Hunger Games

Deep in the meadow, hidden far away
A cloak of leaves, a moonbeam ray
Forget your woes and let your troubles lay
And when it's morning again, they'll wash away
Here it's safe, here it's warm
Here the daisies guard you from every harm
Here your dreams are sweet and tomorrow brings them true
Here is the place where I love you.

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Aoi Hana


«Καλημέρα Σέλεστ!»,είπε η Ερέβια χαρούμενα καθώς κούμπωνε το πουκάμισό της.
«Καλημέρα.»,είπε η Σέλεστ. «Τι ώρα είναι;».
«Εννέα παρά είκοσι πέντε.».
«Πφφφ.»,έκανε η Σέλεστ. Μετά τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Μα τα γένια του Μέρλιν, πρέπει να πάω για φαγητό! Έχω υποσχεθεί στον Τόμας να πάμε μαζί στη βιβλιοθήκη για να τον βοηθήσω σε μία εργασία του για τα Μπόγκαρτ!»,είπε, σχεδόν φωνάζοντας η Σέλεστ και πετάχτηκε πάνω αγχωμένη.
Η Ερέβια γέλασε καθώς έβλεπε τη φίλη της να βγάζει γρήγορα από το μπαούλο της ένα άσπρο πουκάμισο και μία γκρι φούστα.
«Ηρέμισε, Σέλι.»,είπε η Ερέβια καθώς η Σέλεστ ντύνονταν βιαστικά. «Ο Τόμας ποτέ δε θα σου κράταγε κακία. Σε λατρεύει υπερβολικά για να το κάνει αυτό.».
«Ναι, καλά.»,είπε η Σέλεστ και φόρεσε την καζάκα της και το μανδύα της. Έβαλε τα παπούτσια της και χτένισε γρήγορα τα μαλλιά της. «Πάμε γρήγορα για φαγητό!»,συνέχισε με επείγοντα τόνο στη φωνή της.
«Καλά, αλλά μην αγχώνεσαι, θα σου πέσουν τα μαλλιά.»,έκανε πλάκα η Ερέβια.
Η Σέλεστ γέλασε, έβαλε τα βιβλία από την τσάντα της και κλήτευσε κάμποσες περγαμηνές, δύο δοχεία με μαύρο μελάνι και τρεις πένες.
«Πάμε να φάμε!»,είπε η Σέλεστ κρεμώντας την τσάντα της στον ώμο της. «Εσύ τι θα κάνεις σήμερα;».
«Κανονίσαμε με το Λούκας να πάμε βόλτα στο πάρκο. Μετά, μάλλον θα βρω τη Λαβέρνα να διαβάσουμε παρέα Ξόρκια. Θα έρθεις και εσύ;».
«Φυσικά! Θα ‘χει πλάκα να κάνουμε στην Λαβέρνα το ξόρκι επιμήκυνσης των δοντιών.»,είπε με σατανικό ύφος η Σέλεστ.
Τα δύο κορίτσια έφτασαν στην τραπεζαρία και έκατσαν στο τραπέζι του κοιτώνα τους. Ο Λούκας δεν ήταν εκεί, μάλλον θα κοιμόταν ακόμα και ο Στέφαν δεν είχε βγει ακόμα από το αναρρωτήριο. Η Σέλεστ έβαλε γάλα σε μία κούπα και άρπαξε τρεις φρυγανιές και τις άλειψε με μέλι.
«Σέλεστ, ηρέμησε. Ο Τόμας δε θα σε σκοτώσει αν καθυστερήσεις ένα τέταρτο. Βάζω στοίχημα πως μπορεί ο ίδιος να μην έχει κατέβει ακόμα για πρωινό.»,είπε η Ερέβια.
Η Σέλεστ αυτή τη φορά άκουσε τα λόγια της φίλης της και σάρωσε με τα μάτια της προσεχτικά το τραπέζι του Γκρίφιντορ που βρίσκονταν ακριβώς απέναντι. Εντόπισε τον τριτοετή με τα καστανόξανθα, σγουρά, ατημέλητα μαλλιά και τα γκρίζα μάτια που έψαχνε. Ο Τόμας Σεμπάστιαν Θορν ήταν ο δεκατριάχρονος αδελφός της.
«Ακόμα τρώει.»,σχολίασε η Σέλεστ.
Ο Τόμας καθόταν με τον καλύτερό του φίλο, Τίμοθι Ρόμπινσον και γελάγανε τρώγοντας. Η Ερέβια έβαλε ήρεμα τσάι σε μία κούπα και πρόσθεσε μία κουταλιά μέλι.
«Είδες που ανησυχούσες; Ίσως κιόλας να ‘χει ξεχάσει πως πρέπει να τον βοηθήσεις.»,είπε η Ερέβια παίρνοντας ένα κομμάτι κέικ από μία πιατέλα δίπλα της.
«Πιθανότατα ναι. Ώρες-ώρες, είναι σαν να ξέρεις τον Τόμας περισσότερο από εμένα.».
Ακούστηκε ένα κρώξιμο από ψηλά. Μετά πολλά κρωξίματα μαζί. Και ένα τσούρμο κουκουβάγιες, όλων των χρωμάτων και διαφόρων μεγεθών εισέβαλλαν μέσα στην τραπεζαρία. Έσταζαν λίγο, καθώς έξω ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και ψιχάλιζε. Η μαύρη κουκουβάγια της Ερέβια, η Σολφέζ, προσγειώθηκε στο τραπέζι, με ένα γράμμα δεμένο στο πόδι της. Η Ερέβια πήρε το γράμμα και η Σολφέζ τσίμπησε λίγο από το κέικ της ιδιοκτήτριάς της, πριν φύγει.
«Α, κοίτα, έρχεται η Ολίβια!»,είπε η Ερέβια ξαφνιασμένη.
Η Ολίβια ήταν η γκρι οικογενειακή κουκουβάγια της Σέλεστ, που ερχόταν σχεδόν δύο φορές το μήνα στο Χόγκουαρτς. Η κουκουβάγια προσγειώθηκε μπροστά στη Σέλεστ. Η Σέλεστ τη χάιδεψε ελαφρά στο κεφάλι και της έδωσε ένα κομμάτι φρυγανιά. Έπειτα, έλυσε το γράμμα από το πόδι της, και η Ολίβια πέταξε μακριά.
Η Σέλεστ άνοιξε το γράμμα. Ήταν από τον πατέρα της, τον Τσαρλς Άντονι Θορν, κοντολογίς Τσάρλι για τους φίλους του.

