Hunger Games

Deep in the meadow, hidden far away
A cloak of leaves, a moonbeam ray
Forget your woes and let your troubles lay
And when it's morning again, they'll wash away
Here it's safe, here it's warm
Here the daisies guard you from every harm
Here your dreams are sweet and tomorrow brings them true
Here is the place where I love you.

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

It is light.

(Έφτιαξα το Ίντερνετ. Ποιος τεχνικός και αηδίες :Ρ Μόνοι μας τα κάνουμε όλα.-)


Πέρασε ένας χρόνος και κάτι πια και ήρθε η στιγμή που έπρεπε να ξαναπώ σε κάποιο άτομο ό,τι συνέβη με τη Μυρτώ, την πρώην κολλητή μου. Παρότι πριν μερικές εβδομάδες πόναγα, πόναγα στη σκέψη της, στη σκέψη πως έχει βρει άλλο άτομο να βγαίνει, να αγκαλιάζει, να αγαπά, τώρα δεν ήταν έτσι. Όχι πια.
Δεν πόναγα τόσο. Οκέι, πόναγα. Αλλά λίγο, πολύ, πολύ, πολύ λίγο. Η εγκατάλειψη είχα σταματήσει, μάλλον να με πληγώνει τόσο.
Εξιστόρησα τα συμβάντα, όπως έχω κάνει κάμποσες φορές, στην Creep του μπλογκόκοσμου σίγουρα, ίσως στην Virgilia-Timotei και κάποιους άλλους. Και η απάντηση που πήρα ήταν ένα σήκωμα του φρυδιού και το κλασσικό πλέον: ‘‘Και στενοχωριέσαι ακόμα για αυτήν;’’.
Η αλήθεια είναι πως πλέον πιστεύω ότι στενοχωριέμαι στην ιδέα της κολλητής που κάποτε είχα, που έφυγε παίρνοντας μαζί της ένα κομμάτι του εαυτού μου.
Βλέποντας όμως πώς έχω αλλάξει, ιδιαιτέρως τους τελευταίους μήνες, προς το καλύτερο(ευελπιστώ τουλάχιστον), συνειδητοποιώ πως μάλλον πήρε μαζί της ένα παλιό, ξεχασμένο και δηλητηριασμένο κομμάτι μου. Ένα κομμάτι που είχε κακοποιηθεί από τους γύρω μου, ένα κομμάτι που άκουγε σκυλάδικα κάποτε, ντύνονταν emo και άκουγε Tokio Hotel κάποτε, που έκανε πολλά. Κάποτε. Και αυτό δεν ήταν καθόλου εγώ. Δεν ήταν καν η Creepy Dreamer.  
Οπότε πιστεύω πως παρότι με στενοχώρησε η απώλεια αυτού του κομματιού, η απώλεια της Μυρτώς και όλων όσων αυτή αντιπροσώπευε, δεν νομίζω πως πληγώνομαι τόσο πια. Not anymoreI guess.
Εξάλλου με το πέρας του χρόνου θα περάσει και αυτό. Όλα περνάνε. Όπως είχα πει και κάποτε στον Mike P. ‘‘Όλα τα σημάδια φεύγουν. Πάντα φεύγουν.’’.
Τυχαίως δύο βράδια  αργότερα, κάπου ανάμεσα στο διάβασμα κειμένων(Αναγνωστάκης) και αγνώστου(Δημοσθένης) έτυχε να θυμηθώ το Το Εγχειρίδιο του Πολεμιστή του Φωτός που πήραμε στο τοπικό παζάρι με τον Father. Και διάβασα αυτό το απόσπασμα και έμεινα στο πόσο ταίριαζε.

‘‘ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ τον ρωτούν από πού προέρχεται η ενεργητικότητά του.
Αυτός απαντά: «Από το μυστικό εχθρό.».
Οι φίλοι τον ρωτούν ποιος είναι.
Ο πολεμιστής λέει: «Κάποιος που δε μπορούμε να τραυματίσουμε».
Μπορεί να είναι ένα παιδί που τον νίκησε κατά τη διάρκεια ενός καβγά στα παιδικά χρόνια του, το κορίτσι που αγαπούσε και που τον άφησε στα έντεκά του, ο δάσκαλος που τον αποκαλούσε «γαϊδούρι». Όταν είναι κουρασμένος, ο πολεμιστής θυμάται πως δεν είδε ακόμα του θάρρος του.
Δε σκέφτεται την  εκδίκηση, επειδή ο μυστικός εχθρός δεν ανήκει πλέον στην ιστορία του. Σκέφτεται μόνο πώς θα βελτιώσει την ικανότητά του, ώστε η φήμη των εγχειρημάτων του να κάνει το γύρο του κόσμου και να φτάσει στ’ αυτιά όσων τον πλήγωσαν στο παρελθόν.
Ο πόνος του χθες είναι η δύναμη του πολεμιστή του φωτός.’’
Paulo Coelo, Το Εγχειρίδιο του Πολεμιστή του Φωτός, σελ. 105.

