Hunger Games

Deep in the meadow, hidden far away
A cloak of leaves, a moonbeam ray
Forget your woes and let your troubles lay
And when it's morning again, they'll wash away
Here it's safe, here it's warm
Here the daisies guard you from every harm
Here your dreams are sweet and tomorrow brings them true
Here is the place where I love you.

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011

Photography

Λοιπόν θέλω να διαλέξω ανάμεσα σε κάτι φωτογραφίες για ένα διαγωνισμό στο deviantART. Ως έναυσμα έχω το τραγούδι The Only Exception  των Paramore.


1.

2.

3.
4. 

5.



5 φωτογραφίες λοιπόν. Εγώ δε μπορώ να διαλέξω, σαν παιδία μου τις έχω, αν αγαπάω αυτές με τα paper children! :Ρ Αφήνω στα χέρια σας την επιλογή.

(Θα παρακαλούσα να μη βγουν από αυτό το μπλογκ, τουλάχιστον όχι χωρίς να αναφερθώ ως άτομο ^_^)

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011

I'm bored of you

Σας έχω βαρεθεί. Απίστευτα πολύ. Δηλαδή τι πρέπει να κάνω; Ξεσκίζομαι στο διάβασμα ρε φίλε, έχασα 2 κιλά σε 2 βδομάδες επειδή διαβάζω και δεν τρώω, και θα συνεχίσω να χάνω κι άλλα λόγω άγχους και ζέστης. Και προφανέστατα επειδή δεν ξέρω να μαγειρεύω τέλεια και με παρατάτε μόνη μου σπίτι επειδή του έσκασε του αδερφού μου να παντρευτεί φέτος. Κατανόηση ναι. Υπομονή ναι. Αντοχή ναι. Αλλά μέχρι ένα σημείο. Δε μπορείς να με βάζεις να ακυρώνω συνεχώς μαθήματα για τόσο βλακώδη πράγματα όπως τα κοσμήματα που θα πρέπει να βάλω επειδή είμαι αδερφή του γαμπρού.
Δεν. σας. καταλαβαίνω. Γράφω άσχημα στα διαγωνίσματα; ‘Μας απογοήτευσες. Είσαι άχρηστη. Άχρηστη. Ένα τίποτα.’. Γράφω άπταιστα στο γνωστό ξέρω ‘γω, 11.4/12; Σηκώνετε αδιάφορα τους ώμους. ‘Μπορείς και καλύτερα’. Τι θέλετε;
Εγώ δε μπορώ παραπάνω. Έχω ορισμένες δυνατότητες και έχω βαρεθεί να ασχολείστε συνεχώς με τον εαυτό σας και να με έχετε γραμμένη να μην πω πού και να ζητάτε συνεχώς κι άλλο κι άλλο κι άλλο.
Δεν έχω κάνει ποτέ μου κοπάνα στο σχολείο, δεν τόλμησα ποτέ να βγω βόλτα με αγόρι, έστω και φιλικά, μήπως ακουστεί στην Άρτα ότι έχω βρει αγόρι, γίνομαι η κακιά και το φυτό της τάξης επειδή δεν κάνω μαζική κοπάνα με τους άλλους και εν τέλει τι καταλαβαίνω; Έχω γίνει ένα τίποτα. Δεν έχω καθόλου ευχάριστες εμπειρίες από το σχολείο, μία χαρούμενη ανάμνηση. Και όλα αυτά για να κάνω χαρούμενους εσάς, για να γίνω αυτό που θέλατε, αυτό που δεν ήταν τα αδέρφια μου, για τα οποία τρέφετε τόση αδυναμία :|
Δε με ενδιαφέρει που νοιάζεστε τόσο για αυτά, αλλά τουλάχιστον αφήστε με να χαράξω πλέον τη δική μου πορεία. Τη δική ΜΟΥ. Χωρίς να μου απαγορεύετε το μάθημα, το διάβασμα, χωρίς να είστε απλά τόσο επικριτικοί. Το μισώ, το απεχθάνομαι και απλά δε θέλω να ξανακλάψω για ΕΣΑΣ.
Γιατί εσείς δεν ξέρετε τίποτα. Δεν ξέρετε τίποτα για μένα. Δεν ξέρετε ότι έχω αγαπήσει, έχω πληγωθεί, έχω κάνει κακό στον εαυτό μου, έχω γελάσει μέχρι δακρύων και πάλι από την αρχή. Έχω γίνει μία ξεχωριστή προσωπικότητα. Και μαντέψτε. Δεν είμαι σαν ΕΣΑΣ. Δεν είμαι σαν τα αδέρφια μου. Είμαι άλλο άτομο.
Και έχω δικά μου όνειρα. Δε θα σας αφήσω να μου τα καταστρέψετε, όχι τώρα που ετοιμάζομαι για το τελικό μου βήμα. Δε θα σας αφήσω να με κάνετε δυστυχισμένη και αυτή τη χρονιά. Σας βαρέθηκα.