16 Νοεμβρίου 2020
Αγαπημένη μου Σέλεστ,
Τι κάνεις; Ελπίσω τα μαθήματα να μην είναι υπερβολικά και να τα πηγαίνεις καλά. Ο Τόμας πώς τα πηγαίνει; Να τον προσέχεις.
Τώρα, στο θέμα μας. Λυπάμαι που στο ανακοινώνω, αλλά δεν μπορείς να παραμείνεις στο  Χόγκουαρτς φέτος. Ξέρω ότι έτσι σου χαλάμε τις διακοπές με τις φίλες σου, αλλά το μωρό θα γεννηθεί μέσα στις διακοπές των Χριστουγέννων και θέλουμε να είσαι εδώ. Ο Κρις ανυπομονεί να σας δει, θέλει να του κάνετε κόλπα με τα ραβδιά σας.(αν και δεν πρόκειται να σας αφήσω!). Σκοπεύουμε και να αγοράσουμε καινούριο δέντρο και θα έρθει και ο θείος Έρικ με την οικογένειά του την Παραμονή Πρωτοχρονιάς! Είμαι σίγουρος ότι θα περάσεις καλά ή έστω ικανοποιητικά έτσι ώστε να μη μας παραλύσεις και μας δέσεις στο δέντρο την Παραμονή.
Κοίτα να προσέχεις μην κρυώσεις τώρα που έρχεται ο Δεκέμβρης γλυκιά μου. Λείπεις πολύ στη μαμά. Σου στέλνει πολλά φιλιά και ελπίζει να μη θύμωσες που πρέπει να έρθεις εδώ και να είσαι καλά. Ο Κρις σου στέλνει την αγάπη του και το μωρό κλωτσάει πολύ από την κοιλιά της μαμάς,
Τα λέμε γλυκιά μου!
Φιλιά,
Ο μπαμπάς σου.

«Πωπω!»,είπε η Σέλεστ σιγανά και τύλιξε το γράμμα πάλι σε ρολό.
«Τι έγινε, Σέλεστ;»,ρώτησε η Ερέβια τρώγοντας κέικ.
«Πρέπει να πάω σπίτι φέτος τα Χριστούγεννα.»,είπε η Σέλεστ κάνοντας μία ξινισμένη γκριμάτσα. «Τέλος πάντων, δεν πειράζει, είναι για το καλό της μπέμπας.».
«Πού ξέρεις πως θα είναι μπέμπα; Νόμιζα πως ο γιατρός στον Άγιο Μάνγκο δεν είχε πει τι φύλο είναι.».
«Δεν είπε. Αλλά εγώ το ξέρω.»,είπε η Σέλεστ και τελείωσε το πρωινό της.

«Άρα τα Μπόγκαρτ με το ‘‘Ρεντίκολο’’ απωθούνται;»,ρώτησε ο Τόμας ψιθυριστά.
Κάθονταν με τη Σέλεστ στη βιβλιοθήκη και η δεύτερη τον βοηθούσε να  κάνει την εργασία του για την Άμυνα Εναντίον Σκοτεινών Τεχνών και του έδειχνε το ξόρκι απώθησης των Μπόγκαρτ.
«Φυσικά. Φαντάζεσαι πώς να γελοιοποιήσεις το φόβο σου, κουνάς το ραβδί, φωνάζεις ‘‘Ρεντίκολο’’ και πάει το Μπόγκαρτ.»,απάντησε στον ίδιο τόνο η Σέλεστ και χαμογέλασε.
«Το κατάλαβα!»,είπε ο Τόμας και η Σέλεστ έβγαλε τα γυαλιά της για να τρίψει τα κουρασμένα μάτια της.
Όταν όμως, άνοιξε τα μάτια της, κάτι περίεργο συνέβη. Δεν έβλεπε θολά, έβλεπε τα πάντα με ευκρίνεια. Και ξάφνου, νιώθει το κεφάλι της να σπάει στα δύο και πολλές πολύχρωμες εικόνες και ήχοι εισχωρούν μέσα του.
«Σέλεστ;»,ρώτησε ο Τόμας τρομαγμένος. «Τι έχουν τα μάτια σου;».
«Τι έχουν;»,ρώτησε η Σέλεστ κρατώντας το κεφάλι της που πόναγε αφάνταστα πολύ.
Με διστακτικά βήματα σηκώθηκε και πήγε στον καθρέφτη που βρίσκονταν απέναντι. Μόλις είδε το είδωλό της, τρόμαξε. Τα μάτια της είχαν γίνει ένα γαλάζιο σαν αυτό του πάγου.
«Τι στο καλό συμβαίνει;»,ρώτησε η Σέλεστ καθώς τα μάτια της ξαναγύριζαν στο φυσικό τους μελένιο χρώμα.
Τύλιξε τα χέρια της γύρω από το κοκαλιάρικο σώμα της. Ξαφνικά, της φάνηκε πως ο Νοέμβρης δεν ήταν ποτέ πιο κρύος.

-ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ-

Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2011

Anorexia Nevrosa


Το βλέπεις κάθε μέρα. Στην αντανάκλαση των βιτρίνων, στα τζάμια, στους καθρέφτες. Είναι το σώμα σου. Είναι απαίσιο. Είναι τόσο άθλιο και γεμάτο σε σχέση με των άλλων κοριτσιών. Πρέπει αυτό να αλλάξει. Πρέπει να χάσεις βάρος.