Σύμπτωση; Δεν το νομίζω. Τα λέμε συμπολεμιστές του φωτός!

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2011

No Internet :|

Δεν μπαίνω εδώ γιατί δεν έχω ίντερνετ :/ Μή νομίζετε πως σας παράτησα θα επανέλθω κάααααποια στιγμή. Arrivederci everyone!

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011

Votre cœur va devenir sec et cassant


«Γιατί κάτι στιγμές, αρχίζει σιγά-σιγά να μου δίνεται η εντύπωση ότι ποτέ δε θα είμαι ικανός ν’ αρχίσω μία πραγματική ζωή, γιατί νομίζω ότι έχω χάσει πια κάθε ρυθμό, κάθε αίσθηση του παρόντος, της πραγματικότητας, γιατί, τελικά, καταριόμουν ο ίδιος τον εαυτό μου και γιατί, μετά τις νύχτες της φαντασίας μου, έρχονται στιγμές νηφαλιότητας, οι οποίες είναι φοβερές! Στο μεταξύ, ακούς πως γύρω σου βροντοφωνάζει και στριφογυρίζει στον ανεμοστρόβιλο της ζωής το ανθρώπινο πλήθος, ακούς, βλέπεις πως ζουν οι άνθρωποι. Ζουν ξύπνιοι, βλέπεις ότι η ζωή για αυτούς δεν ήρθε κατά παραγγελία, δε θα εξανεμιστεί σαν όνειρο, σαν οπτασία, συνεχώς ανανεώνεται, μένει πάντα νεανική κι ούτε μία ώρα της δε μοιάζει με την άλλη, ενώ η λιγόψυχη φαντασία είναι τόσο καταθλιπτική, ποταπή και μονότονη, σκλάβα μιας σκιάς, μιας ιδέας, σκλάβα του πρώτου σύννεφου που θα κρύψει ξαφνικά τον ήλιο.[…] Στο μεταξύ, η ψυχή ζητάει και θέλει κάτι άλλο! Ο ονειροπόλος μάταια σκαλίζει τα παλιά του όνειρα, όπως τη στάχτη, γυρεύοντας έστω κάποια μικρή σπίθα, να τη φυσήξει, να ζεστάνει την κρύα του καρδιά με φλόγα ανανέωσης και ν’ αναστήσει μέσα της απ’  την αρχή όλα αυτά που πρώτα ήταν τόσο αγαπητά, που συγκινούσαν την ψυχή, που έκαναν το αίμα να βράζει, τα μάτια να δακρύζουν, κι εξαπατούσαν με τόση μεγαλοπρέπεια! Οι ανόητοι και άυλοι ρεμβασμοί δεν υπάρχουν, επειδή δεν υπάρχει κάτι που να τους κάνει να διατηρούνται. Ακόμα και τα όνειρα, σβήνουν, τελειώνουν! Τα χρόνια θα διαβαίνουν, θα έρθει η σκληρή μοναξιά, θα έρθουν, τρέμοντας και με μπαστούνι, τα γηρατειά, κι ύστερα με τη σειρά τους η ανία και η κατάθλιψη. Ο φανταστικός σου κόσμος θα χλομιάσει, τα όνειρά σου θα σβήσουν, θα μαραζώσουν, και, σαν τα κίτρινα φύλλα, θα πέσουν κάτω από τα δέντρα. Είναι θλιβερό να μένεις μόνος, τελείως μόνος, και να μην έχεις ακόμα και τι να λυπηθείς- τίποτε, απολύτως τίποτε… Γιατί όλα αυτά που έχασες, ήταν όλα ένα τίποτε, ήταν ένα ανόητο, στρογγυλό μηδενικό, ένα όνειρο και τίποτε άλλο!»           Φίοντορ Μιχαήλοβιτς Ντοστογέφσκι ‘‘Λευκές Νύχτες’’