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

Autumn


Winter is an etching, spring a watercolor, summer an oil painting and autumn a mosaic of them all.  ~Stanley Horowitz

Αγαπάω τόσο, μα τόσο πολύ το φθινόπωρο. Θα με πείτε ξενέρωτη, μα δε με ενδιαφέρει. Απλά είναι υπέροχη εποχή. Το κρύο που έρχεται σιγά-σιγά, είναι απλά τόσο τέλειο. Οι πρώτες σταγόνες βροχής που πέφτουν από τον ουρανό και να τρέχεις να κρυφτείς με την παρέα σου γελώντας κάτω από κάποιο υπόστεγο, αφού δεν έχεις μαζί σου ομπρέλα. Να πατάς -ή στην περίπτωσή μου, να γλιστράς- με τα ψιλο-βρεγμένα σου All Star τα πεσμένα πορτοκαλιά φύλλα. Να κάθεσαι και να ατενίζεις το πάτωμα γενικότερα. Να προσέχεις ότι έχει στρωθεί με κόκκινες, πορτοκαλί και κίτρινες λεπτομέρειες που δημιουργούν τον πιο τρελό μα και συνάμα τον πιο αρμονικό καμβά του κόσμου. Να παίζεις, κλωτσώντας τα πεσμένα φύλλα ή πατώντας λακκούβες με νερό. Να φοράς πρώτη φορά την αγαπημένη σου μακρυμάνικη μπλούζα. Να κατεβάζεις τα πρώτα χειμερινά από το πατάρι. Να φοράς μποτάκια και να πατάς ελεύθερα στις λακκούβες. Να φοράς κασκόλ, φουλάρια. Να περιμένεις να βρέξει. Ή να πηγαίνεις για καφέ σε μία ζεστή καφετέρια και έξω να βρέχει και να έχει 5 βαθμούς.
Α, λατρεύω το φθινόπωρο. Δεν ξέρω γιατί μου αρέσει τόσο πολύ και αυτή η εποχή και ο χειμώνας, γιατί αγαπάω τη βροχή και το χιόνι. Μάλλον επειδή όταν έξω έχει τόσο κρύο, και βγαίνεις με φίλους, και περνάς καλά, δε σε νοιάζει. Υπάρχει εσωτερική ζεστασιά, μία εσωτερική θέρμη, που μεγαλώνει σαν εκείνες τις φούσκες που κάναμε παιδιά και σε τυλίγει, σε αγκαλιάζει, σε ζεσταίνει. Σαν μία προσωπική κουβέρτα. Οκέι, ίσως γελοία παρομοίωση, αλλά πιστεύω ότι όλοι μας φοβόμαστε πως θα έχουμε κάποια στιγμή μία ‘κουβέρτα’, η οποία είναι ζεστή και ωραία, αλλά απλά δε φτάνει για να σε καλύψει. Και νιώθεις κενός τότε και φοβάσαι.
Μακάρι όλοι μας να είχαμε μία αρκετά μεγάλη κουβέρτα, τα κενά που αφήνει η μοναξιά, τα κενά αυτά πονάνε.
Όμως… πιστεύω ότι το φθινόπωρο είναι αυτή η εποχή που μας ενώνει… :)



Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

Born This Way

Για να μην υπάρξει παρεξήγηση: Δε μου αρέσουν τα τραγούιδα της Lady Gaga. Μπορεί να έχει ταλέντο ή φωνή ή οτιδήποτε, απλά δεν είναι του στυλ μου και τα θεωρώ πολύ κλαμπίσια και δε με εξιτάρει η φωνή της. Δεν τα ακούω καθημερινά δηλαδη :Ρ
Ωστόσο δε μπορώ να αρνηθώ το νόημα αυτών των στίχων. Το τραγούδι της Born this Way έχει τόσο νόημα.

