Hunger Games

Deep in the meadow, hidden far away
A cloak of leaves, a moonbeam ray
Forget your woes and let your troubles lay
And when it's morning again, they'll wash away
Here it's safe, here it's warm
Here the daisies guard you from every harm
Here your dreams are sweet and tomorrow brings them true
Here is the place where I love you.

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011

Home is wherever my books are.


Καλησπέρα και καλό σας μήνα.
Με έπιασε τώρα τελευταία να αναπολώ τις αγάπες μου. Τις αιώνιες αγάπες, αυτές που δε θα φύγουν ποτέ-ποτέ.
Χμ, ακόμα δε θυμάμαι καθαρά πώς ακριβώς ξεκίνησα να διαβάζω βιβλία. Νομίζω ήταν επειδή με κορόιδευε ο αδερφός της πρώην κολλητής μου, ο Πέτρος, όταν είχαμε πάει να δούμε το Χάρι Πότερ και τη Φιλοσοφική Λίθο. Ήμουν γύρω στα 6, δεν ήξερα να διαβάζω γρήγορα υπότιτλους. Αλλά θα μάθαινα για να τον εκνευρίσω :Ρ Άρχισα λοιπόν να παίρνω κόμιξ νομίζω. Ναι είναι γελοίο, αλλά ξεκίνησα με κόμιξ. Δεν είχαμε βιβλία στο σπίτι ούτε ήξερα τι σήμαινε το βιβλίο.
Μέχρι που γνώρισα την Αλεξάνδρα. Η Αλεξάνδρα είναι η κολλητή μου τα τελευταία 8-9 χρόνια. Τη γνώρισα το καλοκαίρι από Τρίτη Δημοτικού για Τετάρτη. Όταν γνωριστήκαμε, πήγα σπίτι της, μένουμε απέναντι. Εκεί, γνώρισα τη μεγάλη της αδερφή. Την Ανθή. Με είχε ρωτήσει αν διαβάζω βιβλία. Χαμογέλασε όταν απάντησα αρνητικά και μου έδωσε ένα χιλιοδιαβασμένο βιβλίο με ψιλοσκισμένο εξώφυλλο. Ο Χάρι Πότερ και η Φιλοσοφική Λίθος. Μη με κατηγορήσετε που μου πήρε 1.5 μήνα να το διαβάσω. Τότε ξεκίνησα. Αλλά το διάβασα. Και μετά το δεύτερο και το τρίτο και το τέταρτο(το οποίο με φόβισε στο νεκροταφείο) και το πέμπτο στα κρυφά και μου πήραν το έκτο δώρο και το έβδομο το αγόρασα πρώτη-πρώτη μόνη μου. Από τότε όμως που άρχισα να διαβάζω, έχω γεμίσει τη βιβλιοθήκη μου. Πρέπει να έχω πάνω από 100 βιβλία. Η προφητεία της Πέτρας, ο Μικρός Πρίγκιπας, ο Αλχημιστής, το Εγχειρίδιο ενός Πολεμιστή του Φωτός, Τα χρονικά του Σπάιντεργουικ, κάποια της Τζάκλιν Ουίλσον, ένα Ντοστογέφσκι, τα πέντε από τα έξι του Vampire Academy, τα 4 από τα 6 του The Mortal Instruments, την τριλογία των Αγώνων Πείνας, μία ποιητική συλλογή Καβάφη-Πεσσόα, τη Μάγισσα του Μπλιθόρ και κάμποσα άλλα, άλλα το ίδιο και άλλα λιγότερο αγαπημένα.
Δεν είναι όμως αυτή η ανάρτηση για να μετρήσω τα βιβλία μου, αυτό θα γίνει άλλη φορά-ναι, δεν το γλιτώνετε. Απλά σήμερα θέλω να περιγράψω τη μαγεία που νιώθω όταν ‘‘κρύβω τη μύτη μου συνεχώς πίσω από ένα βιβλία’’, όπως το θέτει ο πατέρας μου.
Τα βιβλία σημαίνουν πολλά για εμένα. Είναι σα μυστικά που περιμένουν να ειπωθούν. Κρυμμένα μέσα σε ένα σκονισμένο ράφι ή θαμμένα κάτω από ένα σωρό ασιδέρωτων ρούχων. Ξεχασμένα από τα παιδιά εξαιτίας της τηλεόρασης και των παιχνιδιών, θεωρούμενα τγέ μπανάλ και χάσιμο χρόνου από τους μεγάλους. Πάντα λένε πως δεν έχουν χρόνο να τα διαβάσουν… Οπότε αυτά κάθονται, δίπλα το ένα στο άλλο, παγωμένα, μόνα τους και ξεχασμένα. Σε κάθε μπανταρισμένο αντίτυπο, σε κάθε κιτρινισμένη, τσαλακωμένη και μερικές φορές λερωμένη σελίδα κρύβονται ιστορίες κόσμων που δεν περίμενες ποτέ σου να υπάρξουν. Και απλά μένουν εκεί, στο ράφι, μέχρι να τα μετακινήσεις σε κάποιο άλλο σπίτι.
Ωστόσο, μερικοί ξέρουμε καλύτερα. Τα βιβλία αναπνέουν, είναι ζωντανά. Όταν έχει πέσει σκοτάδι, ο υπόλοιπος κόσμος έχει κοιμηθεί και οι σκέψεις μας κυλάν χωρίς σταμάτημα στο μυαλό μας αυτά μας ψιθυρίζουν από την άλλη άκρη του δωματίου, λέγοντάς μας να τα πάρουμε στα χέρια μας, να τα ανοίξουμε. Προσφέρουν ένα μέρος όπου μπορείς να τρέξεις όταν τα πόδια σου φοβούνται να κουνηθούν. Ένα μέρος να κρυφτείς όταν ο κόσμος έξω από το παράθυρό μας φαίνεται σκοτεινός και πολύ πραγματικός.  Βρίσκουμε τους εαυτούς μας κρυμμένους ανάμεσα στις σελίδες και στους πόνους ή τις νίκες των χάρτινων εαυτών μας. Υπάρχει δύναμη να μοιραστεί, απώλειες που πρέπει να τις θρηνήσουμε, μάχες να κερδίσουμε. Υπάρχουν περισσότερα όνειρα και αγάπες και ψέματα από όσα θα μπορούσαμε να αντέξουμε έξω από τις κιτρινισμένες αυτές σελίδες.
Τσαλακωμένες στην άκρη σελίδες και ‘‘σπασμένη’’ η ραχοκοκαλιά του βιβλίου από το ξανά-διάβασμα της ιστορίας του πρίγκιπα με τη σπασμένη καρδιά ξανά και ξανά αργά το βράδυ, όταν βρέχει και όταν η ίδια η δική σου η καρδιά είναι σπασμένη σε χιλιάδες μικροσκοπικά κομμάτια. Έχουν λεκέδες από τσάι και βιαστικά γραμμένα σημειώματα σε κάποιο περιθώριο. Ίσως και κομματάκια από κέικ, μαζί με το αποτύπωμα των χειλιών μας σε μία ένδειξη αληθινής αγάπης.
Στα βιβλία μας βρίσκουμε νέους κόσμους. Βρίσκουμε δύναμη και θάρρος, πράγματα που δεν είχαμε παλιότερα. Βρίσκουμε έναν ώμο για να κλάψουμε πάνω του και χέρια που θα σκουπίσουν με προσοχή και τρυφερότητα τα δάκρυα. Βρίσκουμε τον ιππότη μας μέσα στην αστραφτερή στολή του, την πριγκίπισσά μας μέσα στον πύργο και τα βασίλειά μας, στα οποία μπορούμε να τρέξουμε. Βρίσκουμε τις δικές μας ιστορίες, τις δικές μας λέξεις, λέξεις που δεν ξέραμε ποτέ πως θέλουμε να πούμε.
Λυπούμαστε τους ανθρώπους που δε διαβάζουν, ή που λένε πως δεν διαθέτουν τον χρόνο να το κάνουν. Γελάμε όταν άνθρωποι λένε «Είναι απλώς ένα βιβλίο.» ή «Τι τα θες τα δύο αντίγραφα από αυτό;» γιατί για εμάς κάθε βιβλίο περιέχει μικρές, μικροσκοπικές διαφορές που το καθιστούν μοναδικό. Ξέρουμε τη μαγεία που περιέχουν τα βιβλία. Ξέρουμε πόσο μεγάλη είναι η σημασία τους. Ακόμα και αν οι υπόλοιποι τα έχουν πετάξει μακριά τους.


Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2011

It shines in the dark


Ακόμα δε μπορώ να καταλάβω αυτό το παράξενο συναίσθημα που με πιάνει.
Γιατί ένα μολύβι 4Β σημαίνει τόσα πολλά; Γιατί η μυρωδιά του χαρτιού είναι τόσο ξεχωριστή; Γιατί αγαπώ τον ήχο που κάνει η ξυλομπογιά, όταν τρίβεται πάνω στο χαρτί, αφήνοντας πίσω του ένα ποτάμι χρώματος.
Δε θυμάμαι καν πότε άρχισαν τα χρώματα να έχουν τόση σημασία. Μου έχουν πει πως πρώτη φορά έπιασα χρώματα στα χέρια μου όταν ήμουν 2 ετών. Μου τους είχε αγοράσει ο αδερφός μου, με τον πρώτο του μισθό από την part-time δουλειά του. Είχα βάψει τους τοίχους. :Ρ
Δε ξέρω πότε με άφησαν να ξαναπιάσω χρώμα στα χέρια μου. Με θυμάμαι πάντως από όταν ήμουν 5 να έχω όλη την ώρα μαρκαδόρους στα χέρια. Και ένα μπλοκ στη μασχάλη. Με κορόιδευαν για αυτό στον παιδικό. Γιατί να μην κοροϊδέψουν άλλωστε; Ποιο παιδί ζωγραφίζει συνέχεια;
Δε με πτόησε ωστόσο. Και στην Πρώτη Δημοτικού ζωγράφιζα. Και στη Δευτέρα, είχα φτιάξει όοοοολα τα Πόκεμον παρέα με το Στέλιο και τη Χαριτίνη στο ολοήμερο. Στην Τρίτη, την Τετάρτη, την Πέμπτη και την Έκτη η κατάσταση έγινε τρελή. Ειδικά δε στην περίοδο Τρίτη-Τετάρτη. Πήγαινα σε εργαστήρι τέχνης και έκανε μάθημα ο κύριος Νίκος. Τι καλός γαμώτο. Πάντα χαμογελαστός, να με βοηθά να ανακατέψω την ακουαρέλα κατάλληλα για να μου βγει η σωστή απόχρωση, για να μου δείξει να χρησιμοποιώ σωστά το 4Β, για να φτιάξει το φωτισμό της λάμπας, ώστε να βοηθηθώ με την απόχρωση. Ήταν τα δύο πιο ευτυχισμένα χρόνια της ζωής μου πιστεύω. Πήγαινα αγγλικά με τη χαρά πως αμέσως μετά θα κατέβαινα τη σκάλα και θα ορμούσα στο υπόγειο εργαστήρι για να συνεχίσω το ‘‘έργο’’ μου στον καμβά μου.
Μετά, έκλεισε :(
Όταν πήγα Γυμνάσιο όμως κατάλαβα πως τα πράγματα δε θα ήταν όπως στο Δημοτικό. Το να είσαι περίεργος, ενώ είσαι μεγαλύτερος, είναι μειονέκτημα και η κοροϊδία είχε φτάσει σε σημείο που δεν αντέχονταν. Δε μπορούσα, δεν άντεχα να κλαίω συνέχεια και συνέχεια επειδή δε με δέχονταν για αυτό που είμαι. Οπότε απλά παράτησα τα χρώματα και τα χαρτιά μου για να βρω φίλους.
Δεν έπιανα μολύβι στα χέρια μου. Τα χρώματά μου ήταν κάπου σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης-ιδέα δεν είχα πού. Τα φύλλα απλά ήταν μέσα στο κουτί, το οποίο μόνο αράχνες δεν είχε πιάσει.
Άρχισα να ζωγραφίζω λίγο ξανά στην Τρίτη Γυμνασίου, αλλά τίποτα ιδιαίτερο. Μόνο ένα-δύο άνιμε θυμάμαι ότι έφτιαξα συμπαθητικά καλά κάπου στο Μάρτιο της Α’ Λυκείου. Μέχρι το καλοκαίρι της Α’ Λυκείου για Β’ που λόγκαρα στο HarryWorld.
Μέχρι που με άφησε άναυδη το ταλέντο του Θάνου στις προσωπογραφίες και της Μαρίας στα κτήρια.
Μέχρι που κατάλαβα τι έχανα.
Στην αρχή ήταν δύσκολο. Ένιωθα το μολύβι βαρύ στο χέρι μου. Είχα ξεσυνηθίσει. Δεν έβρισκα τα 4Β μου-τα είχα πετάξει. Είχα όμως φύλλα και ξυλομπογιές.
Πήρε καιρό να ξαναβρώ ένα ρυθμό. Ξεκίνησε με χαζό anime fan art του Harry Potter. Μετά, συζήτησα με το Θάνο και θυμήθηκα πόσο αγαπούσα να ζωγραφίζω στο εργαστήρι με μολύβι μόνο συνθέσεις. Ξεκίνησα λοιπόν και έκανα ένα έργο της Frances. Έκανα κάποια anime, οι προσπάθειες να γίνω καλύτερη γίνονταν εντονότερες.
Έφτιαξα και άλλες ζωγραφιές της Frances. Και εντελώς ξαφνικά, λόγω του Harry Potter, λόγω αυτής της ταινίας που τελειώνει, σηματοδοτώντας το τέλος μίας ολόκληρης επικής εποχής για εμένα, ξεκίνησα και το fan art. Στην αρχή ήταν μόνο για Harry Potter, αλλά πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις: Vampire Academy, The Mortal Instruments/The Infernal Devices, Hunger Games, The Caster Chronicles.
Και οκέι, ξέρω ότι παρότι παραπονιέμαι που καταστράφηκε ένα όνειρο ζωής μιας και δε θα μπω ποτέ σε καλών τεχνών-γιατί ποιος θα πλήρωνε για να γίνει το παιδί του καλλιτέχνις;- ξέρω ότι θέλω πολύ δουλειά ακόμα.
Και μισώ τον τότε εαυτό μου, αυτό το υπερφίαλο, άβουλο ον που σταμάτησε να γεμίζει χαρτιά με πινελιές και χρώμα.
Ήταν το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου. :| Ώρες-ώρες είμαι τόσο ηλίθια -.-’

Όλες μου τις ζωγραφιές θα τις βρείτε στην gallery μου στο deviantART: http://lunalove2.deviantart.com/gallery/