Αυτά του Ντοστογέφσκι με χαρακτηρίζουν. Ίσως χαρακτηρίζουν και άλλους. Οι ονειροπόλοι είμαστε ένα ξεχωριστό και μοναδικό είδος ανθρώπων, ένα είδος καλά καλυμμένο πίσω από μισοσκισμένα
All Star και χοντρά φούτερ. Φανταζόμαστε σημαίνει για εμάς ζούμε. Ζούμε μέσα από όνειρα, μέσα από διάφορες φαντασιώσεις, μέσα από βιβλία, μέσα από ποιήματα, μέσα από πλαστικούς χαρακτήρες, μέσα από κάτι άλλο τέλος πάντων. Κλεινόμαστε μέσα σε αυτόν τον φανταστικό κόσμο όταν ο άλλος, αυτός που είναι στο δρόμο, έξω από το παράθυρο και παντού γύρω μας είναι τόσο πραγματικός που μας πονάει.
Μας πονάει και μας σπάει σε χίλια κομμάτια. Αυτό είναι το αρνητικό χαρακτηριστικό, μία συνέπεια ας το θέσω της πραγματικότητας. Όμως, η φαντασία δεν είναι έτσι. Μας προσέχει, μας κανακεύει, μας φροντίζει. Είναι πάντα εκεί για εμάς. Όταν πρέπει να τρέξουμε για να κρυφτούμε, τυλίγοντας τα χέρια μας γύρω από τα γόνατά μας, όταν είμαστε έτοιμοι να αφήσουμε τα δάκρυα να κυλήσουν και τα δάκρυα είναι τόσα πολλά που θα γέμιζαν μία θάλασσα ή έστω μία λίμνη.
Και εκεί όλα είναι τόσο τέλεια. Τόσο τέλεια.
Η πραγματικότητα δεν είναι. Όμως με το να μένουμε στη φτιαχτεί αυτή τελειότητα, στην υπερβολική αυτή τελειότητα, χάνουμε πράγματα.
Πιστεύω ότι το κάνουμε επειδή φοβόμαστε πως η προσγείωση από το σύννεφό μας στη γη θα είναι τόσο απότομη που θα μας κόψει τα φτερά. Φοβόμαστε πως δε θα μπορέσουμε να ξαναπετάξουμε. Και έτσι, εξασφαλίζουμε μία φτιαχτή ευτυχία.
Είναι όμως σωστό αυτό;
Και εγώ το κάνω. Δεν το αρνούμαι. Ξέρω πως δεν είμαι καλά. Και ξέρω γιατί το κάνω.
Φοβάμαι την πραγματικότητα. Βλέπετε, οι ονειροπόλοι είμαστε και πάνω από όλα ευαίσθητοι. Και αν σπάσει η καρδιά μας μία φορά, τη μαζεύουμε, την κολλάμε όπως-όπως και φοβόμαστε να την ξαναχρησιμοποιήσουμε γιατί θα σπάσει. Γιατί είμαστε τόσο ευαίσθητοι που δε θέλουμε ο τόπος να γεμίσει με τα κόκκινα απομεινάρια της καρδιάς μας-με τα απομεινάρια που θα μείνουν αν η επαφή μας με την πραγματικότητα, με τους άλλους ανθρώπους, μας πληγώσει ξανά.
Voilà, ma petite Amélie, vous n'avez pas des os en verre. Vous pouvez vous cogner à la vie. Si vous laissez passer cette chance, alors avec le temps, c'est votre cœur qui va devenir aussi sec et cassant que mon squelette. ~Le fabuleux destin d’ Amélie Poulain
Λοιπόν, μικρή μου Αμελί, δεν έχετε οστά από γυαλί. Μπορείτε να γνωρίσετε τους χτύπους της ζωής. Εάν αφήσετε αυτή την ευκαιρία να περάσει, αργότερα με τον καιρό, είναι η καρδιά σας που θα γίνει το ίδιο ξηρή και εύθραυστη με τον σκελετό μου.
Αφήνουμε έτσι μερικές ευκαιρίες να περνούν και η καρδιά μας αραχνιάζει.
Δε λέω να μην ονειρευόμαστε. Εγώ ονειρεύομαι πολύ, τι Creepy Dreamer θα ήμουν αν δεν το έκανα;
Ωστόσο υπάρχουν ευκαιρίες που αξίζει να ζήσουμε. Υπάρχουν όνειρα που μπορούμε να κυνηγήσουμε. Όνειρα ζωντανά και αληθινά. Υπάρχουν άνθρωποι που θα μας δώσουν ένα μέρος της καρδιάς τους, αν τους δώσουμε ένα μέρος της δικής μας. υπάρχουν μέρη να επισκεφθούμε, πράγματα να δούμε και να ζήσουμε.
Και αν η πραγματικότητα μας πονέσει ξανά; Αν μας σπάσει; Αν μας πληγώσει;
Τουλάχιστον πιστεύω ότι θα έχουμε ζήσει μερικά λεπτά ευτυχίας. Δεν είναι μία τεράστια ανταμοιβή που να αντισταθμίζει και τη χειρότερη από όλες τις πτώσεις;

Θεέ μου! Ένα ολόκληρο λεπτό υπέρτατης ευτυχίας! Είναι, μήπως, λίγο αυτό, έστω και σ’ όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής;…
Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι

Is it ever gonna be enough? Is it ever gonna be perfect?