I'm beautiful in my way
'Cause God makes no mistakes
I'm on the right track, baby
I was born this way

Άρχισα να καταλαβαίνω πρόσφατα αυτό το νόημα. Θέλω να πω, βρήκα άτομα που με συμπαθούν πολύ, με κάνουν παρέα. Όχι για υποκρισίες, για ψεύτικα χαμόγελα, για ένα ψεύτικο γούστο μουσικής ή τις μάρκες ρούχων που φοράω. Με συμπαθούν επειδή είμαι η Μαρία που ζωγραφίζει, που γράφει, που ακούει καταθλιψούρες τραγούδια, που θέλει 5 ώρες να μάθει 7 παραγράφους στην ιστορία, που ίσως λέει λίγο κλισέ αστεία, βλέπει ταινίες, βγάζει ένα βιβλίο 500 σελίδων άνετα σε μιάμιση μέρα(ή και λιγότερο) και πολλά άλλα. Με συμπαθούν γι'αυτό που είμαι ακριβώς. Επειδή έτσι είμαι.

Να κάνουμε αυτό που έκαναν τα παιδιά του Glee στη 2η σεζόν. Να έχουμε σταμπαρισμένα πάνω μας αυτά που μας χαρακτηρίζουν. Να μην τα κρύβουμε. Και να είμαστε περήφανοι για αυτά.