Ήμουν τόσο ηλίθια που, αφού διάβασα ένα από τα τρία βιβλία της Τζάκλιν Ουίλσον(Girls under pressure) που μίλαγε αναλυτικότατα για την ανορεξία στις έφηβες και το τι μπορεί να προκαλέσει, το άρχισα και εγώ.
Ξεκίνησε με μία απλή κουβέντα του ενδοκρινολόγου στον οποίο πηγαίνω κάθε εξάμηνο λόγο θυρεοειδούς. ‘Έχεις παχύνει. Πολύ. Δεν το βλέπεις; Είσαι 62 κιλά, δεκατεσσάρων και μόλις 1.60. Πρέπει να χάσεις μερικά κιλά, εντάξει;’.
Και κατάλαβα πόσο απαίσιο είναι. Να είμαι τόσο παχιά, να έχω παραπανίσια κιλά. Ήταν χάλια. Ήμουν χάλια. Έπρεπε να αλλάξει.
Έτσι, σταμάτησα να τρώω. Στην αρχή ήταν το βραδινό, μετά το απογευματινό και το δεκατιανό, μείωσα τις μερίδες του πρωινού και του μεσημεριανού κατά πολύ. Έπρεπε να χάσω κιλά, να μπορώ να βρω ένα παντελόνι της αδερφής μου να μου κάνει, να χωρέσω στο νούμερο 28. Μου έγινε εμμονή. Σταμάτησα να τρώω και μέσα σε 5 μήνες έχασα 6 κιλά. Ήταν λίγο. Έπρεπε να χάσω κι άλλα. Άρχισα να περπατάω και να καίω θερμίδες όπως μπορούσα. Κατέληξα να έχω χάσει 10 κιλά σε ένα εξάμηνο. Έπειθα τον εαυτό μου πως δεν πεινούσα, δεν πεινούσα, δεν πεινούσα, δενπεινούσα, δενπεινούσα, ΔΕΝΠΕΙΝΟΥΣΑ. Ήμουν χοντρή και έπρεπε να χάσω κι άλλο.
Μέχρι να ξαναπάω στον ενδοκρινολόγο είχα φτάσει 51 κιλά και 200 γραμμάρια, τα περισσότερα ρούχα μου μου έπεφταν. Όσοι με πείραζαν, με έλεγαν χοντρή δε μου το έλεγαν πια-είχα αδυνατίσει στα μάτια τους. Ακόμα ήθελα να χάσω κι άλλο βέβαια, να αποδείξω ότι είμαι καλύτερη, να γίνω όμορφη, να γίνω όπως αυτές στα περιοδικά, ή όπως μερικές κοπέλες στην τάξη μου, που ήταν τόσο αδύνατες.
Μέτραγα τα κόκαλα των πλευρών μου. Ήμουν ελαφρώς ευχαριστημένη. Πίστευα ότι έπρεπε να χάσω κι άλλο. Κι άλλο για να γίνω αρεστή. Για να έχω φίλους, να βρω επιτέλους αγόρι, να σταματήσουν όλοι να μου λένε ‘όχι’ και να αρνούνται την παρέα μου.
Και μετά πήγαμε στον ενδοκρινολόγο. Μόνο που δε με έβρισε.
‘Αυτό ήταν ένα από τα χειρότερα πράγματα που θα μπορούσες να κάνεις στον εαυτό σου. Δες… δες πώς είσαι. Ένα μάτσο κόκαλα. Κόκαλα και δέρμα.’.
‘Μα εσείς είπατε πως ήμουν παχιά.’.
‘Ήσουν. Ήσουν διότι έχεις πρόβλημα με το θυρεοειδή σου και πρέπει να έχεις ένα όριο στα κιλά σου, αλλιώς θα καταλήψεις παχύσαρκη. Πρέπει να προσέχεις. Όχι όμως να πάθεις νευρική ανορεξία!’.
‘Μα δεν έχω νευρική ανορεξία. Ακόμα παχιά είμαι.’.
‘Τα κόκαλά σου εξέχουν από το δέρμα σου. Έχασες 10 κιλά σε έξι μήνες. Οδεύεις προς τη νευρική ανορεξία. Αυτό θες για ‘σένα; Να ‘σαι ένα πράγμα, να είσαι γεμάτη κόκαλα;’.
‘Μα…’.
‘Η άρνηση είναι ένα από τα πρώτα στάδια της νευρικής ανορεξίας. Κοίτα πώς είσαι’ *πήρε τον καρπό μου στα χέρια του* ‘Δεν είναι φυσιολογικό. Πρέπει για το ύψος σου να είσαι από 52 έως και 55 κιλά. Αν πέσεις κάτω από 50 κιλά θα έχουμε πρόβλημα. Δεν θα αδιαθετείς, θα σου πέφτουν τα μαλλιά, δε θα κοιμάσαι, θα αρρωσταίνεις. Πρόσεξέ το. Για δικό σου καλό.’.
Όχι ότι μετά έπεσα ‘βουρ στον πατσά’ που λέμε και εδώ, αλλά άρχισα ξανά να τρώω 3 φυσιολογικά γεύματα τη μέρα. Οκέι, ακόμα τρώω αργά, πολύ πολύ πολύ αργά, αλλά δεν πειράζει, έχω φυσιολογικά κιλά. Και δεν ξανακύλησα, σε όλο αυτό το φαύλο θλιβερό παιχνίδι.
Απλά το θέμα δεν είναι αυτό. Αυτό που έπαθα εγώ δεν ήταν τίποτα. Άλλα κορίτσια πεθαίνουν λόγω της νευρικής ανορεξίας. Το πρόβλημα είναι σοβαρό.
Και απλά δεν πρέπει να δεχόμαστε ό,τι μας πλασάρουν. Η Adele είναι αφράτη και δε θέλει να χάσει κιλά. Έχει ένα από τα πιο όμορφα πρόσωπα του κόσμου, θεϊκή φωνή και όλοι τη λατρεύουν.
Το τέλειο δεν είναι αυτό που πλασάρουν στα περιοδικά. Το τέλειο δεν είναι τα υπερβολικά αδύνατα μοντέλα. Το τέλειο δεν είναι να μετρούνται τα κόκαλα πάνω σου. Το τέλειο δεν είναι να κοντεύεις να πέσεις κάτω όποτε βάζει κρύο ή να λιποθυμάς επειδή δεν έφαγες σωστά.
Μπορεί να είναι τέλειο κάτι που σε οδηγεί στο νοσοκομείο;
Όχι.
Δεν το νομίζω.




Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

Aoi Hana


Το πλήθος διαλύθηκε σιγά-σιγά με χαρούμενες επευφημίες και τραγούδια από τους Ράβενκλοου, θλιμμένα και μουτρωμένα πρόσωπα από τους Γκρίφιντορ.
«Πρέπει να πάω στον κοιτώνα. Έχουμε κανονίσει με το Σκορπιό και την Αμάντα να διαβάσουμε.»,είπε η Λαβέρνα όταν σχεδόν όλος ο κόσμος είχε φύγει.
«Α, Λούκας!»,είπε η Ερέβια χαρούμενη και αγκάλιασε τον Λούκας που μόλις είχε ανέβει στις κερκίδες. «Υπέροχο παιχνίδι.».
Ο Λούκας της ανακάτωσε τα μαλλιά. «Ευχαριστώ μικρή.».
«Τα λέμε αύριο κορίτσια!»,είπε η Λαβέρνα χαμογελώντας και έφυγε.
«Γεια σου Λαβέρνα!»,είπαν η Σέλεστ, η Ερέβια και ο Λούκας μαζί.
«Ο Στέφαν;»,ρώτησε η Σέλεστ.
«Είναι κάτω. Νομίζω μόλις μπήκε για ντουζ.»,απάντησε ο Λούκας.
«Καλό θα ήταν να πάτε στο κάστρο.»,είπε η Σέλεστ. «Τα μαλλιά σου είναι βρεγμένα, Λούκας, θα κρυώσεις.».
«Έχει δίκιο.»,είπε η Ερέβια και τον τράβηξε από το χέρι. «Δεν θες να χάσεις τις προπονήσεις έτσι δεν είναι; Σέλεστ, θα περιμένεις μόνη σου τον Στέφαν;»,ρώτησε.
«Ναι, θα πάω στα αποδυτήρια για να τον περιμένω.»,είπε η Σέλεστ και πήγε προς τα αποδυτήρια.
«Σίγουρα δεν πειράζει που θα μείνει μόνη της;»,ρώτησε ο Λούκας την Ερέβια καθώς, πιασμένοι χέρι-χέρι ξεκινούσαν για το κάστρο.
«Δεν νομίζω. Θέλει να περιμένει το Στέφαν και για αυτό πηγαίνει εκεί.»,είπε η Ερέβια και χαμογέλασε.
Η Σέλεστ κατέβηκε από τις κερκίδες και μπήκε στα αποδυτήρια του Ράβενκλοου. Εκείνη τη στιγμή ο Στέφαν κούμπωνε το πουκάμισό του.
«Α, Στέφαν! Νόμιζα ότι ήσουν ακόμα στο ντουζ.»,είπε η Σέλεστ.
«Όχι, θέλω να πάω να φάω, οπότε τελείωσα γρήγορα.»,είπε ο Στέφαν γελώντας και έβαλε σε ένα σάκο τη στολή Κουίντιτς.
«Σου είπα το πρωί να φας.»,διαμαρτυρήθηκε η Σέλεστ.
Ο Στέφαν γέλασε ξανά και την αγκάλιασε. «Όπως μου είπες και το σκορ. Ευχαριστώ μικρούλα. Είσαι το τυχερό μου γούρι.».
Εκείνη τη στιγμή η πόρτα των αποδυτηρίων άνοιξε.
«Ωχ, συγνώμη.»,ακούστηκε μία αγορίστικη φωνή. «Σας διέκοψα.».
Η Σέλεστ έφυγε κατευθείαν από την αγκαλιά του Στέφαν.
«Όχι, Τζέιμς, αλλά γιατί είσαι εδώ; Ελπίζω να μη γυρεύεις καυγάδες…»,είπε επιφυλακτικά ο Στέφαν.
Στην πόρτα στέκονταν ο Τζέιμς Πότερ. Είχε μαύρα ίσια μαλλιά, βρεγμένα τη συγκεκριμένη στιγμή και καστανά μεγάλα μάτια.
«Όχι Στέφαν.»,είπε ο Τζέιμς γελώντας. «Και πόσο μάλλον μπροστά σε κορίτσι. Απλά… ήθελα να σε συγχαρώ.».
Η Σέλεστ ένιωσε να πέφτει από τα σύννεφα. Ο Τζέιμς Πότερ τους συνεχαίρονταν για τη νίκη τους; Ο Στέφαν φαινόταν το ίδιο σοκαρισμένος.
«Ήταν ένα πολύ καλό παιχνίδι, Στέφαν.»,είπε ο Τζέιμς Πότερ και άπλωσε το χέρι του. «Χάρηκα που σε είχα αντίπαλο.».
Ο Στέφαν έκανε χειραψία με τον Τζέιμς και χαμογέλασε. «Και εγώ χάρηκα. Είσαι καλός αντίπαλος, Πότερ. Τα λέμε στα Ξόρκια την Δευτέρα, ναι;».
«Ναι, τα λέμε Ντράγκον!»,είπε ο Τζέιμς και έφυγε.
«Έλα, πάμε στο κάστρο.»,είπε ο Στέφαν και ξεκίνησαν για το κάστρο. «Δεν περίμενα να έρθει ο Πότερ να με συγχαρεί. Συνήθως είναι αλαζόνας με αυτά τα θέματα.».
«Μπορεί να έγινε ευαίσθητος τώρα τελευταία. Εξάλλου, κάνετε συνδυαστικά μαθήματα έξι χρόνια μαζί. Μάλλον σε συμπαθεί.».
«Μάλλον…»,είπε ο Στέφαν και φάνηκε σα να θέλει να πει κάτι άλλο, αλλά εκείνη τη στιγμή, εντελώς απροειδοποίητα, πέφτει κάτω.
«Στέφαν; Στέφαν, είσαι καλά;»,ρώτησε σχεδόν φωνάζοντας ταραγμένη η Σέλεστ.
Έπιασε το μέτωπό του και ήταν ζεστό.
«Γαμώ το… Τώρα τι θα κάνω;»,μουρμούρισε στον εαυτό της και ένα δάκρυ κύλησε. Το σκούπισε βιαστικά. «Πρέπει να βοηθήσω τον Στέφαν. Σωματοκινήσιους!»,είπε βγάζοντας το ραβδί της από την τσέπη και το αναίσθητο σώμα του Στέφαν σηκώθηκε σχεδόν ενάμισι μέτρο πάνω από το έδαφος.
Η Σέλεστ πήρε τον αθλητικό σάκο του Στέφαν στον ώμο της. «Ας σε πάμε στο αναρρωτήριο. Έχεις καιρό να δεις την κυρία Πόμφρι.»,μουρμούρισε.

****

«Τι ακριβώς έγινε, Σέλεστ;»,τη ρώτησε ο Λούκας.
Ο ήλιος φαινόταν από τα παράθυρα του αναρρωτηρίου να βουτά μέσα στα κατάμαυρα δέντρα του Απαγορευμένου δάσους και ο Στέφαν ήταν στο κρεβάτι, με ένα μόνιμο συνοφρύωμα. Η Σέλεστ κάθονταν στο περβάζι του παραθύρου δίπλα στο κρεβάτι του Στέφαν κοιτάζοντας το παράθυρο. Ο Λούκας και η Ερέβια κάθονταν ο ένας πάνω στο κρεβάτι και η άλλη στη μία καρέκλα.
«Όπως μου μίλαγε ξαφνικά λιποθύμησε. Έπιασα το μέτωπό του και έκαιγε. Τον έφερα εδώ. Η Πόμφρι αγχώθηκε, του έδωσε αντιπυρετικά βοτάνια αλλά ο πυρετός δεν έλεγε να πέσει. Μετά από λίγο ξύπνησε, ήπιε δύο μπουκάλια νερό και του πέρασε ο πυρετός και μετά ήρθατε εσείς και ακούσατε την Πόμφρι να λέει πως θα τον κρατήσει μέσα σήμερα το βράδυ για να σιγουρευτεί πως είναι καλά.».
«Καλά είμαι, την Κεντάβρα μου μέσα!»,διαμαρτυρήθηκε ο Στέφαν.
«Στέφαν, καλό θα ήταν να μείνεις εδώ. Ξέρεις, μπορεί απλά να ήταν αντίδραση του οργανισμού σου στην υπερκόπωση.»,είπε η Ερέβια.
«Εξάλλου, βγαίνεις αύριο.»,είπε ο Λούκας που εν μέρει καταλάβαινε το φίλο του. Δεν ήταν διόλου ευχάριστο να παραμένεις άπραγος μέσα στο ελαφρά κρύο και νοσηρό περιβάλλον του αναρρωτηρίου. «Υπομονή.».