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011

Colore Grigio


Τα χρώματα έχουν φύγει. Δεν υπάρχουν πια. Μόνο γκρι, μαύρο, άσπρο. Οι αποχρώσεις του γκρι ποικίλουν αναλόγως με το χρώμα που αντικαθιστούσαν παλιά. Το μπροντό έχει γίνει ένα γκρι πολύ σκοτεινό, σχεδόν μαύρο, αλλά όχι ακριβώς μαύρο, ενώ το απαλό παιδικό γαλάζιο του ουρανού έχει γίνει ένα ανοιχτόχρωμο γκρι, που θυμίζει τα σύννεφα που έχουν μόνο λίγο νερό μέσα τους. Το άσπρο έμεινε άσπρο και το μαύρο μαύρο. Τουλάχιστον αυτό είναι κάτι που έμεινε σταθερό.
Δεν καταλαβαίνει πού πήγαν τα χρώματα. Δεν καταλαβαίνει ποιος τα πήρε. Δεν μπορεί να δει όμως τίποτα πέρα από αυτά τα τρία μονότονα, ανιαρά χρώματα.
Η ζωή, όπως και τα χρώματα, έχει επίσης εξαφανιστεί. Σχολείο, διάβασμα, φροντιστήριο, διάβασμα, διάβασμα, φαγητό, ύπνος, διάβασμα, σχολείο και ούτω κάθε εξής. Οι ήχοι σταμάτησαν επίσης να έχουν αυτή την ξεχωριστή μαγεία που είχαν, τα τραγούδια που με τόσο αγάπη άκουγε έχουν χάσει πια το νόημά τους, οι στίχοι μπερδεύονται μέσα στο μυαλό της και έχουν πάψει να σημαίνουν αυτό το κάτι ιδιαίτερο, αυτό το κάτι που καθιστούσε το εκάστοτε τραγούδι ξεχωριστό.
Μα αυτό που την τρομάζει πιο πολύ είναι ο ίδιος της ο εαυτός. Δε μπορεί πια να φανταστεί. Δε μπορεί να εκφραστεί. Για εκείνη, ο φανταστικός της κόσμος ήταν τα πάντα. Μικρή κλείνονταν στη ντουλάπα και μίλαγε με το φανταστικό της φίλο για τη μέρα της. Ζωγράφιζε, μέχρι να χαθούν τα χρώματα και κάθε ζωγραφιά είχε τη δική της ξεχωριστή ιστορία, με αρχή μέση και τέλος. Υπήρχε χρώμα στη φαντασία της, ήταν ένα μέρος γεμάτο με αυτά που αγαπούσε, τη μουσική της, τα φανταστικά πλάσματα που παίρνουν σχήμα με ένα μολύβι και χρώμα με μια ξυλομπογιά και όλες μα όλες αυτές τις φανταστικές ιστορίες της ίσως εναλλακτικής πραγματικότητας, τις ιστορίες που άλλοι θα νόμιζαν ονειροπόλημα. Δεν κρύβονταν επίτηδες σε εκείνο τον κόσμο. Δεν προσπαθούσε πάντα να αποφύγει τη στυγνή πραγματικότητα. Απλά ήταν ο χαρακτήρας της ονειροπόλος.
Αλλά έφυγε και αυτό. Ήταν σα να χάθηκε η φαντασία της. Τα όνειρά της έφυγαν. Σα να πέθανε ένα μεγάλο μέρος του εαυτού της, ένα μέρος που καθόριζε πια πραγματικά ήταν αυτή, που την έκανε αυτό που ήταν, που ήταν ίσως ο πυρήνας, το πιο κύριο συστατικό του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς της. Δεν ήταν πια εκείνη. Ήταν μία άλλη, ίσως.
Γιατί; Αυτό το ερώτημα έκαιγε το μυαλό της. Πού πήγε εκείνο το ξεχωριστό εσωτερικό της στοιχείο, αυτή η φλόγα που την έκανε αυτή που ήταν;
Δε μπορούσε να βρει απάντηση.
Όλα τόσο μπερδεμένα.
Όλα τόσο μπερδεμένα.
Σαν ένα κουβάρι από κλωστές.
Δε θυμάται ούτε το σήμερα, ούτε το χθες.
Είναι μία ξένη
Που κατοικεί
Στο σώμα το δικό της
Δεν αναγνωρίζει
Τον εαυτό της
Δε μπορεί να ονειρευτεί
Δε μπορεί να φανταστεί
Δε μπορεί να ελπίσει
Πού πήγαν αυτά τα ανόητα χρώματα;
Ανόητα χρώματα
Γυρίστε πίσω

Βρήκε μία κοπέλα μία μέρα. Είχε… είχε χρώμα. Χρώμα στα μαλλιά, στα ρούχα, στα μάτια. Ήταν ένα κινητό ουράνιο τόξο.
‘‘Γιατί έχεις χρώμα…;’’ ρώτησε με ζήλια.
Ήθελε και εκείνη το χρώμα. Το ήθελε. Μισούσε το γκρι.
‘‘Γιατί δεν τους άφησα να κάνουν αυτό που έκαναν σε εσένα’’
‘‘Τι έκαναν σε εμένα;’’
‘‘Σε πίεσαν και σου πήραν τα όνειρα. Στα έκλεψαν. Ένας άνθρωπος χωρίς όνειρα, χωρίς ελπίδες, είναι ένας άνθρωπος χωρίς χρώμα.’’
‘‘Ποιοι τα έκλεψαν;’’
‘‘Αυτοί. Οι μεγάλοι. Αυτοί που δε νοιάζονται για τίποτα παρά μόνο για τον εαυτό τους.’’
‘‘Μα γιατί;’’
‘‘Γιατί έχασαν τα δικά τους χρώματα καιρό πριν. Πούλησαν τα όνειρά τους για ένα τίποτα. Και τώρα παίρνουν και τα δικά μας χρώματα.’’
‘‘Αυτό είναι άδικο.’’
‘‘Είναι. Θέλουν να μας κάνουν να πονέσουμε, όπως πόνεσαν και εκείνοι. Θέλουν να μας δώσουν τα δικά τους όνειρα για να ευχαριστηθούν εκείνοι. Θέλουν ό,τι εμείς δε θέλουμε. Θέλουν να μας πάρουν τα πάντα’’
‘‘Δε μπορούμε να το αλλάξουμε αυτό;’’
‘‘… Όχι. Όχι τελείως. Μπορείς όμως να προσπαθήσεις να πάρεις τα όνειρά σου.’’
‘‘Αλήθεια;’’
‘‘Απλά προσπάθησε να ζωγραφίσεις ξανά. Ίσως όλα να γίνουν καλύτερα έτσι.’’
‘‘Ίσως.’’
‘‘Ζωγράφισε χαμόγελα. Ζωγράφισε ήλιους. Ζωγράφισε την ελπίδα. Πρέπει να μεταδώσουμε την ελπίδα.’’
‘‘Την ελπίδα για τι;’’
‘‘Για ένα καλύτερο όνειρο, για ένα καλύτερο αύριο. Για ένα αύριο με χρώμα’’


Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011

Aoi Hana


«Σέλεστ;».
Η Πόιζον ήταν πάνω από το θρανίο της Σέλεστ και την κοιτούσε πολύ ανήσυχα με τα κόκκινα φρύδια της ενωμένα σε μία γραμμή ανησυχίας. Πολλοί συμμαθητές της ήταν τριγύρω και κοιτούσαν παραξενεμένοι, ενώ μερικοί που την ήξεραν λίγο καλύτερα, ανήσυχοι. Οι δίδυμοι Σκαμάντερ ήταν ακόμα πιο ανήσυχοι από την Πόιζον. Ο Λύσανδρος είχε κάτσε δίπλα στη Σέλεστ και την κοίταγε αγχωμένος, ενώ ο Λόρκαν ήταν καθισμένος στο θρανίο. Η Σέλεστ ήταν λαχανιασμένη, σα να είχε τρέξει πολλά χιλιόμετρα σε πέντε λεπτά και ένιωθε τις παλάμες της ζεστές και υγρές από τον ιδρώτα ενώ ένιωθε μερικές τούφες από τα λιτά μαλλιά της να κολλάνε στο σβέρκο της. Ήταν σχεδόν σίγουρη πως τα μάτια της όταν κοίταξε την Πόιζον ήταν γαλάζια αλλά δεν την ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή.
Η έκφραση της Πόιζον από ανησυχία μετατράπηκε σε κάτι ενδιάμεσο της έκπληξης και του τρόμου. «Σέλεστ… είσαι καλά;»,τη ρώτησε η καθηγήτρια των Φίλτρων.
Η Σέλεστ ένιωσε ένα ελαφρύ πόνο στα μάτια και κατάλαβε πως έγιναν πάλι μελί. «Όχι. Κυρία Πόιζον, μπορώ να πάω στο αναρρωτήριο;»,ρώτησε η Σέλεστ.
«Ναι, Θορν. Θα έρθω μετά το μάθημα να δω πως είσαι.»,είπε η Πόιζον και έφυγε από το θρανίο της Σέλεστ. «Όλοι στα θρανία σας παιδιά. Έχουμε και ένα φίλτρο να φτιάξουμε.».
«Καλή ανάρρωση Σέλεστ.»,είπε ο Λόρκαν και η Σέλεστ, παίρνοντας βιαστικά την τσάντα της μαζί της, βγήκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε από την ψυχρή αίθουσα των Φίλτρων.
Δεν είχε κάνει πολλά βήματα όταν ακούμπησε στον τοίχο σχεδόν κουρασμένη και ένιωσε τα πόδια της να λυγίζουν. Δεν ήταν η απειλή που υπήρχε περίπτωση να έρθει στο Χόγκουαρτς. Ούτε το γεγονός πως υπήρχαν στο σχολείο της χρήστες ‘‘Σιωπηλής Μαγείας’’ που δεν ήξερε καν τι είναι. Στην πραγματικότητα, δεν τα ‘χε σκεφτεί καν αυτά από τη στιγμή που το όραμά της τελείωσε. Δεν την ένοιαζαν καθόλου. Το μόνο που τριγύριζε στο κεφάλι της, αυτό που την έκανε εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή να τρέμει σύγκορμη και να νιώθει τη γη να κουνιέται κάτω από τα πόδια της, ήταν το ονοματεπώνυμό της. Ορόρα Ουάν. Ουάν. Ουάν. Πριν δεκάξι περίπου χρόνια η Σελέν Ουάν, είκοσι ενός χρόνων παντρεύτηκε τον Τσάρλι Θορν και κάμποσους μήνες αργότερα γεννήθηκε ένα υγιές μωρό. Η Σέλεστ Θορν.

*   *   *

«Μαμά; Ήρθαμε!»,ήταν οι πρώτες κουβέντες της Σέλεστ.
Είχε ανοίξει την πόρτα και η γνώριμη ελαφριά μυρωδιά από ψημένα κουλουράκια εισέβαλε στη μύτη της. Στο χολ του σπιτιού τους βρήκε τον καλόγερο με τα μπουφάν, τις ομπρέλες και τα παλτό της οικογένειας και κάποιες κινούμενες φωτογραφίες από το γάμο των γονιών της. Πίσω της ερχόταν ο Τόμας, ουσιαστική κρυμμένος μέσα σε ένα τεράστιο παλτό και τυλιγμένος με το χρυσοκόκκινο κασκόλ του Γκρίφιντορ.
«Σέλεστ!».
Σαν αστραπή, μία μικρή φιγούρα έπεσε γρήγορα πάνω της και την αγκάλιασε. Πρόλαβε να δει μία μάζα από σγουρά μαύρα μαλλιά, όταν ο Κρις έπεσε πάνω της.
«Μου έλειψες τόσο πολύ Σέλεστ!»,είπε ο Κρις.
Ο Κρις Θορν ήταν εννιά χρονών και είχε τα ίδια περίπου γκρίζα μάτια με τον Τόμας.
«Τόμας!»,συνέχισε ο Κρις ακάθεκτος και όρμισε στο μεγαλύτερο αδερφό του που μόλις είχε μπει γεμάτος νιφάδες χιονιού στο σπίτι. Τον αγκάλιασε και εκείνον και ο Τόμας του ανακάτωσε τα μαλλιά.
«Καλώς ήρθατε παιδιά.»,ακούστηκε μία γνώριμη και ελαφρώς κουρασμένη φωνή.
Η Σέλεστ γύρισε. Η Σελέν Θορν είχε τα μαύρα ίσια μαλλιά της πιασμένα κότσο και τα γκρίζα μάτια της ήταν πίσω από τα μπλε γυαλιά της. Η κοιλιά της είχε φουσκώσει πάρα πολύ από το Σεπτέμβριο και γενικότερα η Σέλεστ συνειδητοποίησε πως η μητέρα της ήταν κουρασμένη.
Η Σέλεστ αγκάλιασε σφιχτά τη μητέρα της. Της είχε λείψει.
«Γεια μαμά. Πες μου πως δεν πας στο Υπουργείο σε αυτή την κατάσταση.»,είπε η Σέλεστ.
Η μητέρα της χαμογέλασε. Όλοι ήξεραν πως ήταν μανιακή με τη δουλειά της και δεν ήθελα να χάνει μέρα. «Όχι, άφησα κάποιον άλλον στο πόστο μου.».
«Ευχαριστώ που βοηθάτε με τις αποσκευές παιδιά.»,είπε ο πατέρας τους που μπήκε μέσα εκείνη τη στιγμή.
Στο ένα χέρι κράταγε το καλάθι με τον γάτο της Σέλεστ και το κλουβί με την κουκουβάγια του Τόμας ενώ στο άλλο κράταγε το ραβδί του, το οποίο κρατούσε υπερυψωμένα μαγικά τα μπαούλα των παιδιών. Στις καστανόξανθες μπούκλες του υπήρχαν νιφάδες χιονιού και παρότι αυτό που είπε ακούστηκε σαν παράπονο, τα μάτια του που είχαν μία ανοιχτή απόχρωση μελιού γελούσαν.
«Τσάρλι άσε τα παιδιά ήσυχα!»διαμαρτυρήθηκε η Σελέν. «Τόμας, Σέλεστ, το δείπνο είναι σχεδόν έτοιμο. Πηγαίνετε να κάνετε μπάνιο και να αλλάξετε και ελάτε για φαγητό.».