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011

Aoi Hana


«Τι έγινε;»,ρώτησε η Σέλεστ και ανασηκώθηκε πιάνοντας το κεφάλι της που πήγαινε να σπάσει.
«Εσύ θα μου πεις. Δε μπορούσα να σε ξυπνήσω με τίποτα!»,είπε εμφανώς αγχωμένη η Ερέβια.
«Νομίζω ότι απλά είδα κάτι σαν…όνειρο;»,είπε αβέβαια η Σέλεστ και σηκώθηκε από το κρεβάτι. «Ή σαν όραμα.».
«Όραμα; Μα εσύ δεν έχεις πάει ποτέ σου σε μαθήματα Μαντικής.».
«Ναι, το ξέρω. Αλλά ήταν τόσο αληθοφανές.»,είπε η Σέλεστ και έβγαλε από το μπαούλο της τη στολή του σχολείου στα γρήγορα. «Τι ώρα είναι;».
«Οχτώ και μισή. Ντύσου για να πάρουμε πρωινό. Ξέρεις πώς σήμερα είναι το Κουίντιτς! Δεν θα ‘θελες να χάσουμε τον Στέφαν, έτσι δεν είναι;.»,είπε η Ερέβια σε πιο χαρούμενο τόνο.
Η Ερέβια ήταν αρκετά ψηλότερη από την Σέλεστ, με μακριά, σγουρά καστανόξανθα μαλλιά που τώρα ήταν πιασμένα κότσο και πράσινα μάτια. Φόραγε και εκείνη γυαλιά, αλλά είχε πολύ μεγάλη μυωπία.
Η Σέλεστ ντύθηκε γρήγορα, και αφού φόρεσε στα γρήγορα τον μανδύα της, έβαλε το ραβδί της στην τσέπη της.
«Πάμε για πρωινό;»,ρώτησε η Σέλεστ.
«Φυσικά. Βάζω στοίχημα πως θα δούμε τον Στέφαν πάλι με μαύρους κύκλους.»,είπε η Ερέβια.
Η Σέλεστ χαμογέλασε. Η φίλη της ήξερε πώς να της φτιάχνει το κέφι. «Πάλι έμεινε μέχρι αργά χθες να διαβάζει;»,ρώτησε.
«Έτσι μου είπε ο Λούκας όταν έφευγε για πρωινό.»,είπε η Ερέβια.
Ο Λούκας ήταν στην ίδια ηλικία με το Στέφαν και ήταν τόσο καλοί φίλοι, που ο δεσμός τους έμοιαζε υπερβολικά με τον αδερφικό δεσμό. Ο Λούκας Μπλάκθορν ήταν επίσης εδώ και δύο μήνες το αγόρι της Ερέβιας.
«Αυτό το παιδί δεν έχει κλείσει μάτι από τότε που ήρθαμε εδώ.»,είπε σχεδόν απελπισμένη η Σέλεστ καθώς πήγαιναν προς την τραπεζαρία.
«Όπως εσύ.»,σχολίασε η Ερέβια. «Αχ, κοίτα! Ο καιρός είναι πολύ καλός έξω!»,σχολίασε χαρωπά η Ερέβια.
Πράγματι, η ημέρα, αν και φαινόταν κρύα από τα παράθυρα, τουλάχιστον δεν ήταν βροχερή.
«Πάμε γρήγορα να ευχηθούμε καλή επιτυχία στην ομάδα μας!»,είπε η Σέλεστ και τράβηξε από το χέρι την Ερέβια.
Έφτασαν στην τραπεζαρία. Το τραπέζι του Ράβενκλοου ήταν δίπλα σε αυτό του Γκρίφιντορ. Το μπλε και το χρώμα του μπρούτζου κυριαρχούσαν στο τραπέζι τους, το κόκκινο και το χρυσό στο άλλο. Η Σέλεστ ανησυχούσε. Οι δύο Πότερ, ο Τζέιμς-Σείριος και ο Άλμπους-Σέβερους δεν είχαν χάσει σχεδόν ποτέ αγώνα, κληρονομώντας το ταλέντο και των δύο γονιών τους. Αλλά η ομάδα του Ράβενκλοου είχε προπονηθεί σκληρά.
«Καλημέρα παιδιά!»,είπε χαρούμενα η Ερέβια και έκατσε δίπλα στον Λούκας, ο οποίος έπαιζε με τα αυγά που ήταν μπροστά του. Ο Λούκας ήταν ο ανιχνευτής του Ράβενκλοου από το τρίτο έτος της φοίτησής του στο Χόγκουαρτς.
«Καλημέρα.»μουρμούρισε η Σέλεστ και έκατσε ακριβώς απέναντι, δίπλα στον Στέφαν ο οποίος μπροστά του είχε μόνο ένα ποτήρι με κολοκυθοχυμό. «Πρέπει να φας κάτι.»,είπε στο Στέφαν.
«Έχω άγχος. Ο Τζέιμς Πότερ παίζει κυνηγός.»,είπε ο Στέφαν.
«Και ο Άλμπους Πότερ ανιχνευτής.»,συμπλήρωσε ο Λούκας και τα δύο αγόρια αναστέναξαν ταυτόχρονα με θλίψη στη φωνή τους.
