Hunger Games

Deep in the meadow, hidden far away
A cloak of leaves, a moonbeam ray
Forget your woes and let your troubles lay
And when it's morning again, they'll wash away
Here it's safe, here it's warm
Here the daisies guard you from every harm
Here your dreams are sweet and tomorrow brings them true
Here is the place where I love you.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λύπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λύπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

All that I loved is gone.

Και καλωσορίζω το Μάρτιο με μία πολύ χειμερινή ανάρτηση. Πφ, μου τη δίνει που κάθε χρόνο λίγο πριν τα γενέθλιά μου πέφτω σε θλίψη.
Αυτό το τελείωσα σήμερα. Η καθηγήτρια τον μαθηματικών μου ισχυρίστηκε πως η κοπελιά μοιάζει με Κινέζα με στραβά μάτια, μα είναι Αγγλίδα μέχρι και την τελευταία σταγόνα του αίματός της :Ρ

Ο Μάρτιος δε μας ξεκίνησε καλά.
Μία η ζωγραφιά αυτή που με εκφράζει εως ένα βαθμό. Μία τα προβλήματα που έχει ο κολλητός μου και δεν ξέρω πως στο καλό να τον κάνω να σκάσει ένα χαμόγελο της προκοπής.=/ Tέλος πάντων... Ας προσπαθήσουμε να επιβιώσουμε... Μήνας είναι και αυτός, θα περάσει. ;)


She said,
"The moon has fallen into a sea of dirt, and all that I loved is gone."
They said,
"There is still the sea. The clouds. The earth."
She said,
"The ground slides, filthy and bedraggled, into the melting earth, and all that I loved is gone."
They said,
"There is still the sea. The clouds."
She said,
"The sea is but a stench - it devours but it does not live. All that I loved... is gone."
They said,
"But the clouds. We still have the clouds."
She said,
"The clouds are veils of sulphur and acid rain."
They said,
"We love the rain."
She said,
"All that I loved is gone."

Γιατί πάντα ότι αγαπάμε φεύγει; Μας αφήνει... Φοβάμαι. Δύο-τρία άτομα είναι που αγαπάω και θέλω να μείνουν γιατί απλά είναι ό,τι έχει απομείνει εδώ. Φοβάμαι πως θα φύγουν και αυτά. Ξέρω πως κανείς δεν είναι τέλειος ή μόνιμα καλός, αλλά εγώ φοβάμαι πως αυτή η μετριότητα που με διακατέχει θα τους διώξει όλους... =/


Τώρα, το επόμενο που ακολουθεί είναι η ιστορία της ζωγραφιάς που έφτιαξα...στα αγγλικά. Παρακαλώ δείξτε επιείκια για όποιο γραμματικό ή ορθογραφικό λάθος.

Charlotte was walking all alone, listening to music. Snow had fallen from the skies some days before. December has arrived lots of days before; it was nearly Christmas. She sighted. It was the first time in her life she felt completely alone. Like no one was there. It must have been this huge hole in her heart. No it's wasn't just one hole. They say about broken hearts, but Charlotte hurt a lot. Not only in her heart. Her hole body hurt, as it felt neglected.
Her heart hurt so much because she just broke up. It wasn't easy. They used to date for over 3 and a half years. He told her he loved her. He told her he would anything for her. He told her that he would be always there for her. And suddenly one day he came, telling her she didn't deserve him. And just like that, a three-year-old love faded.
As she walked, thinking about what made her cry and cry and cry, she saw a couple. 
He was tall, with black hair, glasses and blue eyes. He was very heavy dressed due to the cold weather of England. She was short for a woman, with really long, straight brown hair and hazel eyes. They were hand-in-hand. They looked so happy together. But Charlotte found familiar the man.
"It's you," she murmured stunned.
Yes, it was him. The one who used to be her boyfriend. He was with someone else now.
They passed right next to her and he didn't even glare at her. So, that how it felt when you see the one you truly love not giving a shit for you.
She remembered some of their moments together; the very first kiss, summer walks, holidays by sea together, eating ice-cream, exchanging Valentine's presents and the first time he said her he loved her: "I love you, Charlotte. Please trust me. I will never be the one who will break your heart".
Some tears appeared and Charlotte lost vision of the happy couple. It started snowing.

Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

Love & Other Disasters

Λοιπόν, λέω να σας δείξω τρεις ζωγραφιές μου. Είχα προκαλέσει τον εαυτό μου να δημιουργήσει ένα θλιβερο-μελαγχολικό 'τρίπτυχο' για την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Τα χρώματα που έπρεπε να χρησιμοποιήσω ήταν: γκρι, μαύρο, ροζ, κόκκινο, μωβ, μπλε, πορτοκαλί και κίτρινο. Είναι η πρώτη φορά που βάζω στον εαυτό μου τόσο περιορισμό με τα χρώματα.



Number 1.
The Two Shy Lovers and The Rose



Όλοι μας έχουμε κάνει δωράκια στους αγαπημένους μας την 'ξεχωριστή' αυτή ημέρα. Εδώ έχουμε δύο ντροπαλά λυκειόπαιδα. Το αγόρι, με σκυμμένο το κεφάλι, προσφέρει στο κορίτσι στις 14 Φεβρουαρίου ένα τριαντάφυλλο. Και το κορίτσι, επίσης ντροπαλό γιατί της αρέσει το αγόρι, απλώνει το χέρι της να πάρει το δώρο και εκεί παγώνει η ζωγραφιά αυτή. Ένα δευτερόλεπτο πριν το χέρι της αγγίξει το δικό του.

 
 
 
Number 2.
The Two Unlucky Toy Lovers


Βρισκόμαστε στη Γερμανία. Είναι ένα μικρό μαγαζάκι όπου ένας δημιουργικός τυπάς φτιάχνει παιχνίδια με κλειδί. Ξέρετε, αυτά που έχουν ένα ντελικάτο μεταλλικό κλειδί στην πλάτη τους, το γυρνάς και χορεύουν, τραγουδούν και περπατάνε. Όμως, τα συγκεκριμένα παιχνίδια, έχουν κάτι το ιδιαίτερο. Έχουν ψυχή. Έχουν αισθήματα. Είναι σαν κανονικοί άνθρωποι. Ο τεχνίτης λοιπόν είχε φτιάξει ένα αγόρι. Ήταν κάπως σα διαβολάκι, με μαύρα φτερά, μαύρα μαλλιά και κόκκινα μάτια. Στο κλειδί του μάλιστα, μαζί με μία καρδιά, είχε και μία πεντάλφα. Και το αγόρι παρακολουθούσε τον τεχνίτη να δημιουργεί το επόμενο παιχνίδι. Ήταν μία μπαλαρίνα με ροζ στολή και ξανθά μαλλιά. Ήταν τόσο όμορφη. Μόλις την τελείωσε και την έβαψε, ο τεχνίτης την κούρδισε καλά, όπως κούρδιζε όλα τα παιχνίδια που έφτιαχνε και πήγε σπίτι του. Και η μπαλαρίνα είχε ερωτευτεί το διαβολικό αγόρι. Και έτσι, καθώς ήταν κουρδισμένα, άρχισαν να περπατάν το ένα προς το άλλο. Ήθελαν απεγωνσμένα να αγκαλιαστούν. Και λίγο πριν φτάσουν ο ένας τον άλλον για την πολυπόθητη εκείνη αγκαλιά, τα κλειδιά τους σταματάνε και μένουν ακίνητα, μην έχοντας επιτύχει αυτό που θέλουν. Και δακρύζουν.


 
Number 3.
The Lover Without Heart

Αυτή είναι η Alice. Παλιά είχε κόκκινα μαλλιά και λαμπερά γαλάζια μάτια. Η Alice ερωτεύτηκε. Ερωτεύτηκε πολύ και είχε αγαπήσει κιόλας. Κάποιον που όμως έπαιξε μαζί της. Που την έσπαγε σε κομμάτια. Όμως η Alice τον αγαπούσε τόσο πολύ που απλά μάζευε τα κομμάτια και τα έραβε και εκείνος την έσπαγε ξανά και ξανά και ξανά. Και η Alice δεν έλεγε τίποτα και φύλαγε σα θυσαυρό το τριαντάφυλλο που της είχε δώσει την πρώτη φορά που γιορτάσανε μαζί τον Άγιο Βαλεντίνο. Μία μέρα όμως εκείνος έφυγε. Έφυγε και πήρε μαζί του το πιο πολύτιμο κομμάτι της Alice. Την καρδιά της.