«Κρις, είναι ώρα για ύπνο γλυκέ μου.»,είπε η Σελέν.
Η οικογένεια Θορν κάθονταν στο σαλόνι του σπιτιού. Το τζάκι ήταν αναμμένο. Κάτι κάδρα ζωγραφικής κρέμονταν στους τοίχους στο χρώμα της ώχρας και κινούνταν φυσικά, όπως όλα τα μαγικά κάδρα. Η Σελέν διάβαζε ένα βιβλίο και κουνούσε αφηρημένα το ραβδί της για να κάνει δύο βελόνες πλεξίματος να κινηθούν, πλέκοντας ένα άσπρο κασκόλ. Ο Τσάρλι Θορν είχε στήσει μία παρτίδα μαγικού σκακιού με τη Σέλεστ, ενώ ο Κρις κάθονταν και άκουγε μαγεμένος τις περιπέτειες του Τόμας στο σχολείο.
«Έλα μαμά! Ακόμα δε μου είπα ο Τόμας πώς κατάφερε να ξεφύγει από τον επιστάτη την ώρα που ήταν στον απαγορευμένο όροφο με τον Τίμοθι!»,διαμαρτυρήθηκε ο Κρις.
«Κρις, ο  Τόμας απλά τα φαντάζεται όλα αυτά.»,είπε η Σέλεστ με πειρακτικό τόνο. «Είναι ο μόνος Γκρίφιντορ που δεν έχει τα κότσια να αντιμετωπίσει ένα Μπόγκαρτ χωρίς τη βοήθεια της αδερφής του, θα τριγυρνά στους απαγορευμένους διαδρόμους;».
Ο Τόμας έριξε μία σκοτεινή ματιά στην αδερφή του. «Μάθε πρώτα να μεταμορφώνεις το βάζο σε πιάτο και μετά μίλα.».
Η Σέλεστ ήταν έτοιμη να απαντήσει αλλά επενέβη ο Τσάρλι. «Παιδιά, να τσακώνεστε στο Χόγκουαρτς. Κρις, η ώρα είναι δώδεκα και μισή. Ο Τόμας θα είναι εδώ και αύριο. Πήγαινε για ύπνο.».
Ο Κρις μούτρωσε. «Καλά.»,είπε και καληνύχτισε τους γονείς και τα αδέρφια του.
«Μπαμπά, μπορούμε να παίξουμε μαζί σκάκι τώρα;»,ρώτησε ο Τόμας, πιο πολύ κοιτάζοντας τη Σέλεστ, παρά τον πατέρα του. «Θέλω να μπω στη Λέσχη Μαγικού Σκακιού του Γκρίφιντορ και θέλω εξάσκηση για αυτό.».
Η Σέλεστ χαμογέλασε στον αδερφό της και σηκώθηκε από την καρέκλα για να τον αφήσει να πάρει τη θέση της, αντιμέτωπος με τον πατέρα τους. Η Σέλεστ καθώς δεν είχε κάτι να κάνει και δεν νύσταζε, πήρε ένα μπλοκ σχεδίου, μία πένα και μελάνι για να ζωγραφίσει. Έκλεισε τα μάτια και το πρώτο που της ήρθε στο μυαλό ήταν το πρόσωπο μία γυναίκας. Η Ορόρα Ουάν. Άνοιξε τα μάτια και πλέον βρίσκονταν στον κόσμο της και ίσα που άκουγε το τρίξιμο της πένας που ακουμπά το λεπτό φύλλο χαρτιού ή τον ήχο από τα ξύλα που καίγονταν. Όταν τελείωσε και άφησε την πένα κάτω, τα δάχτυλά της ήταν γεμάτα μελάνι. Αλλά δεν την ένοιαζε. Μπροστά της είχε ένα σκίτσο που έμοιαζε υπερβολικά πολύ με την Ορόρα Ουάν. Ευτυχώς που ήξερε να ζωγραφίζει. Η Ορόρα χαμογελούσε όπως χαμογελούσε πάντα στα οράματα της. Με αυτοπεποίθηση και ελαφριά ειρωνεία ενώ το βλέμμα της ήταν παγερό και αλαζονικό.
«Μαμά;»,ρώτησε η Σέλεστ. Η μητέρα της ήταν χαμένη στα βάθη του βιβλίου της.
«Ναι καλή μου;»,ρώτησε αφηρημένα η Σελέν.
«Άσε λίγο το βιβλίο. Σε παρακαλώ. Είναι σημαντικό.»,είπε η Σέλεστ παρακλητικά.
Η Σελέν δε μπορούσε να αγνοήσει το σοβαρό τόνο στη φωνή της κόρης της. Άλλωστε είχε δει το βλέμμα της Σέλεστ νωρίτερα. Ήταν τόσο σοβαρό, σα να είχε ωριμάσει πριν την ώρα της και φαινόταν να την απασχολεί έντονα κάτι. Άφησε το βιβλίο στο τραπεζάκι δίπλα της και σταμάτησε το πλέξιμο με ένα κούνημα του ραβδιού της. «Σε ακούω Σέλεστ.»,είπε η Σελέν.
Η Σέλεστ πήγε δίπλα στη μητέρα της και έκατσε στο μπράτσο της πολυθρόνας. «Μαμά, ξέρεις ποια είναι αυτή;»,ρώτησε και έδειξε στη μητέρα της τη σελίδα του μπλοκ όπου βρίσκονταν η Ορόρα Ουάν.
Η Σελέν στην αρχή κοίταγε με περιέργεια τη ζωγραφιά. Κάτι της φαινόταν ιδιαίτερα γνωστό και απίστευτα οικείο. Μετά, πήρε απότομα το μπλοκ από τα χέρια της κόρης της και τα μάτια της μεγάλωσαν από την έκπληξη. Οι γραμμές του προσώπου της εικονιζόμενης γυναίκας, λίγα χρόνια μικρότερή της ήταν τόσο γνωστές. Η καρδιά της Σελέν άρχισε να χτυπά δυνατά και τότε συνειδητοποίησε τα πάντα. Ήταν σαν να έβλεπε τη γυναίκα μπροστά της. Τα μαλλιά της είχαν ένα γνώριμο ξανθό ανοιχτό χρώμα και ακούμπαγαν τους ώμους, τα μάτια της είχαν το χρώμα του μελιού, το δέρμα της ήταν κατάλευκο. Ήταν μία γυναίκα που ήταν  μαζί της σχεδόν δεκαεννέα χρόνια στο σύνολο. Η Ορόρα, σκέφτηκε η Σελέν και ένιωσε ένα δάκρυ να κυλά ασυναίσθητα στο μάγουλό της.
«Έλα, Σέλεστ.»,είπε η Σελέν σχεδόν ψιθυριστά.
«Να έρθω πού;»,ρώτησε με απορία η Σέλεστ καθώς είδε τη μητέρα της να σηκώνεται από την πολυθρόνα.
«Στη σοφίτα. Έχω κάτι να σου δείξω.»,είπε η Σελέν. «Και μία ιστορία να σου πω.».