«Είστε τόσο ανόητοι!»,αναφώνησε η Ερέβια. «Θέλω να πω, ξυπνήστε! Θυμηθείτε για λίγο σε ποιον κοιτώνα είστε! Ράβενκλοου! Εδώ μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα! Εσύ!»,είπε και έδειξε το Λούκας δίπλα της. «Παίζεις τρία ολόκληρα χρόνια και έχεις κερδίσει σχεδόν όλους τους αγώνες και είσαι εκπληκτικός στις προπονήσεις! Εσύ!»,συνέχισε δείχνοντας το Στέφαν αυτή τη φορά. «Είσαι ο αρχηγός της ομάδας του Ράβενκλοου από πέρυσι και ένας από τους καλύτερούς φύλακες που είχαμε ποτέ!».
Ο Στέφαν της χαμογέλασε και έτσι η Σέλεστ έβαλε μπροστά του ένα πιάτο με κρέπες με μαρμελάδα βατόμουρο και ο Λούκας ξεκίνησε να τρώει.
«Πάντα η Ερέβια ήταν καλή στο να κάνει τους άλλους να νιώθουν πιο σίγουροι και ικανοί για τον εαυτό τους.»,σχολίασε ο Στέφαν.
«Όντως. Και πάντα ξέρει πώς να σε κάνει χαρούμενο. Αυτή είναι η Ερέβια.»,είπε η Σέλεστ και χαμογέλασε, καθώς έβαζε στον εαυτό της γάλα στο ποτήρι της.
«Και εσύ ξέρεις πώς να προβλέπεις τις κινήσεις κάποιου. Για αυτό άλλωστε είσαι η πρόεδρος της Ομάδας Μαγικού Σκακιού του Ράβενκλοου.»,είπε ο Στέφαν τρώγοντας μία μπουκιά. «Είστε ξεχωριστές.».
«Αυτό λες εδώ και πέντε χρόνια, Στεφ.»,είπε ο Λούκας γυρίζοντας τα μάτια του. «Ξέρουμε τη θεωρία σου. Πιστεύεις πως τα κορίτσια, μαζί τους και η Λαβέρνα έχουν κάτι παραπάνω από τις συνηθισμένες μαγικές δυνάμεις.».
Η Σέλεστ κοκκίνισε. Πάντα ένιωθε άβολα να συζητά αυτό το θέμα. Ειδικά δε όταν ήταν κάτι που δεν ίσχυε και ταυτοχρόνως κατά κάποιο τρόπο την έκανε να φανεί πολύ πιο δυνατή και ικανή μάγισσα από ότι ήταν.
«Εγώ δεν πιστεύω πως αυτά είναι κάτι ιδιαίτερο.»,είπε η Σέλεστ. «Έτσι ήμασταν από μικρές.».
«Όντως.»,είπε η Ερέβια και πήρε ένα κεκάκι.
«Ωχ, η ώρα πήγε εννιά και εννιά και μισή ξεκινά ο αγώνας!»,είπε ο Στέφαν.
«Πάμε!»,συμπλήρωσε σχεδόν τρομαγμένος ο Λούκας και ήπιε στα γρήγορα τον εναπομείναντα καφέ στο ποτήρι του.
«Έι, μικρή.»,είπε ο Στέφαν στη Σέλεστ. Έτσι την έλεγε συνήθως, μικρή. «Πόσο θα πάει το σκορ;».
«Θα νικήσετε 380 προς 230.»,είπε η Σέλεστ απερίσκεπτα και του έκλεισε το μάτι.
«Ευχαριστώ.»,είπε και της ανακάτωσε τα μαλλιά. Η Ερέβια έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο του Λούκας και τα δύο αγόρια έφυγαν βιαστικά.
«Το ξέρεις ότι σκορ που του είπες διαφέρει μόνο 150 πόντους έτσι δεν είναι;»,ρώτησε η Ερέβια και η Σέλεστ ένευσε επειδή έτρωγε. «Αυτό σημαίνει απλά το πιάσιμο της χρυσής ενώ το σκορ των γκολ είναι ίδιο. Και αν το σκορ που είπες είναι σωστό, όπως συνήθως… αναμένεται να δούμε έναν εκπληκτικό αγώνα.»,συνέχισε η Ερέβια και χαμογέλασε.
«Εδώ είστε!»,ακούστηκε μία μελωδική φωνή.
Τα κορίτσια γύρισαν. Ήταν η Λαβέρνα. Η Λαβέρνα, κατά τη Σέλεστ, ήταν η πιο όμορφη από τις τρεις τους. Είχε μακριά ξανθά ολόισια μαλλιά και μεγάλα σκούρα πράσινα μάτια. Ήταν ψηλή και αδύνατη και η φωνή της ήταν εκπληκτική. Τραγούδαγε στη χορωδία του Χόγκουαρτς. Ήταν η Επιμελήτρια του Σλίθεριν.
«Πώς και δεν πήγατε να πιάσετε θέση;»,ρώτησε η Λαβέρνα και έκατσε δίπλα στην Ερέβια.
«Η Σέλεστ είχε μάλλον ένα παράξενο όνειρο και δε μπορούσε να ξυπνήσει εύκολα.»,απάντησε με σχετικά ήπιο και αδιάφορο τόνο η Ερέβια για να μην ανησυχήσει την Λαβέρνα.
«Είδες κάτι τρομακτικό;»,ρώτησε η Λαβέρνα την Σέλεστ ανήσυχη. Αυτή η κοπέλα, η Λαβέρνα Ρέγκουμ, φαινόταν ώρες-ώρες σαν να διαβάζει σκέψεις.