Ελπίζω να σας άρεσαν οι ζωγραφιές μου και η ιστορία που κρύβεται πίσω από αυτές. 

Σας παρακαλώ να μη χρησιμοποιήσετε αυτές τις ζωγραφιές, ή να τις αντιγράψετε ή να της αλλάξετε με οποιοδήποτε τρόπο. Είναι στα δικά μου πνευματικά δικαιώματα. Ευχαριστώ. :)

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Broken doll



Και, τι καλά, ο Φεβρουάριος μας ξεκινά με μία ακόμη υπέροχη ανάρτηση. Τόσο χαρούμενη.:)

Την βλέπετε την κούκλα εκεί πάνω; Την εικόνα της; Ναι, αυτή την άσχημη κούκλα με τα μαύρα κοτσίδια και τα μαύρα ρούχα και τα υπερμηκή άκρα; Είναι η Λαβίνια. Φυσικά και έχει όνομα. Νομίζετε πως τα παιχνίδια δε μιλούν και δεν αισθάνονται; Λάθος. Ειδικά δε η Λαβίνια, ήταν ένα πάρα πολύ ευαίσθητο παιχνίδι. Την αγόρασε ένας κύριος όταν χιόνιζε από ένα μαγαζί του Λονδίνου. Αποχαιρέτησε τις αδερφές της και τους φίλους της από το μαγαζί και την τοποθέτησαν σε ένα σκοτεινό κουτί για αρκετές ημέρες. Όταν βγήκε από εκεί, δύο μικρά χέρια την άρπαξαν και την αγκάλιασαν σφιχτά και ένα ξανθό γιγαντιαίο κορίτσι με κόκκινα μάγουλα την έπαιρνε παντού μαζί της από τότε. Η Λαβίνια είχε πέσει σε λάκκο με λάσπες, είχε συρθεί σε βρεγμένα χόρτα και καυτή άμμο, είχε κάνει παρέα στο κορίτσι πολλές ημέρες και πολλές νύχτες, τόσες που έφτασαν αμέτρητες. Τα μάτια της βγήκαν και απλά της έραψαν δύο καινούρια, αλλήθωρα και τα μαλλιά της χάλασαν. Το φόρεμα κάηκε από ένα ατύχημα στο φούρνο. Κι όμως η Λαβίνια είχε αγαπήσει το κορίτσι με τις χρυσές μπούκλες, ακόμα και αν είχε τραβήξει τα πάνδεινα. Είχε αγαπήσει τον τρόπο με τον οποίο αυτά τα χέρια έπαιζαν ε το φόρεμά της ή χτένιζαν τις λεπτές μαύρες τρίχες της ή την αγκάλιαζαν. Αυτό το κορίτσι την έκανε να νιώθει σημαντική. Να νιώθει πως άξιζε κάτι. Μέχρι την Μέρα. Ήταν μία συνηθισμένη ημέρα. Η κοπέλα είχε να αγγίξει τη Λαβίνια αρκετές ημέρες, αλλά η Λαβίνια δεν το θεώρησε πρόβλημα. Το ξανθό κορίτσι είχε πληθώρα παιχνιδιών στο δωμάτιό της. Μέχρι που μπήκε μέσα στο δωμάιο το κορίτσι. Τελικά δεν είχαν περάσει μέρες. Είχαν περάσει χρόνια. Το κορίτσι είχε γίνει γυναίκα. "Μαμά, πρέπει να πετάξουμε τα παιχνίδια", είπε η κοπέλα. Και η Λαβίνια μαζί με άλλα κουκλάκια, κούκλες και πολλά άλλα παιχνίδια, μπήκε σε μία τεράστια μαύρη σακούλα και πετάχτηκε έξω από το σπίτι που τόσο αγάπησε. Η καρδιά της ράγισε. Δεν είχε κανέναν στον κόσμο. Και για να έχει παρέα, από ένα μάτσο κουρέλια, έφτιαξε μία μικροσκοπική κούκλα με κόκκινα ρούχα, την Έμελι και ορκίστηκε να μην την αφήσει ποτέ. Όμως αυτή η κούκλα δεν ήταν τίποτε παρά ένα άψυχο παιχνίδι και η Λαβίνια ένιωθε ακόμα πιο πληγωμένη.