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2011

True Colors

Ναι, οκέι, το έχω ξαναμελετήσει το θέμα, αλλά είναι πρόσφατο και θα ήθελα να ξαναμιλήσω για αυτό, μιας και μου έχει έρθει ως ιδέα για τη συμμετοχή μου σε ένα Πανελλήνιο Διαγωνισμό Συγγραφής Διηγήματος. Plus, έχω πωρωθεί με το gLee, άκουσα ένα τραγούδι και το χρησιμοποιώ. Και τέλος, ήταν μέρος μία από τις πολλές συζητήσεις με ένα άτομο αρκετά σημαντικό.
Πιστεύω ότι όλοι μας έχουμε περάσει αυτή τη φάση. Τη φάση που γινόμαστε άλλοι. Υποχείρια μίας μόδας, μίας παρέας, υποχείρια μίας "δύναμης" ανώτερη ίσως. Προσωπικά, τρία χρόνια στο Γυμνάσιο, δεν ήμουν εγώ. Τουλάχιστον εγώ όπως είμαι τώρα.
Προσπαθούσα να γίνω μία άλλη. Προσπαθούσα να ντυθώ αλλιώς, όπως οι συμμαθήτριές μου, να ακούω άλλη μουσική, δεν διάβαζα τόσα εξωσχολικά, ούτε που ζωγράφιζα. Και αυτά για να γίνω αρεστή. Είχα βαρεθεί τη μοναξιά και είχα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο εαυτός μου, η προσωπικότητά μου είναι βαρετή και αποθητική, οπότε έπρεπε, αφού δεν μπορούσα να αλλάξω το μέσα, όχι τελείως τουλάχιστον, να αλλάξω το έξω για να αποκτήσω φίλους.
Ούτε και τότε το κατάφερα. Γιατί όπως είπα, το μέσα δεν αλλάζει. Το υποστηρίζει και ο Πλάτωνας στην Πολιτεία του. Η φύσις του ανθρώπου, τα ελλατώματα και τα πλεονεκτήματά του, μπορούν να καλλιεργηθούν και να βελτιωθούν, να γίνει λίγο καλύτερος ή χειρότερος, αναλόγως με τις συνθήκες, αλλά η ουσία, αυτό το κεντρικό, δεν αλλάζει. Η φύσις μένει ίδια. Είναι σαν να είναι ο χαρακτήρας μας ένα τετράγωνο. Οι γωνίες του ίσως, αναλόγως με τα βιώματα και τις εμπειρίες θα μπορούσαν να γίνουν πιο στρογγυλές, ή να κοπούν και να καταλήξει να είναι ένα παράξενο στρογγυλεμένο τετράγωνο ή ένα πρωτότυπο άνισο πολύγωνο, αλλά ωστόσο, δε θα έπαυε να έχει την τετραγωνισμένη του μορφή. Το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί με κάθε χαρακτήρα, με κάθε σχήμα. Τέλος πάντων, προφανέστατα, ο μη normal χαρατκήρας μου δεν προσελκύει και πολύ κόσμο.
Έχει να κάνει κατά κύριο λόγο πως είμαι, όπως και πολλοί άλλοι, διαφορετική. Δε ζούμε όλοι μας στον εικονικό κόσμο, σε αυτόν που ζούσαν-και ζουν- οι συμμαθητές μου. Ζούμε ίσως σε μία δική μας σφαίρα, με σύννεφα ίσως, μερικοί τη λένε και Ουτοπία. Είναι η σφαίρα των ελαφρώς διαφορετικών ανθρώπων. Αυτών που ερωτεύονταο χαρακτήρες βιβλίων και κλαίνε όταν πεθαίνει ο αγαπημένος τους χαρακτήρας βιβλίου και ζωγραφίζουν κεραυνούς στο κεφάλι τους όταν πάνε σε ΧαριΠοτερική πρεμιέρα και γράφουν fan fictions και ποιήματα και ζωγραφίζουν και τραγουδούν και δεν ντύνονται συχνά σύμφωνα με τη μόδα.
Αλλά το θέμα είναι πως κανείς σε αυτή τη σφαίρα. Υπάρχουν κι άλλοι. Και άλλοι που ονειρεύονται, και άλλοι που γελάνε με μία αστεία ατάκα ενός συγγραφέα και άλλοι που ανατριχιάζουν με ένα ποιήμα και άλλοι που διαβάζουν Ντοστογέφσκι και αναθεωρούν απόψεις. Κανείς δεν είναι μόνος. Γιατί όπως είπε και η Quinn, υπάρχουν άτομα που θα σε δεχτούν.
Ποιο το νόημα να προσπαθείς να ταιριάξεις με μία μάζα άχρωμη και άοσμη και και και; Απλά δεν είσαι σαν αυτούς. Πολλοί δεν είναι σαν αυτούς. Παρότι όλοι μας είμαστε προσωπικότητες ξεχωριστές, και μάλιστα μερικοί υπερβολικά ενδιαφέροντες, λίγοι έχουν το κουράγιο να βγουν έξω και να το δείξουν. Συνήθως γίνονται θύματα πειραγμάτων. Αλλά δεν έχει σημασία.
Γιατί να έχει; Έχουμε αποδεχτεί τον εαυτό μας όταν το κάνουμε αυτό. Έχουμε δεχτεί το γεγονός πως, ναι, έτσι είμαστε. Και για αυτό νιώθουμε καλύτερα. Γιατί, όπως είπε ο Μπουσκάλια, δε μπορούμε να γίνουμε μπανάνες, που τις τρώνε οι περισσότεροι, όταν είμαστε ροδάκινα. Είναι τρομερό χάσιμο ενέργειας να προσπαθείς να είσαι μπανάνα. Καλύτερα να είσαι ροδάκινο και κάποια στιγμή, κάπως, θα βρεθεί ένα άτομο, και μετά κι άλλο κι άλλο που θα σε δεχτεί έτσι, επειδή είσαι ένα ροδάκινο και θα αγαπηθείς για αυτό το λόγο: επειδή είσαι ροδάκινο και όχι μία ψεύτικη μπανάνα.
Πίστευα ότι ίσως είναι λίγο δύσκολο να βρεις αυτούς τους ανθρώπους, αυτούς που θα σε αγαπήσουν επειδή είσαι ένα ροδάκινο, αυτούς που δε θα κοιτάξουν αν το τζιν σου είναι Diesel και η μπλούζα σου WESC και τα παπούτσια σου All Star. Αυτούς τους ανθρώπους που θα κοιτάξουν αυτό που είναι μέσα. Αυτό που είναι μέσα, που είναι το πιο σημαντικό, όπως είχε πει και η Αλεπού στον Μικρό Πρίγκιπα. Mais les yeux sont aveugles. Il faut chercher avec le cœur. Αλλά τα μάτια είναι τυφλά. Πρέπει να ψάχνουμε με την καρδιά. Δυστυχώς, λίγα είναι τα άτομα που ψάχνουν με την καρδιά. Οι περισσότεροι, ψάχνωντας με τα μάτια, γίνονται τυφλοί και χάνουν το πιο ουσιώδες.
Ωστόσο, έχω βρεί ανθρώπους που κοιτάνε αυτό, το πιο ουσιώδες, αυτό που είναι αόρατο για τα μάτια. Και πραγματικά, σε αποδέχονται για όλα όσα έχεις. Για τα πάντα. Μπορείς να τους πεις τα πάντα και να μη σε παρεξηγήσουν. Σε δέχονται επειδή είσαι αυτό που είσαι. Επειδή είσαι ένα onigiri μέσα σε ένα καλάθι με φρούτα. Επειδή μπορούν να ξεχωρίσουν το ουέμπόσι σου, παρότι είναι κρυμμένο πίσω στην πλάτη σου. Επειδή είσαι εσύ...
Θέλω να ευχαριστίσω αυτούς τους ανθρώπους που υπάρχουν, πραγματικά :) Ευχαριστώ Αλεξάνδρα, Κωνσταντίνα, Γιάννα, Γιώργο, Θάνο, Μιχάλη, Σαράντη. :)

Είμαι σίγουρη πως και εσείς οι υπόλοιποι θα έχετε κάποιους ανθρώπους που να σας δέχονται για τον εαυτό σας :)

Voici mon secret. Il est très simple: on ne voit bien qu'avec le cœur. L'essentiel est invisible pour les yeux.