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

You're gonna shine


Έχω βαρεθεί να ακούω τη γκρίνια του και τη μουρμούρα τους. Δε διαβάζω, δε θα περάσω πουθενά. Και αν δεν περάσω, τι θα γίνει ρε φίλε; Αυτό που είπε ο μπαμπάς προχθές; ‘Θα μας κάνεις να ντρεπόμαστε να δείξουμε το πρόσωπό μας στην κοινωνία.’. Γουάτ δε φακ; Δηλαδή ποιος είσαι εσύ που θα ντραπείς να βγεις έξω σε περίπτωση που εγώ δεν περάσω Αγγλική Φιλολογία για 5 μόρια; Μήπως κατάφερες εσύ τίποτα καλύτερο στη ζωή σου, για να με κάνεις να σε έχω ως πρότυπο; Φυσικά, εσύ ήσουν άριστος μαθητής στην εποχή σου, υπερβολικά καλός στα μαθηματικά, γι’ αυτό πέρασες στην Εφορία, επειδή βγήκες πρώτος στο διαγωνισμό. Όμως, ντιλ γουίθ ιτ, εγώ ΔΕΝ είμαι έτσι. Δεν κοιτάω πώς θα βγάλω λεφτά. Δεν είναι το όνειρό μου να κάνω μία βαρετή γραφειακή δουλειά που θα μου δίνει 5.000 το μήνα. Νομίζεις ότι δε θα μπορούσα να περάσω Νομική, να γίνω Ειρηνοδίκης και να κάθομαι και να τα παίρνω; Ο καθένας θα μπορούσε να το κάνει αυτό. Για ποιο λόγο όμως να καταδικάσει και να κομματιάσει τα όνειρά του με αυτόν τον τρόπο. Εγώ δε θέλω να κάνω κάτι δεδομένο στη ζωή μου. Να γίνω μία ακόμα δικηγόρος. Ούτε να είμαι στο στρατό, χωρίς να μπορώ να ντύνομαι όπως θέλω, ούτε αστυνομία. Δε θέλω τίποτα από αυτά. Εγώ θέλω να κάνω αυτό που μου αρέσει, να σπουδάσω ό,τι θέλω! Γιατί να καταλήξω με όνειρα σπασμένα; Να ακούσω δηλαδή τους τραγικούς σου φίλους που λένε ότι δε δικαιούμαι να ονειρεύομαι; Ότι θέλω θα κάνω και όπως το θέλω, γιατί δε διάβαζα εγώ 6 χρόνια σαν το βλαμμένο για να κάνω ότι θέλετε εσείς και να φοβηθώ τι θα πει ο κάθε καράβλαχος στην Άρτα που δεν ξέρει καν τι θα πει oyasumi nasai, κοροϊδεύει τις ψηλές κάλτσες και ζει σαν τον κλασσικό κάφρο Νεοέλληνα αν δεν περάσω. Duh. Get over it. It’s my moment to shine, even if I fail doing that.

Look around
Where do you belong
Don't be afraid
You're not the only one


Don't let the day go by
Don't let it end
Don't let a day go by in doubt
The answer lies within

Life is short
So learn from your mistakes
And stand behind
The choices that you make


Face each day
With both eyes open wide
And try to give
Don't keep it all inside

Don't let the day go by
Don't let it end
Don't let a day go by in doubt
The answer lies within

You've got the future on your side
You're gonna be fine now
I know whatever you decide
You're gonna shine

Don't let the day go by
Don't let it end
Don't let a day go by in doubt
You're ready to begin
Don't let a day go by in doubt
The answer lies within.

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2011

Aoi Hana

Θα ποστάρω 2-3 σελίδες, γιατί είναι τεράστιο και τη συνέχεια θα τη βάλω άλλη φορά :D