«Κύριε Φλίτγουικ, ένα παιδί από τον κοιτώνα του Ράβενκλοου λιποθύμησε σήμερα. Ο Στέφαν Ντράγκον.»,είπε η Αραμπέλα Πόιζον.
Η Αραμπέλα Πόιζον ήταν μόλις είκοσι έξι ετών, με κατακόκκινα σγουρά μαλλιά και μεγάλα καστανά σκούρα, σχεδόν μαύρα μάτια. Αν και μόλις πριν τρία χρόνια είχε διοριστεί ως καθηγήτρια Φίλτρων στη Σχολή Χόγκουαρτς για Μαγείες και Ξόρκια, λόγω της σκληρής δουλειάς, της επιμέλειας, της επιμονής και της υπομονής της πριν ένα χρόνο έγινε η Υπεύθυνη για τον κοιτώνα του Ράβενκλοου.
Ήταν στο γραφείο του Διευθυντή. Ήταν γεμάτο με βιβλία. Βιβλία χοντρά, βιβλία λεπτά, καινούρια, παλιά, με δερματόδετα εξώφυλλα, με χίλιες σελίδες, παντού βιβλία, βιβλία, βιβλία! Πάνω από το γραφείο του Διευθυντή ο Σέβερους Σνέιπ την κοίταγε από το κάδρο του με ενδιαφέρον. Μία γκρι γάτα με μαύρες ρίγες και μία μαύρη «μάσκα» γύρω από τα μάτια της την παρακολουθούσε με τα αεικίνητα μάτια της. Ο Φίλιους Φλίτγουικ, πρώην καθηγητής Ξορκιών και Υπεύθυνος του Ράβενκλοου και νυν Διευθυντής του Χόγκουαρτς, σταύρωσε τα χέρια του σκεφτικά πάνω στο γραφείο.
«Μάλιστα. Και, Αραμπέλα, η Πόπι τι ακριβώς σου είπε για τα συμπτώματά του; Ανέφερε τίποτα…ιδιαίτερο;»,ρώτησε ο Φίλιους Φλίτγουικ ήρεμα.
«Είπε πως τον Ντράγκον μετέφερε εκεί η Σέλεστ Θορν. Ο Ντράγκον είχε λιποθυμήσει εντελώς απροειδοποίητα σύμφωνα με τα λεγόμενα της κοπέλας και είχε υψηλό πυρετό. Γύρω στους σαράντα με σαράντα ένα βαθμούς για μία ώρα. Μετά ξύπνησε και ήπιε τρία λίτρα νερό και συνήλθε.»,είπε η Αραμπέλα νιώθοντας ελαφρώς άβολα.
Δεν την είχε ενημερώσει ακόμα ο Διευθυντής για το τι συνέβαινε. Όμως είχε ακούσει πως ήθελε από όλους τους Υπεύθυνους των κοιτώνων αναφορές για την υγεία των μαθητών. Κυρίως αυτών που ήταν από τα δεκατέσσερα-δεκαπέντε και πάνω. Ενδιαφέρονταν  κυρίως για περίεργα περιστατικά όπως αυτό του Στέφαν Ντράγκον. Τον λόγο δεν τον ήξερε κανείς εκτός από τη Μινέρβα ΜακΓκόνακαλ, μάλλον και φυσικά τα πορτρέτα των παλαιών Διευθυντών στον τοίχο. Η Αραμπέλα όμως σεβόταν τον Φλίτγουικ και επειδή τον είχε καθηγητή ως έφηβη και επειδή ήταν Υπεύθυνος του Ράβενκλοου όταν ήταν εκείνη στο Χόγκουαρτς, οπότε απλά ακολουθούσε κατά γράμμα τις εντολές του. Ήξερε πως κάποια στιγμή θα την εμπιστευόταν και θα της έλεγε τι συνέβαινε.
«Αυτό είναι ενδιαφέρον.»,είπε περισσότερο στον εαυτό του ο Φλίτγουικ παίζοντας με μία μαύρη πένα. «Τέλος πάντων, σε ευχαριστώ πολύ για τον κόπο σου Αραμπέλα.»,συνέχισε χαμογελώντας. «Να με ενημερώσεις για οτιδήποτε καινούριο, εντάξει;».
«Μάλιστα κύριε Φλίτγουικ.»,είπε η νεαρή κοπέλα. «Καλό σας απόγευμα.».
«Καλό απόγευμα και καλό υπόλοιπο Σαββατοκύριακο, Αραμπέλα.»,είπε ευγενικά ο Φλίτγουικ και η Αραμπέλα βγήκε από το δωμάτιο.
Μόλις την άκουσαν να κατεβαίνει τα σκαλοπάτια, η γάτα πήδηξε από το γραφείο στο πάτωμα και στα γρήγορα μεταμορφώθηκε σε μία ψηλή, αδύνατη γυναίκα με σκούρο γκρι φόρεμα. Τα μαλλιά της είχαν γίνει γκρι και φόραγε τετράγωνα γυαλιά. Ήταν η Μινέρβα ΜακΓκόνακαλ, καθηγήτρια Μεταμορφώσεων, Υπεύθυνη του κοιτώνα Γκρίφιντορ, Υποδιευθύντρια και μεταμορφωμάγος.
«Η κατάσταση έχει αρχίσει να ξεκαθαρίζει, Φίλιους, δε νομίζεις;»,ρώτησε και κάθισε σε μία καρέκλα απέναντι από τον Φλίτγουικ.
Ο Φλίτγουικ χτύπησε τον ραβδί του στον αέρα και εμφανίστηκε μία πορσελάνινη τσαγιέρα και δύο φλιτζάνια από το ίδιο υλικό. Έπιασε την τσαγιέρα και γέμισε τα φλιτζάνια και έδωσε το ένα στη ΜακΓκόνακαλ. «Όντως. Αλλά είναι ένας μαθητής. Καλό θα ήταν να περιμένουμε λίγο καιρό πρώτα, ε;»,είπε ο μικροσκοπικός Διευθυντής.
«Φυσικά, για να το λες εσύ. Πόσο όμως;».
«Μέχρι τα τέλη του Δεκέμβρη θα είμαστε σίγουροι. Μη βιάζεσαι Μινέρβα.»,είπε ο Φλίτγουικ και ήπιε μία γουλιά καυτό τσάι με λεμόνι. «Ούτε εκείνη θα κάνει κίνηση αν δεν έχει ενδείξεις για τη δύναμη των παιδιών εδώ.».
«Όταν λες εκείνη Φίλιους.»,παρενέβη ένα πορτρέτο από τον τοίχο απέναντι. «Εννοείς εκείνη;».
Ήταν ένα πορτρέτο με καλαίσθητη χρυσή κορνίζα, που δεν ήταν υπερβολική. Ο εικονιζόμενος είχε μακριά άσπρα μαλλιά και γένια, γαλάζια μάτια, φόραγε γυαλιά, ένα πράσινο καπέλο και πράσινο μανδύα. Κάθονταν σε μία ξύλινη καρέκλα, έτσι φαίνονταν το σώμα του μόνο μέχρι το στέρνο του. Όμως ήταν αναμφισβήτητο πως ήταν το πορτρέτο του Άλμπους Πέρσιβαλ Γούλφρικ Μπράιαν Ντάμπλιντορ, πρώην Διευθυντής του Χόγκουαρτς.
«Ναι Άλμπους, εκείνη.»,είπε ο Φλίτγουικ, καταλαβαίνοντας τι εννοεί ο Ντάμπλιντορ.
Παρότι πορτρέτο, συμμετείχε ακόμα στη ζωή του Χόγκουαρτς, μιλώντας με τον τωρινό Διευθυντή μερικά απογεύματα και δίνοντάς του συμβουλές.
«Πιθανότατα ήδη να ξέρει την πρόοδο δύναμης μερικών μαθητών. Αμέσως μετά τα Χριστούγεννα καλό θα ήταν να πεις στα παιδιά την αλήθεια, Φίλιους.»,είπε ο Ντάμπλιντορ.
«Εντάξει λοιπόν, μετά τα Χριστούγεννα.»,είπε ο Φλίτγουικ και εμφάνισε ένα μπισκότο με ζάχαρη.