Σταμάτα. Αυτή ήταν η μόνη λέξη που είπες. Με αποφεύγεις και από πάνω, ουσιαστικά μου 'πες να το βουλώσω, ωραία, τα δέσαμε. Και ναι ξέρω, ο ανταγωνισμό είναι μεγάλος. You see, she wears shot skirts but I wear T-shirts ;) Αλλά για ποιο λόγο παίζεις έτσι μαζί μου; Σε όλη σχεδόν τη διαδρομή προς την Αθήνα καθόμασταν μαζί, μιλάγαμε, μου χαμογέλαγες και τα τελευταία λεπτά, πέντε ή δέκα νομίζω, κρατιόμασταν χέρι χέρι. Μου έλεγες να κάτσω μαζί σου για να μιλάμε, μου χάιδεψες τα μαλλιά, κάναμε ό,τι καμένο υπήρχε και στην τριήμερη. Να μη σχολιάσω το σχολείο σωστά; Που 'ντάξει, στα μαθήματα γενικής λιώνουμε παρέα στις συζητήσεις. Και τώρα ξαφνικά, δε μου μιλάς, δε με κοιτάς, δεν υπάρχω πια για 'σενα και ούτε να μιλάω θες. Σταμάτα, αυτό δεν είπες όταν πήγα να μιλήσω σε ένα φίλο σου; Και δεν μιλάς πια. Πραγματικά δεν ξέρω τι σου έκανα. Οκέι, ειλικρινά; I might like you. Or something more. Αλλά δεν σου είπα ή έκανα κάτι. Και απλά αδιαφορείς. Fine :) Έτσι δεν είναι τα πράγματα σε αυτή τη ζωή; Για μερικούς είσαι ένα παιχνίδι που φέρνουν τα Χριστούγεννα. Τυλιγμένο με κορδέλες και αστραφτερό. Παίζουν μαζί σου. Σε απομυζούν. Σου παίρνουν ό,τι έχεις: φιλία, αγάπη, αγκαλιές, φιλιά, ένα χαμόγελο... Και στο τέλος, συνειδητοποιούν πόσο κοινά βαρετός είσαι. Πως στην πραγματικότητα αυτή η σχέση που υπήρξε μαζί σας ήταν ένα πυροτέχνημα. Εκσφενδονίστηκε στον ουρανό, έσκασε, έλαμψε με πολύχρωμα μικρά φωτάκια και έσβησε μοιραία, αφήνοντας μία γλυκόπικρη αίσθηση πίσω του. Και έτσι, σε παρατούν. Για να βρουν ένα καλύτερο πυροτέχνημα, κάτι που θα τους κάνει πιο χαρούμενους, πιο ευτυχισμένους. Η φιλία είναι σχέσης εκμετάλευσης. Δεν είναι τίποτα. Δεν υπάρχουν αληθινά συναισθήματα. Δεν υπάρχει τίποτα. Ούτε ουράνιο τόξο, ούτε ηλιαχτίδα. Κάτι θα φωτίσει το συννεφιασμένο ουρανό, μα είναι καίριο. Εν τέλει, θα φύγει και αυτό, αφήνοντας τη βροχή να γεμίζει τους γκρι δρόμους. Δεν υπάρχει τίποτα το θετικό. Ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή μόνος του. Πεθαίνει μόνος του. Στη διάρκεια αυτού του μεγάλου η μικρού διαστήματος, γνωρίζει ανθρώπους, πληγώνει και πληγώνεται. Είναι η αλήθεια. Και παρότι πονάει, πρέπει να τη δεχθούμε.

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

It's so cold...





