize that I could never have you, that I could never be something more than a friend to you.
The thing you could make out of this pretty much pointless speech is that I like you. I love you.
She dropped her pencil. She couldn’t bring herself to write the line “That’s when the boy leaned and kissed her”. Her hand wouldn’t move to finish the fictional text she was writing.
She felt tears streaming down her face. What was she crying for? Because she couldn’t even kiss the boy she like din her fictional world? It was stupid… So stupid.
And yet, there she was crying over the piece of paper that had on it the hidden feelings of her heart towards one of her friends. She couldn’t bring herself up to confess to him. She was so afraid. She knew he would possibly reject her and she could stand that pain, if she was able to stay near to him, as a friend. But she would feel so sad if she saw him with another girl, holding hands, laughing, kissing.
No. She could not confess. And that made her feel so bad.
Pathetic wasn’t she? Trying to make her deepest desires come true by imaging them. And then in the end, this would destroy her heart.
She felt so fucked up.
So she cried more.

 In my field of paper flowers
And candy clouds of lullaby
I lie inside myself for hours
And watch my purple sky fly over me

Σάββατο 16 Ιουνίου 2012

Dreaming of dreams

 Συμμετέχω σε διαγωνισμούς στο deviantART για να μπορέσω να βελτιωθώ στη ζωγραφική και να το πιο πρόσφατο. Θέμα: A Fairytale Character Dreaming. Εγραψα και ενα κειμενάκι, so here we go :P




From what the witch told her, all she knew was that the dreams were supposed to be gray, black and white. Was she abnormal? For her, everything around her was black, white and gray. Her life was colorless. She desired colors. She wanted to see them, but they were so far away from her, they were outside her tower.
So, every time she closed her eyes, her dreams were full of colors, full of reds and greens and blues and purples and oranges and so many more colors that dazzled her and made her laugh and happy and kind of light-headed. That times, the tower's wooden floor used to turn into a green meadow full of small flowers with wonderful smells. Butterflies with weird colors and purple birds were flying on her sky and right there, where her bed was, was a huge waterfall. Some times, a blueish unicorn, full of pride and innocence made his appearance. Trees with flowers popped up suddenly from the floor. She dreamed of stuff she knew they only existed in fairytales. There was yellow flying castle among pinkish clouds and there were kind princes and beautiful queens and happiness and joy.
Those colorful dreams made her smile. But, when she opened her eyes, she herself was still gray and so was the whole tower and only the outside world was full of those sweet colors she only dreamed off.