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2011

The beginning of the end.

Και ήταν η τελευταία φορά που άκουσα το πρώτο κουδούνι του σχολείου. Ο τελευταίος αγιασμός. Η τελευταία φορά που εκνευρίστηκα επειδή με κοιτούσαν όλοι εξονυχιστικά και εξεταστικά από πάνω μέχρι κάτω. Η τελευταία φορά που παρατήρησα πόσο είχαν αλλάξει οι συμμαθητές μου από το ένα καλοκαίρι μέχρι την αρχή του νέου σχολικού έτους. Ήταν επίσης η τελευταία φορά που πήρα σχολικά βιβλία(έστω και αν ήταν τα λυσάρια από Φυσική Γενικής και Μαθηματικά Γενικής :Ρ).
Αισθάνομαι περίεργα, αν και πιστεύω ότι θα αισθάνομαι ακόμα πιο περίεργα με το θέμα αυτό προς το τέλος της χρονιάς, στα τελευταία μαθήματα που θα παρακολουθώ. Όμως όλοι ξέρουμε νομίζω, όλοι όσοι γεννηθήκαμε το ’94 τέλος πάντων και είμαστε φέτος Τρίτη Λυκείου, ότι αυτή σήμερα ήταν η αρχή ενός τέλους. Πάει πλέον η δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Νιώθω ήδη το σχολείο να μου λείπει. Νιώθω κάπως που είμαι η ‘μεγάλη’ εκεί γύρω. Δεν ξέρω.
Απλά ήταν 12 χρόνια από τη ζωή μου. Ίσως να μην πέρασα καλά, αλλά τι να κάνουμε… Θα μου λείψει. Όλο αυτό.

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

Awkward


Οκέι, το κάναμε και αυτό. Τον παντρέψαμε και τέλος τώρα με τα αδέρφια που θέλουν να παντρευτούν :Ρ Και παρότι γκρίνιαζα για τα πάντα, δε μπορώ να πω, συγκινήθηκα. Ακόμα θυμάμαι που ήμασταν μικρά παρέα, εγώ 80 εκατοστά παιδάκι, 3-4 χρονών και ο αδερφός μου18 να με έχει από το χέρι και να πηγαίνουμε βόλτα, να παίζουμε παρέα. Μετά οι βόλτες με το μηχανάκι. Είχαμε πέσει μία φορά εξαιτίας ενός άκυρου οδηγού και επειδή έβαλα τα κλάματα γιατί χτύπησα σε 15 μεριές έδειρε τον οδηγό :Ρ Με είχε πάρει μαζί του σε ένα μπαρ ενώ ήμουν ηλικίας με ένα αριθμό επειδή απλα ήθελα να το δω :Ρ Και γενικά πάντα με πρόσεχε. :)
Και ήταν κάπως να συνειδητοποιώ πόσο γρήγορα πέρασε ο καιρός… Σπούδασε, πήγε στρατό, βρήκε δουλειά, ερωτεύτηκε, αγάπησε, πόνεσε και χθες…  :| Απλά γουάου…
Ο πατέρας μου δάκρυσε όταν τον ξυρίζαμε. Και η αδερφή μου και η μαμά μου και κάτι οικογενειακοί μας φίλοι. Και προπάντων, ο παππούς μου που μετρά 92 χρόνια και είναι ίσως ένας από τους τελευταίους γάμους των εγγονών του, τουλάχιστον ένας από τους τελευταίους που θα δει.
Και δεν είναι ότι σκέφτομαι ότι μεγάλωσα. Απλά άρχισα να σκέφτομαι πώς εξελίσσεται η ζωή. Πριν μπουν στο κέντρο της δεξίωσης, ως παντρεμένο ζευγάρι, έπαιξαν φωτογραφίες(με το βαλς της Αμελί να τις συνοδεύει, να γιατί αγαπάω τη γυναίκα του.-). Και ήμουν και εγώ και η αδερφή μου σε κάθε φωτογραφία μαζί του. Όλοι μας παρέα.
Και απλά σκέφτομαι ότι πια άρχισε ένας νέος κύκλος για τη ζωή του, όπως και για τη ζωή της αδερφής μου. Σκέφτομαι ότι είμαι σε μία τελείως διαφορετική φάση. Και απλά έχω την αίσθηση ότι μου λείπουν. Μου λείπουν όλες εκείνες οι στιγμές που κυλιόμασταν και οι 3 στο κρεβάτι παλεύοντας.
Όμως ένα κεφάλαιο τελείωσε. Αρχίζει το επόμενο… :)

Άντε να μου ζήσουν και στα δικά σας οι ελεύθεροι :Ρ

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011

Not good enough...

'Loser!'
'You're so ugly, no one likes you, why do you live in the first place?'
'We all hate you. Deal with it.'
'No one, I mean, clearly no one will ever love you. You're so useless. You're nothing. Nothing.'


You failed us.
You always let us down
You are not good enough
You can do better
Way better
Those kids are much cleverer than you
Why are you this way?
You could be so so much better
You're a failure.
That's what you're meant to be.