Τέλειοι. Αυτό θέλουμε να είμαστε. Τέλειοι.
Φτιάχνουμε τα μαλλιά μας. Τα βάφουμε. Τα ξυρίζουμε.
Προσέχουμε τι είδους ρούχα αγοράζουμε-είναι μάρκας ή όχι;
Γιατί το κάνουμε αυτό;
Για να τους κάνουμε να μας δουν.
Όμως ποιοι είμαστε εμείς μετά;
Κανείς. Αυτό είμαστε.
Ένας Κανείς. Κανείς αυτός που περπατά και μιλά.
Ένα κομμάτι υφάσματος και γυαλιστερής σκιάς.
Μία εικόνα. Ένα είδωλο. Ένα πουκάμισο αδειανό.
Ένα τίποτα.
Και ότι και αν κάνεις.
Και ότι και αν κάνεις νιώθεις αόρατος.
Σαν ένα κομμάτι από γυαλί πάνω σε μία τζαμαρία
Τόσο ασήμαντο ανάμεσα στα υπόλοιπα γυαλιά
Που κανείς δεν το κοιτά
Τι και αν προσπαθείς;
Ότι και αν κάνεις, είναι σα να σε έχουν καλύψει με ένα μανδύα
Ένα μανδύα αόρατο.
Και σε ακούει κανείς; Ακούει;
Η καρδιά σου.
Ναι, η καρδιά σου είναι αυτή που τόσο απελπισμένα ζητά βοήθεια.
Ζητά προσοχή.
Και σε προσέχουν.
Προσέχουν αυτό το κομμάτι υφάσματος και γυαλιστερής σκιάς.
Την εικόνα, το είδωλο.
Προσέχουν το τίποτα.
Προσέχουν αυτό το οποίο ποτέ σου δε θα γίνεις
Αυτό το οποίο δεν είσαι
Αυτό που έγινες για να γίνεις κάποιος
Και έγινες Κανένας.
Και κανείς δε βλέπει Εσένα.
Αυτό που Είσαι, τα χρώματα που είναι Εσύ.
Γιατί έχουν καλυφθεί από μία πλαστική τελειότητα
Γιατί έγινες Κανένας.


Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011

Home is wherever my books are.