Κάνει τόσο κρύο. Το χιόνι πέφτει. Πέφτει και στρώνει τους δρόμους, τα μετατρέπει όλα. Τα κάνει λευκά και μελαγχολικά. Κάνει τόσο κρύο. Μέσα στη σιγαλιά της νύχτας, όταν τα άστρα έχουν αποφασίσει να βάλουν τα καλά τους και να λάμψουν και μία μικρή φέτα φεγγαριού φωτίζει τη Γη, ακούγεται ένας λυγμός. Και συνεχίζει να κάνει κρύο. Η κοπέλα κάθεται εκεί, πάνω στο βράχο. Το φόρεμά της είναι τόσο άσπρο, που δεν ξεχωρίζει και πολύ από το τριγύρω μέρος, που έχει σκεπαστεί με χιόνι. Γύρω της τα αφιλόξενα, μαύρα δέντρα, ορθώνονται και νιώθει σα φυλακισμένη. Τι χιόνι πέφτει πάνω της και είναι σα να έχει δημιουργήσει ένα στέμμα στα μαλλιά της. Εκείνη, παρότι κρυώνει, κάθεται εκεί. Μόνη. Στοιχειωμένη από τις αναμνήσεις, Έφυγε, έφυγε, έφυγε. Γιατί έφυγε; Υποτίθεται δε θα την άφηνε μόνη σε αυτό τον κόσμο. Έφυγε. Και το κρύο αυτό, το κρύο που φέρνει ο χειμώνας και το χιόνι, δεν είναι τίποτα μπροστά στο κρύο στην καρδιά της, στο κρύο που νιώθει να την πνίγει. Απλά έφυγε και εκείνη έμεινε μόνη, στοιχειωμένη από τις αναμνήσεις, να περιμένει εκεί, στο μέρος που γνωρίστηκαν.







Όλοι μας έχουμε κάποιο πρόσωπο που αγαπάμε. Που αγαπάμε περισσότερο από οτιδήποτε. Που είναι ξεχωριστό γιατί έτσι. Που είναι ξεχωριστό γιατί το αγαπάμε. Που μας έχει υποσχεθεί να μη μας αφήσει ποτέ. Και που τελικά μας αφήνει.
Υπάρχουν πολλοί και διάφοροι τρόποι για να σε αφήσει κάποιος. Μπορεί να φύγει μακριά και να σε ξεχάσει, σα να ήσουν απλά ένα παιχνίδι που χάλασε και το πέταξε. Μπορεί να τσακωθείτε και να φύγει. Μπορεί αυτό που σε χώρισε από εκείνον, να είναι πέρα ανθρωπίνων δυνατοτήτων και να μην μπορείς να τον φτάσεις. Και αυτό λέγεται θάνατος. Όλοι οι τρόποι όμως έχουν το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα. Μία καρδιά σπασμένη σε πολλά μικρά κομμάτια, τα οποία ο αέρας μπορεί πολύ εύκολα να παρασύρει και να σκορπίσει, τα οποία μπορεί πολύ εύκολα το πρώτο χιόνι να καλύψει.
Ειδικά όμως ο θάνατος, είναι αυτό που μας πονά περισσότερο. Γιατί γνωρίζουμε πως το άτομο δεν ήθελε να φύγει. Γιατί ξέρουμε πως δεν έσπασε κάποια υπόσχεση που μας είχε δώσει. Και γιατί απλά είναι ένα φαινόμενο που ξέρουμε πως δε μπορούμε και οι ίδιοι να το αποφύγουμε αλλά και επειδή ξέρουμε πως το αγαπημένο πρόσωπο δεν πρόκειται να γυρίσει ποτέ.
Και μόνο τότε εκτιμούμε το πόσο μεγάλη αξία είχε για εμάς. Το πόσο πολύτιμο ήταν. Ευχόμαστε να το είχαμε κρύψει κάπου, να το φυλάξουμε σα θησαυρό και να το έχουμε όλο δικό μας προτού φύγει.
Και τελικά, όταν έχει έρθει αυτό, όταν ο θάνατος το έχει πάρει μακριά, το μόνο που μας μένει είναι ένα μάτσο αναμνήσεις, στιβαγμένες σε μια αραχνιασμένη γωνία του μυαλό μας. Μόνο ένα μάτσο αναμνήσεις. Που πονούν. Που ξεσκίζουν τα σωθικά μας, μας τρελαίνουν και ευχόμαστε να σταματήσει όλη αυτή η κατάσταση. Οι αναμνήσεις μας στοιχειώνουν. Αλλά αν το δούμε καλύτερα, οι αναμνήσεις μας συντροφεύουν. Ναι, μας συντροφεύουν. Όταν το άτομο δεν είναι εκεί, καταφεύγουμε στις θολές μας αναμνήσεις. Κρατάμε έτσι κοντά μας το άτομο αυτό, δεν το αφήνουμε να φύγει ποτέ μακριά μας. Παραμένει, έστω και μεταφορικά, δίπλα μας. Τι στιγμές τις σιωπής, τις στιγμές που χρειαζόμαστε ένα στήριγμα, ξεπετάγεται η ανάμνηση. Η ανάμνηση ενός χαμόγελου, μιας αγκαλιάς, ενός φιλιού, ενός γέλιου. Και τότε νιώθουμε καλύτερα. Και έτσι, σκεφτόμαστε πιο θετικά. Προσπαθούμε...
Προσπαθούμε να κάνουμε την κάθε μέρα καλύτερη, πιο γελαστή. Προσπαθούμε να μην αφήσουμε τα γεγονότα και τη θλίψη να μας πάρουν από κάτω. Προσπαθούμε να χρωματίσουμε τον κόσμο με χρώματα εκτός του γκρι και του μαύρου. Προσπαθούμε να δούμε όχι τη βροχή, αλλά το ουράνιο τόξο που θα βγει μετά από αυτή. Προσπαθούμε να προχωρήσουμε παρακάτω. Να γελάσουμε με ένα αστείο. Να παίξουμε στη βροχή ένα φθινοπωρινό απόγευμα. Να ακούσουμε τους απαλούς χτύπους των σταγόνων καθώς πέφτουν στο παράθυρο. Να δούμε την πραγματική μαγεία της φωτιάς σε ένα τζάκι. Να δούμε τη θετική πλευρά των πραγμάτων. Να γελάσουμε. Να ζήσουμε.
Όχι ότι έτσι θα ξεχάσουμε το άτομο που έφυγε... Όχι. Απλά θα προσπαθήσουμε για χάρη του και θα δώσουμε ένα σημάδι, λέγοντας "Είμαι καλά.".