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011

Aoi Hana


«Βασικά με τρόμαξε επειδή φαινόταν τόσο αληθινό…»,είπε η Σέλεστ και ήπιε την τελευταία γουλιά γάλα. «Τέλος πάντων. Η ημέρα είναι υπέροχη έξω, οπότε πάμε να δούμε το Ράβενκλοου να κερδίζει.».
«Πάμε!»,είπε η Ερέβια χαμογελώντας και τα τρία κορίτσια σηκώθηκαν από το τραπέζι του Ράβενκλοου και κατευθύνθηκαν προς τα έξω.
«Ο Άλμπερτ Νταστ ρωτούσε για εσένα, Σέλι.»,είπε στα ξαφνικά με ένα πονηρό χαμόγελο η Λαβέρνα.
Από όταν ήταν μικρές, η Σέλεστ ήταν η Σέλι, καθώς ήταν πάντα μικροκαμωμένη και αδύνατη. Η Σέλεστ κατέβαλε προσπάθεια να θυμηθεί ποιος ήταν ο Άλμπερτ Νταστ, μέχρι που ένιωσε σαν μία λάμπα να ανάβει στο κεφάλι της.
«Ο τύπος με τα καστανά μαλλιά που είναι μέχρι τους ώμους και παίζει χτυπητής στην ομάδα του Σλίθεριν;»,ρώτησε η Σέλεστ.
«Ναι, ακριβώς αυτός!»,είπε χαχανίζοντας η Λαβέρνα.
«Και τι ρώτησε;»,ρώτησε σχεδόν σοκαρισμένη η Σέλεστ.
«Αν έχεις αγόρι.»,είπε η Λαβέρνα.
«Γιατί;»,ρώτησε σοκαρισμένη η Σέλεστ.
Η Λαβέρνα και η Ερέβια κοιτάχτηκαν και στριφογύρισαν τα μάτια τους. Η Σέλεστ ήταν τόσο απελπιστικά ντροπαλή που δεν κοινωνικοποιούνταν πολύ και έτσι δεν καταλάβαινε απλά πράγματα.
«Του αρέσεις, Σέλεστ.»,είπε η Ερέβια. «Αυτός είναι ο πιο πιθανός λόγος που ρωτάει.».
«Μα δεν έχω δώσει ενδείξεις πως έχω αγόρι. Και γιατί να του αρέσω; Δε με ξέρει καν.»,είπε η Σέλεστ και χαμογέλασε
«Νόμιζε πως έβγαινες με το Στέφαν. Και δε χρειάζεται να ξέρεις πολύ κάποιον για να σου αρέσει. Απλά σου αρέσει. Δεν είναι και ο έρωτας της ζωής σου.»,είπε η Λαβέρνα και γέλασε.
«Εγώ έχω θέμα με αυτό. Δεν θέλω να βγω με τον πρώτο τυχόντα.»,γκρίνιαξε η Σέλεστ.
«Έχει δίκιο σε αυτόν τον τομέα. Και εγώ δεν ήθελα να βγω με όποιον και όποιον.»,μουρμούρισε σκεφτικά η Ερέβια. «Όπως και να ‘χει, Λαβέρνα, πες μας τι έγινε με τον Σκορπιό Μαλφόι και τη Ρόουζ Ουέσλι. Άκουσα πως έγινε μεγάλο σούσουρο.».
«Η αλήθεια είναι πως είναι πολύ ερωτευμένοι μεταξύ τους, αλλά ο μπαμπάς της Ρόουζ ούτε που θέλει να ακούσει το όνομα ‘‘Μαλφόι’’ και έχει και τα ξαδέρφια της εδώ που δεν είναι και με τις καλύτερες διαθέσεις απέναντι στο Σλίθεριν. Όμως ο Σκορπιός πραγματικά δεν μπορεί να αποφύγει αυτό το συναίσθημα όπως μου είπε. Ο πατέρας του τουλάχιστον εγκρίνει εν μέρει αυτή τη σχέση. Αλλά δεν έχουν ξεκινήσει ακόμα να βγαίνουν.»,είπε η Λαβέρνα.
Η Ρόουζ Ουέσλι, ο Άλμπους-Σέβερους Πότερ, η Ντομινίκ Ουέσλι(κόρη του Μπιλ και της Φλερ Ουέσλι) και ο Σκορπιός Μαλφόι ήταν και εκείνοι πεμτοετείς όπως οι κοπέλες, ενώ ο Τζέιμς-Σείριος Πότερ και ο Φρεντ Ουέσλι ο δεύτερος, γιος του Τζορτζ Ουέσλι, ήταν εκτοετείς, σαν τον Στέφαν και τον Λούκας.
«Κάποια στιγμή οι γονείς τους θα ξεπεράσουν όλο αυτό το θέμα μίσους και έχθρας που είχαν αυτοί στο σχολείο έτσι δεν είναι;»,ρώτησε η Σέλεστ.
«Λογικά.»,απάντησε η Ερέβια. «Αλλιώς η ιστορία του Σαίξπηρ θα γίνει ‘‘Σκορπιός και Ρόουζ’’.»,συνέχισε τραγικά και τα τρία κορίτσια γέλασαν.
Πήγαν στο γήπεδο Κουίντιτς και έκατσαν στη μεριά που κάθονταν σήμερα οι ντυμένοι στα μπλε και στα μπρούτζινα, οπαδοί του Ράβενκλοου. Ακόμα και η Λαβέρνα είχε βάλει μία ζακέτα με αετό μέσα από το μανδύα της.
«Γεια σου Χανά.»,ακούστηκαν δύο φωνές από πίσω τους και τα κορίτσια γύρισαν.
Ήταν δύο αγόρια με ξανθά μαλλιά. Ο ένας ήταν μισό κεφάλι ψηλότερος από τον άλλον, με σγουρά μαλλιά και μεγάλα γαλάζια, υγρά μάτια. Ο άλλος είχε ίσια μαλλιά και μάτια πιο σκούρα μπλε, αλλά το ίδιο υγρά. Ο ψηλότερος ήταν ο Λόρκαν Σκαρμάντερ και ο κοντότερος ο δίδυμος αδελφός του, ο Λύσανδρος. Τα δύο αγόρια, εκτός από αυτά τα δύο τρία διαφορετικά χαρακτηριστικά, ήταν ολόιδια.
«Γεια σας παιδιά.»,είπε η Σέλεστ χαρούμενα και η Ερέβια τους χαμογέλασε.
Ήταν ίδιο έτος με εκείνες και ήταν αρκετά καλοί φίλοι, διαβάζοντας όλοι μαζί στην αίθουσα αναψυχής τα βράδια.
Οι αδερφοί Σκαμάντερ ήταν περίεργοι σήμερα. Φόραγαν και οι δύο στα κεφάλια τους καπέλα αετού, ο οποίος αετός φόραγε το κασκόλ του Ράβενκλοου.