Καλησπέρα και καλό σας μήνα.
Με έπιασε τώρα τελευταία να αναπολώ τις αγάπες μου. Τις αιώνιες αγάπες, αυτές που δε θα φύγουν ποτέ-ποτέ.
Χμ, ακόμα δε θυμάμαι καθαρά πώς ακριβώς ξεκίνησα να διαβάζω βιβλία. Νομίζω ήταν επειδή με κορόιδευε ο αδερφός της πρώην κολλητής μου, ο Πέτρος, όταν είχαμε πάει να δούμε το Χάρι Πότερ και τη Φιλοσοφική Λίθο. Ήμουν γύρω στα 6, δεν ήξερα να διαβάζω γρήγορα υπότιτλους. Αλλά θα μάθαινα για να τον εκνευρίσω :Ρ Άρχισα λοιπόν να παίρνω κόμιξ νομίζω. Ναι είναι γελοίο, αλλά ξεκίνησα με κόμιξ. Δεν είχαμε βιβλία στο σπίτι ούτε ήξερα τι σήμαινε το βιβλίο.
Μέχρι που γνώρισα την Αλεξάνδρα. Η Αλεξάνδρα είναι η κολλητή μου τα τελευταία 8-9 χρόνια. Τη γνώρισα το καλοκαίρι από Τρίτη Δημοτικού για Τετάρτη. Όταν γνωριστήκαμε, πήγα σπίτι της, μένουμε απέναντι. Εκεί, γνώρισα τη μεγάλη της αδερφή. Την Ανθή. Με είχε ρωτήσει αν διαβάζω βιβλία. Χαμογέλασε όταν απάντησα αρνητικά και μου έδωσε ένα χιλιοδιαβασμένο βιβλίο με ψιλοσκισμένο εξώφυλλο. Ο Χάρι Πότερ και η Φιλοσοφική Λίθος. Μη με κατηγορήσετε που μου πήρε 1.5 μήνα να το διαβάσω. Τότε ξεκίνησα. Αλλά το διάβασα. Και μετά το δεύτερο και το τρίτο και το τέταρτο(το οποίο με φόβισε στο νεκροταφείο) και το πέμπτο στα κρυφά και μου πήραν το έκτο δώρο και το έβδομο το αγόρασα πρώτη-πρώτη μόνη μου. Από τότε όμως που άρχισα να διαβάζω, έχω γεμίσει τη βιβλιοθήκη μου. Πρέπει να έχω πάνω από 100 βιβλία. Η προφητεία της Πέτρας, ο Μικρός Πρίγκιπας, ο Αλχημιστής, το Εγχειρίδιο ενός Πολεμιστή του Φωτός, Τα χρονικά του Σπάιντεργουικ, κάποια της Τζάκλιν Ουίλσον, ένα Ντοστογέφσκι, τα πέντε από τα έξι του Vampire Academy, τα 4 από τα 6 του The Mortal Instruments, την τριλογία των Αγώνων Πείνας, μία ποιητική συλλογή Καβάφη-Πεσσόα, τη Μάγισσα του Μπλιθόρ και κάμποσα άλλα, άλλα το ίδιο και άλλα λιγότερο αγαπημένα.
Δεν είναι όμως αυτή η ανάρτηση για να μετρήσω τα βιβλία μου, αυτό θα γίνει άλλη φορά-ναι, δεν το γλιτώνετε. Απλά σήμερα θέλω να περιγράψω τη μαγεία που νιώθω όταν ‘‘κρύβω τη μύτη μου συνεχώς πίσω από ένα βιβλία’’, όπως το θέτει ο πατέρας μου.
Τα βιβλία σημαίνουν πολλά για εμένα. Είναι σα μυστικά που περιμένουν να ειπωθούν. Κρυμμένα μέσα σε ένα σκονισμένο ράφι ή θαμμένα κάτω από ένα σωρό ασιδέρωτων ρούχων. Ξεχασμένα από τα παιδιά εξαιτίας της τηλεόρασης και των παιχνιδιών, θεωρούμενα τγέ μπανάλ και χάσιμο χρόνου από τους μεγάλους. Πάντα λένε πως δεν έχουν χρόνο να τα διαβάσουν… Οπότε αυτά κάθονται, δίπλα το ένα στο άλλο, παγωμένα, μόνα τους και ξεχασμένα. Σε κάθε μπανταρισμένο αντίτυπο, σε κάθε κιτρινισμένη, τσαλακωμένη και μερικές φορές λερωμένη σελίδα κρύβονται ιστορίες κόσμων που δεν περίμενες ποτέ σου να υπάρξουν. Και απλά μένουν εκεί, στο ράφι, μέχρι να τα μετακινήσεις σε κάποιο άλλο σπίτι.
Ωστόσο, μερικοί ξέρουμε καλύτερα. Τα βιβλία αναπνέουν, είναι ζωντανά. Όταν έχει πέσει σκοτάδι, ο υπόλοιπος κόσμος έχει κοιμηθεί και οι σκέψεις μας κυλάν χωρίς σταμάτημα στο μυαλό μας αυτά μας ψιθυρίζουν από την άλλη άκρη του δωματίου, λέγοντάς μας να τα πάρουμε στα χέρια μας, να τα ανοίξουμε. Προσφέρουν ένα μέρος όπου μπορείς να τρέξεις όταν τα πόδια σου φοβούνται να κουνηθούν. Ένα μέρος να κρυφτείς όταν ο κόσμος έξω από το παράθυρό μας φαίνεται σκοτεινός και πολύ πραγματικός.  Βρίσκουμε τους εαυτούς μας κρυμμένους ανάμεσα στις σελίδες και στους πόνους ή τις νίκες των χάρτινων εαυτών μας. Υπάρχει δύναμη να μοιραστεί, απώλειες που πρέπει να τις θρηνήσουμε, μάχες να κερδίσουμε. Υπάρχουν περισσότερα όνειρα και αγάπες και ψέματα από όσα θα μπορούσαμε να αντέξουμε έξω από τις κιτρινισμένες αυτές σελίδες.
Τσαλακωμένες στην άκρη σελίδες και ‘‘σπασμένη’’ η ραχοκοκαλιά του βιβλίου από το ξανά-διάβασμα της ιστορίας του πρίγκιπα με τη σπασμένη καρδιά ξανά και ξανά αργά το βράδυ, όταν βρέχει και όταν η ίδια η δική σου η καρδιά είναι σπασμένη σε χιλιάδες μικροσκοπικά κομμάτια. Έχουν λεκέδες από τσάι και βιαστικά γραμμένα σημειώματα σε κάποιο περιθώριο. Ίσως και κομματάκια από κέικ, μαζί με το αποτύπωμα των χειλιών μας σε μία ένδειξη αληθινής αγάπης.
Στα βιβλία μας βρίσκουμε νέους κόσμους. Βρίσκουμε δύναμη και θάρρος, πράγματα που δεν είχαμε παλιότερα. Βρίσκουμε έναν ώμο για να κλάψουμε πάνω του και χέρια που θα σκουπίσουν με προσοχή και τρυφερότητα τα δάκρυα. Βρίσκουμε τον ιππότη μας μέσα στην αστραφτερή στολή του, την πριγκίπισσά μας μέσα στον πύργο και τα βασίλειά μας, στα οποία μπορούμε να τρέξουμε. Βρίσκουμε τις δικές μας ιστορίες, τις δικές μας λέξεις, λέξεις που δεν ξέραμε ποτέ πως θέλουμε να πούμε.
Λυπούμαστε τους ανθρώπους που δε διαβάζουν, ή που λένε πως δεν διαθέτουν τον χρόνο να το κάνουν. Γελάμε όταν άνθρωποι λένε «Είναι απλώς ένα βιβλίο.» ή «Τι τα θες τα δύο αντίγραφα από αυτό;» γιατί για εμάς κάθε βιβλίο περιέχει μικρές, μικροσκοπικές διαφορές που το καθιστούν μοναδικό. Ξέρουμε τη μαγεία που περιέχουν τα βιβλία. Ξέρουμε πόσο μεγάλη είναι η σημασία τους. Ακόμα και αν οι υπόλοιποι τα έχουν πετάξει μακριά τους.


Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2011

It shines in the dark


Ακόμα δε μπορώ να καταλάβω αυτό το παράξενο συναίσθημα που με πιάνει.
Γιατί ένα μολύβι 4Β σημαίνει τόσα πολλά; Γιατί η μυρωδιά του χαρτιού είναι τόσο ξεχωριστή; Γιατί αγαπώ τον ήχο που κάνει η ξυλομπογιά, όταν τρίβεται πάνω στο χαρτί, αφήνοντας πίσω του ένα ποτάμι χρώματος.
Δε θυμάμαι καν πότε άρχισαν τα χρώματα να έχουν τόση σημασία. Μου έχουν πει πως πρώτη φορά έπιασα χρώματα στα χέρια μου όταν ήμουν 2 ετών. Μου τους είχε αγοράσει ο αδερφός μου, με τον πρώτο του μισθό από την part-time δουλειά του. Είχα βάψει τους τοίχους. :Ρ
Δε ξέρω πότε με άφησαν να ξαναπιάσω χρώμα στα χέρια μου. Με θυμάμαι πάντως από όταν ήμουν 5 να έχω όλη την ώρα μαρκαδόρους στα χέρια. Και ένα μπλοκ στη μασχάλη. Με κορόιδευαν για αυτό στον παιδικό. Γιατί να μην κοροϊδέψουν άλλωστε; Ποιο παιδί ζωγραφίζει συνέχεια;
Δε με πτόησε ωστόσο. Και στην Πρώτη Δημοτικού ζωγράφιζα. Και στη Δευτέρα, είχα φτιάξει όοοοολα τα Πόκεμον παρέα με το Στέλιο και τη Χαριτίνη στο ολοήμερο. Στην Τρίτη, την Τετάρτη, την Πέμπτη και την Έκτη η κατάσταση έγινε τρελή. Ειδικά δε στην περίοδο Τρίτη-Τετάρτη. Πήγαινα σε εργαστήρι τέχνης και έκανε μάθημα ο κύριος Νίκος. Τι καλός γαμώτο. Πάντα χαμογελαστός, να με βοηθά να ανακατέψω την ακουαρέλα κατάλληλα για να μου βγει η σωστή απόχρωση, για να μου δείξει να χρησιμοποιώ σωστά το 4Β, για να φτιάξει το φωτισμό της λάμπας, ώστε να βοηθηθώ με την απόχρωση. Ήταν τα δύο πιο ευτυχισμένα χρόνια της ζωής μου πιστεύω. Πήγαινα αγγλικά με τη χαρά πως αμέσως μετά θα κατέβαινα τη σκάλα και θα ορμούσα στο υπόγειο εργαστήρι για να συνεχίσω το ‘‘έργο’’ μου στον καμβά μου.
Μετά, έκλεισε :(
Όταν πήγα Γυμνάσιο όμως κατάλαβα πως τα πράγματα δε θα ήταν όπως στο Δημοτικό. Το να είσαι περίεργος, ενώ είσαι μεγαλύτερος, είναι μειονέκτημα και η κοροϊδία είχε φτάσει σε σημείο που δεν αντέχονταν. Δε μπορούσα, δεν άντεχα να κλαίω συνέχεια και συνέχεια επειδή δε με δέχονταν για αυτό που είμαι. Οπότε απλά παράτησα τα χρώματα και τα χαρτιά μου για να βρω φίλους.
Δεν έπιανα μολύβι στα χέρια μου. Τα χρώματά μου ήταν κάπου σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης-ιδέα δεν είχα πού. Τα φύλλα απλά ήταν μέσα στο κουτί, το οποίο μόνο αράχνες δεν είχε πιάσει.
Άρχισα να ζωγραφίζω λίγο ξανά στην Τρίτη Γυμνασίου, αλλά τίποτα ιδιαίτερο. Μόνο ένα-δύο άνιμε θυμάμαι ότι έφτιαξα συμπαθητικά καλά κάπου στο Μάρτιο της Α’ Λυκείου. Μέχρι το καλοκαίρι της Α’ Λυκείου για Β’ που λόγκαρα στο HarryWorld.
Μέχρι που με άφησε άναυδη το ταλέντο του Θάνου στις προσωπογραφίες και της Μαρίας στα κτήρια.
Μέχρι που κατάλαβα τι έχανα.
Στην αρχή ήταν δύσκολο. Ένιωθα το μολύβι βαρύ στο χέρι μου. Είχα ξεσυνηθίσει. Δεν έβρισκα τα 4Β μου-τα είχα πετάξει. Είχα όμως φύλλα και ξυλομπογιές.
Πήρε καιρό να ξαναβρώ ένα ρυθμό. Ξεκίνησε με χαζό anime fan art του Harry Potter. Μετά, συζήτησα με το Θάνο και θυμήθηκα πόσο αγαπούσα να ζωγραφίζω στο εργαστήρι με μολύβι μόνο συνθέσεις. Ξεκίνησα λοιπόν και έκανα ένα έργο της Frances. Έκανα κάποια anime, οι προσπάθειες να γίνω καλύτερη γίνονταν εντονότερες.
Έφτιαξα και άλλες ζωγραφιές της Frances. Και εντελώς ξαφνικά, λόγω του Harry Potter, λόγω αυτής της ταινίας που τελειώνει, σηματοδοτώντας το τέλος μίας ολόκληρης επικής εποχής για εμένα, ξεκίνησα και το fan art. Στην αρχή ήταν μόνο για Harry Potter, αλλά πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις: Vampire Academy, The Mortal Instruments/The Infernal Devices, Hunger Games, The Caster Chronicles.
Και οκέι, ξέρω ότι παρότι παραπονιέμαι που καταστράφηκε ένα όνειρο ζωής μιας και δε θα μπω ποτέ σε καλών τεχνών-γιατί ποιος θα πλήρωνε για να γίνει το παιδί του καλλιτέχνις;- ξέρω ότι θέλω πολύ δουλειά ακόμα.
Και μισώ τον τότε εαυτό μου, αυτό το υπερφίαλο, άβουλο ον που σταμάτησε να γεμίζει χαρτιά με πινελιές και χρώμα.
Ήταν το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου. :| Ώρες-ώρες είμαι τόσο ηλίθια -.-’