Memories 
Within Temptation
In this world you tried,
Not leaving me alone behind.
There's no other way,
I pray to the gods let him stay.
The memories ease the pain inside,
And now I know why.

All of my memories keep you near.

In silent moments,
Imagining you here.
All of my memories keep you near,
In silent whispers, silent tears

Made me promise I'd try,

To find my way back in this life.
Hope there is a way,
To give me a sign you're okay.
Reminds me again it's worth it all,
So I can go home.

All of my memories keep you near.

In silent moments,
Imagining you here.
All of my memories keep you near.
In silent whispers, silent tears.

Together in all these memories,

I see your smile.
All of the memories I hold dear.
Darling you know I'll love you,
Til the end of time.

All of my memories keep you near

In silent moments,
Imagining you here.
All of my memories keep you near,
In silent whispers, silent tears.

All of my memories...



Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2010

Όταν το τριαντάφυλλο αποφάσισε να απλώσει τα αγκάθια του...



Μια φορά και έναν καιρό, πολλά και πολλά χρόνια πριν, ένα κατακόκκινο, μυρωδάτο τριαντάφυλλο άνθιζε στην κορυφή του πιο ψηλού βουνού της χώρας.
Ήταν ένα μοναδικό τριαντάφυλλο, που ο κάθε ένας κάτοικος της Γης ολόκληρης το ποθούσε. Ήταν το τριαντάφυλλο του οποίου τα πέταλα πρόσφεραν την αθανασία.
Όμως, δεν γινόταν να το αποκτήσουν. Τα αγκάθια του τριαντάφυλλου, κατάμαυρα, δηλητηριώδη και κοφτερά, είχαν τυλίξει όλο το βουνό.
Κανένας δε μπορούσε να σκαρφαλώσει και να κόψει το πολυπόθυτο φυτό. Όσοι είχαν προσπαθήσει, πέθαναν.
Και το τριαντάφυλλο έμεινε μόνο του εκεί, να μαραίνεται και να μη χαρίζει σε κανέναν τα τόσο πολύτιμα πέταλά του.