 Κεφάλαιο Πρώτο

Κρύος Νοέμβρης
Η Σέλεστ Θορν ήταν δεκαπέντε χρονών και φοιτούσε στο πέμπτο έτος στη Σχολή Χόγκουαρτς για Μαγείες και Ξόρκια. Είχε καταταχθεί στον κοιτώνα Ράβενκλοου, στον κοιτώνα των σοφών και των μορφωμένων. Η ίδια όμως πίστευε πως εκεί πήγαιναν και τα δημιουργικά άτομα, ως επί τω πλείστων.
Θυμόταν ακόμα τη μέρα της επιλογής της πεντακάθαρα. Κοντή, με τα μαλλιά της πλεγμένα σε κοτσίδες, αποχαυνωμένη από το υπέροχο κάστρο, περίμενε μαζί με την Ερέβια και τη Λαβέρνα την Επιλογή. Την Ερέβια Σταρσάιν την ήξερε από μωρό. Οι μητέρες του ήταν καλές φίλες από το Χόγκουαρτς και οι πατεράδες τους γείτονες από μικροί. Τη Λαβέρνα την είχαν γνωρίσει στο Δημοτικό των Μαγκλ. Αν και καθαρόαιμες και οι δύο, οι γονείς του επέμειναν να έχουν μία φυσιολογική παιδική ηλικία με Μαγκλ συμμαθητές. Σύντομα, έκαναν παρέα με τη Λαβέρνα Ρέγκουμ και έμαθαν πως και εκείνη είναι μάγισσα. Από τότε ήταν αχώριστες. Η Σέλεστ θυμάται ακόμα που ένας στρογγυλοπρόσωπος καθηγητής, η καθηγήτρια ΜακΓκόνακαλ των Μεταμορφώσεων και Υποδιευθύντρια φώναξε το όνομά της από μία μακριά περγαμηνή. Η Σέλεστ είχε κάτσει σε ένα άβολο μικρό σκαμνί και το Καπέλο της Επιλογής τοποθετήθηκε στο κεφάλι της. Της μίλησε λίγο για όλους τους κοιτώνες γενικά και μετά βροντοφώναξε «ΡΑΒΕΝΚΛΟΟΥ!». Η Σέλεστ είχε κάτσει στο τραπέζι των Ράβενκλοου, δίπλα στον Στέφαν Ντράγκον, με τον οποίο μίλαγε, μέχρι που η Ερέβια ήρθε δίπλα της. Προς έκπληξη όλων, η Λαβέρνα τοποθετήθηκε στο Σλίθεριν.
Και όμως, πέντε χρόνια αργότερα, είχε κρατήσει τη φιλία της και με τη Λαβέρνα και με την Ερέβια και, φυσικά, είχε γίνει φίλη με το περίεργο αγόρι που άκουγε στο όνομα Στέφαν Ντράγκον. Η ζωή κυλούσε ήρεμα, με διαγωνίσματα, υψηλές βαθμολογίες, εξάσκηση στα ξόρκια μεταμορφώσεων, που ήταν σχετικά αδύναμη και γνωριμίες με παιδιά όχι μόνο από το Ράβενκλοου, αλλά και από το Σλίθεριν, χάρη στη Λαβέρνα. Γενικά, της άρεσε πολύ η ζωή στο Χόγκουαρτς. Τόσο, που από το τρίτο έτος και μετά, είχε αποφασίσει να περνάει τα Χριστούγεννα εκεί. Ήταν ένα από τα πιο μαγικά μέρη του κόσμου.
Μέχρι την φετινή χρονιά. Με το που πάτησε το πόδι της στο Χόγκουαρτς ξεκίνησαν οι εφιάλτες. Βασικά, ήταν ο ένας και μοναδικός, ολόιδιος και πάντα ολοζώντανος εφιάλτης του πύρινου Χόγκουαρτς και των αγαπημένων της ανθρώπων νεκρών. Δεν είχε βρει νόημα σε αυτό τον εφιάλτη. Είχε ελέγξει όλους τους Ονειροκρίτες της βιβλιοθήκης, είχε πάει ακόμα και στο Απαγορευμένο Τμήμα της βιβλιοθήκης μία νύχτα, αλλά όλα τα βιβλία έλεγαν το ίδιο: επικείμενος κίνδυνος. Όμως τι κίνδυνος ήταν αυτός; Και ποιος απειλούνταν; Το Χόγκουαρτς; Εκείνη και οι φίλοι της; Πραγματικά, η Σέλεστ δεν έβγαζε νόημα και έτσι απλά αποφάσισε να αφήσει το χρόνο να δείξει τι σήμαινε το όνειρο.
Η Σέλεστ πήγε πίσω στο δωμάτιο των κοριτσιών και πήγε στο μπάνιο. Λούστηκε και μετά χτένισε τα μακριά, ολόισια μαύρα μαλλιά της. Η Σέλεστ ήταν ένα αρκετά όμορφο κορίτσι. Τα μαλλιά της ήταν μαύρα, σαν τα φτερά του κορακιού, μακριά μέχρι τη μέση και ολόισια και είχε μεγάλα μελί μάτια με πράσινες αποχρώσεις γύρω από την κόρη, τα οποία σκούραιναν όταν ήταν αφηρημένη ή έκλαιγε. Ήταν σχετικά κοντούλα και μικροκαμωμένη για την ηλικία της, με κατάλευκο δέρμα, φακίδες και μαύρα γυαλιά που πότε τα φόραγε και πότε όχι, επειδή τα ξέχναγε από εδώ και από εκεί.