Όλες μου τις ζωγραφιές θα τις βρείτε στην gallery μου στο deviantART: http://lunalove2.deviantart.com/gallery/

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011

Colore Grigio


Τα χρώματα έχουν φύγει. Δεν υπάρχουν πια. Μόνο γκρι, μαύρο, άσπρο. Οι αποχρώσεις του γκρι ποικίλουν αναλόγως με το χρώμα που αντικαθιστούσαν παλιά. Το μπροντό έχει γίνει ένα γκρι πολύ σκοτεινό, σχεδόν μαύρο, αλλά όχι ακριβώς μαύρο, ενώ το απαλό παιδικό γαλάζιο του ουρανού έχει γίνει ένα ανοιχτόχρωμο γκρι, που θυμίζει τα σύννεφα που έχουν μόνο λίγο νερό μέσα τους. Το άσπρο έμεινε άσπρο και το μαύρο μαύρο. Τουλάχιστον αυτό είναι κάτι που έμεινε σταθερό.
Δεν καταλαβαίνει πού πήγαν τα χρώματα. Δεν καταλαβαίνει ποιος τα πήρε. Δεν μπορεί να δει όμως τίποτα πέρα από αυτά τα τρία μονότονα, ανιαρά χρώματα.
Η ζωή, όπως και τα χρώματα, έχει επίσης εξαφανιστεί. Σχολείο, διάβασμα, φροντιστήριο, διάβασμα, διάβασμα, φαγητό, ύπνος, διάβασμα, σχολείο και ούτω κάθε εξής. Οι ήχοι σταμάτησαν επίσης να έχουν αυτή την ξεχωριστή μαγεία που είχαν, τα τραγούδια που με τόσο αγάπη άκουγε έχουν χάσει πια το νόημά τους, οι στίχοι μπερδεύονται μέσα στο μυαλό της και έχουν πάψει να σημαίνουν αυτό το κάτι ιδιαίτερο, αυτό το κάτι που καθιστούσε το εκάστοτε τραγούδι ξεχωριστό.
Μα αυτό που την τρομάζει πιο πολύ είναι ο ίδιος της ο εαυτός. Δε μπορεί πια να φανταστεί. Δε μπορεί να εκφραστεί. Για εκείνη, ο φανταστικός της κόσμος ήταν τα πάντα. Μικρή κλείνονταν στη ντουλάπα και μίλαγε με το φανταστικό της φίλο για τη μέρα της. Ζωγράφιζε, μέχρι να χαθούν τα χρώματα και κάθε ζωγραφιά είχε τη δική της ξεχωριστή ιστορία, με αρχή μέση και τέλος. Υπήρχε χρώμα στη φαντασία της, ήταν ένα μέρος γεμάτο με αυτά που αγαπούσε, τη μουσική της, τα φανταστικά πλάσματα που παίρνουν σχήμα με ένα μολύβι και χρώμα με μια ξυλομπογιά και όλες μα όλες αυτές τις φανταστικές ιστορίες της ίσως εναλλακτικής πραγματικότητας, τις ιστορίες που άλλοι θα νόμιζαν ονειροπόλημα. Δεν κρύβονταν επίτηδες σε εκείνο τον κόσμο. Δεν προσπαθούσε πάντα να αποφύγει τη στυγνή πραγματικότητα. Απλά ήταν ο χαρακτήρας της ονειροπόλος.
Αλλά έφυγε και αυτό. Ήταν σα να χάθηκε η φαντασία της. Τα όνειρά της έφυγαν. Σα να πέθανε ένα μεγάλο μέρος του εαυτού της, ένα μέρος που καθόριζε πια πραγματικά ήταν αυτή, που την έκανε αυτό που ήταν, που ήταν ίσως ο πυρήνας, το πιο κύριο συστατικό του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς της. Δεν ήταν πια εκείνη. Ήταν μία άλλη, ίσως.
Γιατί; Αυτό το ερώτημα έκαιγε το μυαλό της. Πού πήγε εκείνο το ξεχωριστό εσωτερικό της στοιχείο, αυτή η φλόγα που την έκανε αυτή που ήταν;
Δε μπορούσε να βρει απάντηση.
Όλα τόσο μπερδεμένα.
Όλα τόσο μπερδεμένα.
Σαν ένα κουβάρι από κλωστές.
Δε θυμάται ούτε το σήμερα, ούτε το χθες.
Είναι μία ξένη
Που κατοικεί
Στο σώμα το δικό της
Δεν αναγνωρίζει
Τον εαυτό της
Δε μπορεί να ονειρευτεί
Δε μπορεί να φανταστεί
Δε μπορεί να ελπίσει
Πού πήγαν αυτά τα ανόητα χρώματα;
Ανόητα χρώματα
Γυρίστε πίσω