Κάπως έτσι δεν είναι και ο καθένας από εμάς; Ένα πολύτιμο, μικρό τριαντάφυλλο, το οποίο αρχικά φαίνεται ασήμαντο. Αν κοιτάξεις το ρόδο από κοντά, αν πλησιάσεις και το μυρίσεις, θα καταλάβεις πόσο ξεχωριστό και ιδιαίτερο είναι και δε θα θέλεις να το αποχωριστείς ποτέ.
Τι γίνεται όμως αν υπάρχουν αγκάθια;



Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι πολύπλοκες. Οι περισσότεροι άνθρωποι διπρόσωποι και υποχθόνιοι. Κοιτάνε το συμφέρον τους. Είναι φιλικοί μαζί σου και μετά σε πληγώνουν. Σου ξεριζώνουν από μέσα σου όσα συναισθήματα μπορεί να είχες και όλη την καλή θέληση να αγαπήσεις και να νιώσεις.


Έτσι, κάποιος που αγάπησες, που εμπιστεύτηκες, που εναπόθεσες πάνω του όλες σου τις ελπίδες και τα όνειρα σου. Τον θεώρησες φίλο σου, ιδιαίτερα αν σου έχει σταθεί σε κάποιο πρόβλημα. Και τελικά, τις περισσότερες φορές, σε απογοητεύει.
Και έτσι, σαν ένα ντροπαλό και ευαίσθητο τριαντάφυλλο απλώνεις τα αγκάθια σου γύρω σου, φτιάχνεις ένα αγκάθινο κλουβί, μην αφήνοντας κανέναν να σε προσεγγίσει, έτσι ώστε να μην ξανανιώσεις αυτόν τον πόνο, αυτή την απογοήτευση, που τη μία στιγμή είσαι στα σύννεφα και την άλλη έχεις πέσει στη Γη και συνειδητοποιείς την πραγματικότητα.
Πραγματικά όμως, αξίζει; Αξίζει μία τέτοια ζωή; Μία ζωή μόνος; Μια ζωή χωρίς φιλία, αγάπη και τη ζεστασιά που νιώθεις όταν ξέρεις πως κάποιος σε νοιάζεται. Αξίζει να τα χάσεις όλα αυτά για κάποιον που ήταν απλά χαζός που δε σε γνώρισε καλύτερα; Για κάποιον ο οποίος δε δίνει δεκάρα τσακιστή για τα συναισθήματά σου; Όπως είπα και στο προηγούμενο ποστ μου, η ζωή περνάει, φεύγει και, ίσως, όταν ανοίξεις ξανά τα μάτια να έχουν περάσει τόσες ευτυχισμένες και χαρούμενες στιγμές, που θα μπορούσαν να σε κάνουν να χάσεις την ανάσα σου από τα γέλια.
Μην κλείνεσαι στον εαυτό σου. Θα είναι το μεγαλύτερό λάθος που θα κάνεις στη ζωή σου.
Γιατί έτσι, θα καταλήξεις όπως το τριαντάφυλλο του μικρού παραμυθιού. Μόνος. Έρημος. Χωρίς να μπορείς να προσφέρεις σε κανέναν τον εαυτό σου, χωρίς να μπορείς να κάνεις κάποιον να χαμογελάσει και να πει μία κουβέντα ενδιαφέροντος. Και όχι μόνο αυτό. Αν ποτέ σου κάνεις το λάθος να κλειστείς μέσα σε ένα καβούκι, τότε μετά από χρόνια, εσύ, ο χαρακτήρας, η προσωπικότητά σου και τα συναισθήματά σου θα είναι ξερά και κούφια.
Πιθανότατα όλα τα παραπάνω να είναι ένα απλό παραλήρημα μίας έφηβης που έχει πληγωθεί από τους φίλους της. Όπως και να έχει, δεν πειράζει.
Εγώ προσπαθώ να μη γίνω το τριαντάφυλλο και να δω τη θετική πλευρά της ζωής, να δω το ποτήρι μισογεμάτο. Εσείς;