You with the sad eyes
don't be discouraged
oh I realize
it's hard to take courage
in a world full of people
you can lose sight of it all
and the darkness inside you
can make you fell so small

But I see your true colors

shining through
I see your true colors
and that's why I love you
so don't be afraid to let them show
your true colors
true colors are beautiful
like a 
rainbow

Show me a smile then

don't be unhappy, can't remember
when I last saw you laughing
if this world makes you crazy
and you've taken all you can bear
you call me up
because you know I'll be there

And I'll see your true colors

shining through
I see your true colors
and that's why I love you
so don't be afraid to let them show
your true colors
true colors are beautiful
like a
rainbow

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2011

Stolen Dreams.

Τους βαρέθηκα, τους μισώ, τους απεχθάνομαι. Μας έχουν διαλύσει. Δεν προσφέρουν παιδεία, έχουν ένα τίποτα από κράτος και πολιτισμό και απλά τώρα μας καταδικάζουν.
Πώς να εκπληρώσω τα όνειρά μου όταν δε μπορώ να πληρώσω για αυτά; Τα φροντιστήρια κοστίζουν παραπάνω από ένα μέσο μηνιαίο...Αλλά δε σε ενδιαφέρει εσένα κυρία Διαμανατοπούλου, ε; Το παιδί σου λαμβάνει δωρεάν παιδεία παντού και έχεις χεστεί στο χρήμα. Μπορείς να το προσφέρεις ένα μέλλον.
Εγώ τι όνειρα να κλέψω, σε τι μέλλον να πιστέψω...;

Τα βαρέθηκα όλα αυτά.


Σκέφτομαι να κλείσω το μπλογκ. Ή να σταματήσω να κάνω αναρτήσεις. No one reads it anyway...




Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

Aoi Hana


Κεφάλαιο Δεύτερο

Το χιόνι του Δεκέμβρη


«Ερέβια; Είσαι καλά;»,ρώτησε η Σέλεστ.
Ήταν η Τρίτη πριν τις διακοπές των Χριστουγέννων. Η ώρα ήταν εφτά και έπρεπε να πάρουν πρωινό γιατί είχαν μάθημα Φίλτρων τις δύο πρώτες ώρες και δεν έπρεπε να αργήσουν. Ωστόσο, η συνήθως χαρωπή και ενεργητική Ερέβια ήταν στο κρεβάτι και ψήνονταν στον πυρετό.
«Όχι και πολύ.»,είπε η Ερέβια και έβηξε. «Σε πειράζει να πεις στην Πόιζον πως είμαι άρρωστη;».
«Θα της πω. Ίσως να έρθει να ελέγξει αν είσαι καλά και να σε πάει στο αναρρωτήριο.»,είπε η Σέλεστ.
Στη συνέχεια, η Σέλεστ πήγε μία κανάτα και ένα ποτήρι με νερό δίπλα στην Ερέβια και της έδωσε και νέες κομπρέσες. Έβαλε το μανδύα της και πήρε στον ώμο την τσάντα της.
«Θα φύγω εγώ τώρα, εντάξει; Εκτός και αν θες να μείνω μαζί σου…».
Η Ερέβια χαμογέλασε κουρασμένα. «Όχι Σέλι. Πήγαινε. Θα τα πούμε μετά.».
Η Σέλεστ, γεμάτη ανησυχία, έφυγε από τον κοιτώνα της και πήγε στη Μεγάλη Αίθουσα. Έκατσε μαζί με το Λούκας και τον Στέφαν στο τραπέζι του Ράβενκλοου και έφαγε ανήσυχη και σχετικά ανόρεχτη κορν φλέικς με γάλα. Ο Στέφαν δεν είχε αναρρώσει πλήρως από το συμβάν λιποθυμίας του το Νοέμβριο. Ήταν χλωμός, είχε μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια από την έλλειψη ύπνου και το διάβασμα. Πλέον ανέβαζε αρκετά συχνά πυρετό. Ο Λούκας φαινόταν να έχει κολλήσει και εκείνος, καθώς συχνά ζαλίζονταν και είχε και εκείνος υψηλούς πυρετούς.
«Εσείς είστε καθόλου καλύτερα;»,ρώτησε η Σέλεστ τα αγόρια.
«Όχι. Και είναι παράξενο.»,είπε ο Λούκας πίνοντας σκεφτικός καφέ. «Αν ήταν κάποια μεταδοτική γρίπη, θα είχε κολλήσει όλο το σχολείο. Τώρα την έχουν μεμονωμένα άτομα.».
«Θα πάω πάλι να ψάξω τα συμπτώματα στη βιβλιοθήκη.»,είπε η Σέλεστ.
«Δεν έχεις ψάξει ήδη έξι φορές;»,ρώτησε ο Στέφαν.
«Ναι. Αλλά ίσως να προσπαθήσω να επισκεφθώ το Απαγορευμένο Τμήμα σήμερα.».
«Θα έρθω μαζί σου τότε.»,είπε ο Στέφαν.
«Εντάξει. Πού θα πάτε τα Χριστούγεννα;»,ρώτησε η Σέλεστ.
«Εγώ θα μείνω εδώ, να κάνω παρέα στην Ερέβια.»,είπε ο Λούκας χαμογελώντας.
«Εγώ θα πάω σπίτι.»,είπε ο Στέφαν ανόρεχτα. «Έρχεται ο Μπεν από το μεταπτυχιακό του στη Βοτανολογία από την Ισπανία φέτος και έτσι πρέπει να είμαστε όλοι μαζί. Επίσης η μαμά λέει πως η Τζούλιετ με αποζητά με αγωνία….».
Η Σέλεστ και ο Λούκας γέλασαν. Η δεκάχρονη αδερφή του Στέφαν, η Τζούλιετ, ήταν ένα γλυκύτατο πλασματάκι με τρελή αδυναμία στους μεγάλους αδερφούς της, τον εικοσιδυάχρονο Μπεν και τον σχεδόν δεκαεξάχρονο Στέφαν.
«Ωχ, η ώρα πήγε σχεδόν οχτώ, πρέπει να την κάνω!»,είπε η Σέλεστ ανήσυχα και έφυγε.
Η Πόιζον, αν και Υπεύθυνη του Ράβενκλοου, δεν δίσταζε να βάζει τιμωρίες σε όσους αργούσαν για το μάθημά της. Η Σέλεστ τρέχοντας, κατευθύνθηκε προς τα σκοτεινά μπουντρούμια του κάστρου. Μπήκε στην αίθουσα Φίλτρων. Ήταν ήδη εκεί μερικοί Γκρίφιντορ, μαζί με τους οποίους είχε συνδιδασκαλία το Ράβενκλοου στα Φίλτρα, και κάμποσοι Ράβενκλοου. Η Σέλεστ ανακουφισμένη που δεν άργησε πολύ, έκατσε στο θρανίο της.
Οι αναθυμιάσεις μέσα στην αίθουσα των Φίλτρων ήταν σχεδόν μόνιμες και η ατμόσφαιρα αποπνικτική, αλλά στη Σέλεστ άρεσε αυτό το μάθημα, παρά τη δυσκολία του και τη σχεδόν εκνευριστική ακρίβεια που χρειάζονταν η τέλεση του κάθε φίλτρου. Και ξαφνικά, η Σέλεστ ήξερε τι θα συμβεί πριν αυτό συμβεί και έτσι έκρυψε όσο πιο γρήγορα μπορούσε τα μάτια της από την κοινή θέα.
Ένιωσε το κεφάλι της να ανοίγει, τα μάτια της να καίνε και ήξερε ότι θα έβλεπε πάλι ένα όραμα. Εδώ και ένα περίπου μήνα, έτσι συνέβαινε. Τα μάτια της γίνονταν ένα ανοιχτό γαλάζιο και στο κεφάλι της έρχονταν εικόνες. Το είχε μάθει και η Ερέβια και η Λαβέρνα, αλλά τις είχε παρακαλέσει αν μην πουν τίποτε σε κανέναν…
Η Ορόρα αναστέναξε. Χιόνιζε ελαφρά και εκείνη κάθονταν μόνη της σε ένα παγκάκι. Η ίδια δεν κρύωνε, αλλά βαριόταν να περιμένει. Έβγαλε το ραβδί της, χωρίς να τη νοιάζει αν θα τη δει κάποιος Μαγκλ και άρχισε να δημιουργεί κόκκινο και μαύρο καπνό, ο οποίος έπαιρνε περίεργα σχήματα.
«Καλησπέρα, Ορόρα.»,άκουσε μία φωνή δίπλα της.
«Επιτέλους!»,είπε η Ορόρα και έβαλε μέσα το ραβδί της. Κοίταξε εξεταστικά τη μορφή με την κουκούλα. «Και είναι αφέντρα, για εσένα.»,συμπλήρωσε απαξιωτικά.
Η μορφή έκατσε δίπλα της στο παγκάκι αθόρυβα και με χάρη. «Δε νομίζεις πως αντιγράφεις υπερβολικά πολύ το Βόλντεμορτ;». η φωνή της μορφής ήταν γυναικεία, ευχάριστη και νεανική.
«Ο Άρχοντας του Σκότους ήταν, είναι και θα είναι το πρότυπό μου. Εξάλλου, ποια είσαι εσύ για να κατακρίνεις εμένα, Αναστασία Ρουτ.»,είπε αλαζονικά η Ορόρα.
Σαν σε αντίδραση στο άκουσμα του ονόματός της, η μορφή δίπλα στην Ορόρα κατέβασε με αργές και ήρεμες κινήσεις την κουκούλα της. Ήταν πολύ πιο όμορφη από ότι τη θυμόταν η Ορόρα. Η Αναστασία Ρουτ ήταν γύρω στα είκοσι εφτά. Είχε μακριά μαλλιά στο χρώμα του άχυρου, ή ίσως λίγο πιο σκούρα. Τα μάτια της ήταν ένα πολύ σκούρο πράσινο και το πρόσωπό της είχε λεπτά χαρακτηριστικά που την έκαναν να μοιάζει πολύ μικρότερη από ότι στην πραγματικότητα ήταν.
«Μην παίζεις με εμένα, Ορόρα Ουάν. Ξέρεις πολύ καλά τι μπορώ να κάνω. Και ξέρεις ότι μπορώ να σε καταστρέψω για αυτό που μου έκανες δεκάξι χρόνια πριν.»,είπε η Αναστασία και τα μάτια της έγιναν για ένα λεπτό ένα πολύ ανοιχτό πράσινο, σαν αυτό των φύλλων ενός δέντρου και σήκωσε το δεξί της μανίκι.
Υπήρχε μία τεράστια κακοφορμισμένη ουλή κατά μήκος της κύριας αρτηρίας του χεριού, μέχρι το εσωτερικό του αγκώνα, η οποία ήταν τόσο λευκή που έμοιαζε να λάμπει αμυδρά σε ασημένια απόχρωση.
«Το θυμάσαι αυτό, Ορόρα;»,ρώτησε με μία μικρή δόση υστερίας στη φωνή της η Αναστασία. «Θυμάσαι πόσο αιχμηρή ήταν η λεπίδα που τρύπησε αυτές τις φλέβες;».
Η Ορόρα είχε χλομιάσει. Τα μάτια της Αναστασίας είχαν γίνει ένα ψυχρό πράσινο, ένα πράσινο γεμάτο μίσος και έχθρα και ο αέρας ήταν σαν να χε παγώσει γύρω τους, ενώ η γη άρχισε να τρέμει.
«Μην με ειρωνεύεσαι και μη μου το παίζεις ντίβα του σκοτεινού μαγικού κόσμου.»,είπε η Αναστασία και η γη άρχισε να τρέμει. «Δε σε συμφέρει. Το πρώτο σου πείραμα, εγώ, ήταν τόσο αποτυχημένο, αλλά ταυτόχρονα το πιο δυνατό από όλα. Μην τα βάζεις μαζί μου. Αν θες να κάνω την τόσο σημαντική δουλειά σου, πρέπει να με σέβεσαι.».
«Ποιος να το έλεγε πως το Χάφλπαφ βγάζει πλέον κακούς;»,αναρωτήθηκε η Ορόρα φωναχτά, όταν η γη έπαψε να τρέμει και τα μάτια της Αναστασίας έγιναν κανονικά.
«Ίσως αυτός που είπε σε μια δεκαεννιάχρονη μάγισσα να ξεσκίσει τις φλέβες ενός μικρού εντεκάχρονου κοριτσιού και να τις γεμίσει αστερόσκονη;»,ρώτησε ειρωνικά η Αναστασία.
Η Ορόρα γέλασε. «Δεν περίμενα ποτέ ότι θα γινόσουν τόσο ευχάριστη παρέα, Αναστασία.».
Η έκφραση της Αναστασίας παρέμεινε παγωμένη, ούτε που χαμογέλασε. «Τι θες να κάνω για ‘σένα Ορόρα; Με την ανάλογη αμοιβή φυσικά.».
Η Ορόρα έβγαλε από το εσωτερικό του μανδύα της ένα αρκετά μεγάλο, βελούδινο, μπλε σκούρο πουγκί. «Δύο χιλιάδες γαλέρες.»,είπε και το έδωσε στην Αναστασία. «Θέλω να πας στο Χόγκουαρτς για τη θέση καθηγητή Σιωπηλής Μαγείας που βγήκε προχθές στις εφημερίδες. Και να παρακολουθείς τους νέους με τη δύναμη της Σιωπηλής Μαγείας, αλλά κυριότερα…αυτήν.».
Η Ορόρα της έδωσε μία φωτογραφία και η Αναστασία την έφερε κοντά στο πρόσωπό της.
«Είναι η ανιψιά μου. Θέλω να την παρακολουθείς πολύ προσεχτικά. Και αν γίνεται, να μειώσεις όσο πιο πολύ τις δυνάμεις της γίνεται. Και αυτής και των φίλων της. Έχουν γίνει πολλοί δυνατοί.»,είπε η Ορόρα.
«Μάλιστα. Μπέιμπι σίτινγκ λοιπόν.»,είπε η Αναστασία σχεδόν αδιάφορα και έβαλε το πουγκί μέσα στο εσωτερικό του μανδύα της. Μετά, η ματιά της έγινε σκληρή και χαμογέλασε σχεδόν διαβολικά. «Μετά από δέκα χρόνια… Χόγκουαρτς, σου έρχομαι!».
«Σέλεστ;».