Βρήκε μία κοπέλα μία μέρα. Είχε… είχε χρώμα. Χρώμα στα μαλλιά, στα ρούχα, στα μάτια. Ήταν ένα κινητό ουράνιο τόξο.
‘‘Γιατί έχεις χρώμα…;’’ ρώτησε με ζήλια.
Ήθελε και εκείνη το χρώμα. Το ήθελε. Μισούσε το γκρι.
‘‘Γιατί δεν τους άφησα να κάνουν αυτό που έκαναν σε εσένα’’
‘‘Τι έκαναν σε εμένα;’’
‘‘Σε πίεσαν και σου πήραν τα όνειρα. Στα έκλεψαν. Ένας άνθρωπος χωρίς όνειρα, χωρίς ελπίδες, είναι ένας άνθρωπος χωρίς χρώμα.’’
‘‘Ποιοι τα έκλεψαν;’’
‘‘Αυτοί. Οι μεγάλοι. Αυτοί που δε νοιάζονται για τίποτα παρά μόνο για τον εαυτό τους.’’
‘‘Μα γιατί;’’
‘‘Γιατί έχασαν τα δικά τους χρώματα καιρό πριν. Πούλησαν τα όνειρά τους για ένα τίποτα. Και τώρα παίρνουν και τα δικά μας χρώματα.’’
‘‘Αυτό είναι άδικο.’’
‘‘Είναι. Θέλουν να μας κάνουν να πονέσουμε, όπως πόνεσαν και εκείνοι. Θέλουν να μας δώσουν τα δικά τους όνειρα για να ευχαριστηθούν εκείνοι. Θέλουν ό,τι εμείς δε θέλουμε. Θέλουν να μας πάρουν τα πάντα’’
‘‘Δε μπορούμε να το αλλάξουμε αυτό;’’
‘‘… Όχι. Όχι τελείως. Μπορείς όμως να προσπαθήσεις να πάρεις τα όνειρά σου.’’
‘‘Αλήθεια;’’
‘‘Απλά προσπάθησε να ζωγραφίσεις ξανά. Ίσως όλα να γίνουν καλύτερα έτσι.’’
‘‘Ίσως.’’
‘‘Ζωγράφισε χαμόγελα. Ζωγράφισε ήλιους. Ζωγράφισε την ελπίδα. Πρέπει να μεταδώσουμε την ελπίδα.’’
‘‘Την ελπίδα για τι;’’
‘‘Για ένα καλύτερο όνειρο, για ένα καλύτερο αύριο. Για ένα αύριο με χρώμα’’