«Γιατί σε λένε συνεχώς Χανά;»,ρώτησε η Λαβέρνα καθώς θυμόταν πως η δίδυμοι φώναζαν συνεχώς τη Σέλεστ Χανά.
«Χαζή. Είναι το δεύτερο όνομά της.»,είπε η Ερέβια.
«Νόμιζα ότι ήταν Χάνα.»,διαμαρτυρήθηκε η Λαβέρνα.
«Όχι, είναι Χανά. Η μαμά μού έχει πει πως είναι  ‘‘Χανά’’ γιατί έχει ιδιαίτερη σημασία. Σημαίνει ‘‘λουλούδι’’ στα ιαπωνικά.»,είπε η Σέλεστ.
«Αχ, τι γλυκό.»,είπε η Λαβέρνα και αγκάλιασε σφιχτά τη Σέλεστ. «Είσαι το λουλούδι της μαμάς σου.».
«Σταματήστε εσείς οι δυο με τις γλύκες!»,είπε πειρακτικά η Ερέβια. «Αρχίζει ο αγώνας!».
Πράγματι τα δεκατέσσερα σκουπόξυλα με τους παίχτες του εισήλθαν στο χώρο. Η καθηγήτρια πτήσεων, η κυρία Κόουτς, επέβλεπε τον αγώνα. Ο Στέφαν έσφιξε το χέρι του με τον Τζέιμς Πότερ και το παιχνίδι ξεκίνησε. Τα σκουπόξυλα υψώθηκαν στον αέρα και οι φιγούρες έγιναν θολές. Οι θεατές ξεχώριζαν τους παίχτες της ομάδας τους μόνο από την μπλε ή την κόκκινη ενδυμασία.
Ο Τζέιμς Πότερ ξεκίνησε μετά από 5 λεπτά παιχνιδιού αιφνιδιαστικές τεχνικές. Όλοι λέγανε πως κληρονόμησε το ταλέντο του από τη μητέρα του, τη Τζίνι Πότερ, που παλιά ήταν αστέρι στο χώρο του Κουίντιτς. Έτσι, έβαλε τους 10 πρώτους πόντους υπερ του Γκρίφιντορ. Περνώντας στην αντεπίθεση η καλύτερη κυνηγός του Ράβενκλοου, η Άντζελα, σκόραρε δύο συνεχόμενες φορές.
Το παιχνίδι συνεχίστηκε έντονα. Ο Λούκας φαινόταν αγχωμένος καθώς είχε αντίπαλό του τον Άλμπους Πότερ, ο οποίος δεν είχε χάσει ποτέ του σε αγώνα και τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ελίσσονταν με το σκουπόξυλό του, την Αστραπή 4 ανάμεσα στους υπόλοιπους παίχτες πανεύκολα, κυνηγώντας τη χρυσή. Η Άντζελα προσπαθούσε να μαρκάρει τον Τζέιμς Πότερ και οι άλλοι δύο κυνηγοί, ο Κένεθ και ο Στιούαρτ προσπαθούσαν να τη βοηθήσουν και σκόραραν και εκείνοι αρκετές φορές. Οι χτυπητές και των δύο ομάδων ήταν εκπληκτικοί, στέλνοντας τις μαύρες πάντα στα σωστά σημεία, την κατάλληλη στιγμή. Ο Στέφαν έκανε κάποιες φοβερές αποκρούσεις, αλλά και πάλι η ομάδα του Γκρίφιντορ είχε σκοράρει. Όπως και η ομάδα του Ράβενκλοου. Η κάθε ομάδα είχε βάλει 23 γκολ, που σήμαινε πως τα σκορ ήταν 230-230.
Το παιχνίδι είχε σοβαρέψει, η άμυνα και το μαρκάρισμα είχαν γίνει πολύ αυστηρές και επί ένα δεκάλεπτο κανένας πόντος δεν έμπαινε. Το θέμα φαινόταν πλέον να αφήνεται στα χέρια των ανιχνευτών.
Ο Άλμπους Πότερ και ο Λούκας κυριολεκτικά είχαν μία προσωπική μονομαχία. Ο ένας έκανε μπλόφες στον άλλον και υπήρχαν και στιγμές που συναγωνίζονταν για το ποιος θα πιάσει τη χρυσή…μέχρι που την έχαναν. Ο αγώνας μεταξύ τους ήταν πολύ έντονος.
Ο Άλμπους Πότερ, ξαφνικά, πηγαίνει προς την χρυσή με ταχύτητα φωτός προς τη χρυσή, που φτερουγίζει κάπου ανάμεσα στα στεφάνια του τέρματος του Ράβενκλοου. Ο Λούκας είναι μακριά, αλλά και εκείνος την εντοπίζει και ξεκινά όσο πιο γρήγορα μπορεί, τον αγώνα δρόμου. Ο Άλμπους Πότερ σχεδόν είχε φτάσει τη χρυσή όταν… μια μαύρη μπάλα περνά ξυστά του και χάνει οπτική επαφή για να την αποφύγει.
Ο χτυπητής του Ράβενκλοου, ο Μπέντζαμιν την είχε ρίξει λέγοντας κάτι σε στυλ: «Κανείς δε θα πιάσει τη χρυσή πριν το Λούκας!».
Και έτσι η χρυσή πετάει προς την αντίθετη κατεύθυνση από την οποία έρχεται ο Λούκας και…
«Απίστευτο! Ο Λούκας Μπλάκθορν, στο πιο κρίσιμο σημείο του αγώνα καταφέρνει να πιάσει τη χρυσή! 150 πόντοι για το Ράβενκλοου! 380-230! Εξαίσιος αγώνας, υπέροχοι παίχτες! Ένα θερμό χειροκρότημα για το Ράβενκλοου και το Γκρίφιντορ!»,ξεφώνιζε γεμάτος ενθουσιασμό ο παρουσιαστής από το Χάφλπαφ, που ήταν με το μέρος των Ράβενκλοου.
«Απίστευτο!»,μουρμούριζε αποχαυνωμένη η Λαβέρνα.
Η Σέλεστ και η Ερέβια είχαν σηκωθεί και χοροπηδούσαν αγκαλιασμένες φωνάζοντας «Ράβενκλοου!», οι αδερφοί Σκαμάντερ είχαν ξεδιπλώσει μπρουτζοκύανες σημαίες και τις ανέμιζαν και όλοι η ομάδα ατόμων που υποστήριζε το Ράβενκλοου ξεφώνιζε. Η Λαβέρνα ενώθηκε με το πλήθος αφού ξεπέρασε το αρχικό σοκ. Η ομάδα Κουίντιτς του Ράβενκλοου είχε γίνει μία αγκαλιά πάνω στα σκουπόξυλα και όλο το κλίμα ήταν πολύ χαρούμενο.