Ως χαρακτήρας, η Σέλεστ ήταν ένα άτομο πολύ διαβαστερό. Δεν ήθελε να απογοητεύσει τους γονείς της, ειδικά μάλιστα τη μητέρα της που δούλευε στο Τμήμα Μαγικού Δικαίου και ήταν πάντα η καλύτερη της τάξεώς της. Ήταν αρκετά ντροπαλή κοπέλα και έκανε δύσκολα φίλους. Τις άρεσε πολύ η μουσική και η ζωγραφική και συχνά ονειροπολούσε κατά τη διάρκεια μερικών μαθημάτων ή όταν διάβαζε. Διάβαζε πολλά εξωσχολικά βιβλία και έκανε εκδρομές τα καλοκαίρια με την Ερέβια και τη Λαβέρνα όπου πιο μαγικά και εξωτικά μπορούσαν, αρκεί να ήταν κοντά στη φύση. Ήταν γενικά αισιόδοξος άνθρωπος, σπάνια σταματούσε να κάνει κάτι. Εάν μάλιστα έβαζε κάτι στο μυαλό της, δε τη σταματούσε κανείς.
Η Σέλεστ έκατσε στο κρεβάτι της και έπιασε το ραβδί της. Μουρμούρισε: «Φώτισε!» και ένα μικρό φως εμφανίστηκε.
Πήρε στα χέρια της το βιβλίο των μεταμορφώσεων. Έπρεπε να εξασκηθεί και άλλο σε αυτό το μάθημα, ειδικά με τα ΚΔΜ να αιωρούνται απειλητικά στον ορίζοντα. Δεν είχε μεγάλο πρόβλημα, απλά μερικές φορές οι μεταμορφώσεις της δεν ήταν όπως θα έπρεπε.
Διάβασε ξανά τις οδηγίες του βιβλίου για το πώς έπρεπε να μεταμορφώσει μία βελόνα σε σπίρτο. Πήρε βαθιά αναπνοή και κλήτευσε μία από τις βελόνες που βρίσκονταν στο συρτάρι της. Η βελόνα ήρθε στο χέρι της. Ετοιμάστηκε να πει το ξόρκι ώσπου…
Όλα ήταν σκοτεινά. Η μορφή με τη σκούρα μπλε κάπα προχωρούσε στο σκοτάδι και ίσα που φαίνονταν. Μια άσπρη γάτα πετάχτηκε μπροστά στη φιγούρα, η φιγούρα την κλώτσησε και η γάτα νιαουρίζοντας πονεμένα χάθηκε στο σκοτάδι. Η μορφή σταμάτησε, ανέβηκε δύο-τρία σκαλοπάτια και χτύπησε μία πόρτα που ούτε καν φαινόταν. Η πόρτα άνοιξε
«Σε ακολούθησε κανείς;»,ρώτησε μία αντρική φωνή.
«Ποτέ δε με ακολουθούν.»,απάντησε με αλαζονεία η γυναίκα με την μπλε σκούρα κάπα. Παρ’ όλο που τη φώτιζε το αχνό φως από το εσωτερικό του σπιτιού, το πρόσωπό της δε φαινόταν εξαιτίας της κάπας.
«Πέρνα μέσα, Ορόρα.»,είπε ο άνδρας και άνοιξε λίγο περισσότερο την πόρτα.
«Ευχαριστώ Κάσσιε. Ξέρω πως πάντα μπορώ να βασίζομαι πάνω σου.»,είπε η γυναίκα, η Ορόρα και αφού μπήκε μέσα στο σπίτι έβγαλε την κουκούλα της κάπας.
Ήταν μία γυναίκα εξαιρετικής ομορφιάς. Δεν έμοιαζε να είναι πάνω από τριάντα πέντε. Είχε μακριά ξανθά σπαστά μαλλιά μέχρι τους ώμους και μελένια μάτια. Ο άντρας μέσα στο σπίτι ήταν συνομήλικός της, με καστανόξανθα ολόισια μαλλιά, λίγο μακριά, και γκρι μάτια τόσο ανοιχτά που έλεγες πως είναι άσπρα.
«Τι έγινε, Ορόρα;»,ρώτησε ο Κάσσιος αγχωμένος καθώς πήγαν στο σαλόνι του σπιτιού. «Το μήνυμά σου ήταν κοφτό και μου φάνηκες…τρομαγμένη.».
Φαινόταν καθαρά πως η γυναίκα αυτή δεν είχα τρομοκρατηθεί ποτέ στη ζωή της.
«Ναι. Είμαι. Η δύναμη της ανιψιάς μου φαίνεται πως έχει μεγαλώσει. Νιώθω τις δονήσεις του μυαλού της. Εξελίσσεται μέρα με τη μέρα.»,είπε η Ορόρα και έκατσε σε έναν καναπέ. Τα ξανθά της φρύδια σχεδόν είχαν ενωθεί από την ανησυχία.
«Και τι θα κάνουμε για αυτό;»ρώτησε ο Κάσσιος, προσφέροντάς της ένα ποτήρι που μόλις εμφάνισε με το ραβδί του.
Η Ορόρα πήρε το ποτήρι και χαμογέλασε σατανικά. «Θα την πλησιάσουμε εκ των έσω.».
«Σέλεστ;».
Η Σέλεστ άνοιξε τα μάτια της. Ο κοιτώνας ήταν κατάφωτος, το ραβδί της και το βιβλίο μεταμορφώσεων πεσμένα στο κρεβάτι της και η Ερέβια την ταρακουνούσε.