Hunger Games

Deep in the meadow, hidden far away
A cloak of leaves, a moonbeam ray
Forget your woes and let your troubles lay
And when it's morning again, they'll wash away
Here it's safe, here it's warm
Here the daisies guard you from every harm
Here your dreams are sweet and tomorrow brings them true
Here is the place where I love you.

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011

Aoi Hana

Αoi Ηana
Ένα fan fiction σε Χαριποτερική διάσταση από εμένα

Πρόλογος
Ο Εφιάλτης

Η Σέλεστ Θορν άνοιξε τα μάτια της. Κοίταξε τις βαριές, μπλε σκούρες κουρτίνες που έπεφταν πάνω από το κρεβάτι της. Πάλι ο εφιάλτης.
Αναστέναξε και κατέβηκε από το ψηλό κρεβάτι με το παχύ στρώμα και έβαλε προσεχτικά τις παντόφλες της. Δεν ήθελε να ξυπνήσει τα υπόλοιπα κορίτσια που κοιμόντουσαν ήρεμα. Έδεσε τη ρόμπα γύρω από τη μέση της. Όσο ζεστό και αν ήταν το κάστρο, ο Νοέμβριος δεν ήταν καιρός που επέτρεπε να κυκλοφορείς με ένα αμάνικο νυχτικό. Βγήκε έξω από το υπνοδωμάτιο και κατέβηκε στην αίθουσα αναψυχής.
Επικρατούσε ηρεμία. Οι δείχτες του ξύλινου μεγάλου ρολογιού που στις άκρες τους είχαν κοράκια έδειχναν τέσσερις το πρωί. Το τζάκι ήταν αναμμένο, με μερικά κάρβουνα να σιγοκαίνε. Οι πολυθρόνες δίπλα στο τζάκι είχαν δύο βιβλία από τη βιβλιοθήκη πάνω τους και στα τραπεζάκια ήταν περγαμηνές. Με ένα κούνημα του ραβδιού της, η Σέλεστ τοποθέτησε τα βιβλία στα σωστά ράφια της μεγάλης βιβλιοθήκης που κάλυπτε ένα μεγάλο μέρος του τοίχου. Τα λάβαρα του κοιτώνα κρέμονταν στον πέτρινο τοίχο. Το παράθυρο κοίταγε στο πάρκο του κάστρου, το οποίο ήταν ολοσκότεινο. Μόνο τα αστέρια φώτιζαν τον ουρανό.
Η Σέλεστ έκατσε σε έναν από τους καναπέδες και κοίταξε έντονα το κατάλευκο άγαλμα της ιδρύτριας του κοιτώνα που στόλιζε το χολ πριν την είσοδο στο κύριο μέρος της αίθουσας αναψυχής του Ράβενκλοου.
«Πιθανότατα εσύ δεν είχες τέτοια προβλήματα.»,μουρμούρισε στο άγαλμα της Ροβένα Ράβενκλοου.
«Όταν ξεκινάς να μιλάς σε αγάλματα μάγων πεθαμένων εδώ και χιλιετίες, είναι καλό να εξετάσεις το κεφάλι σου.».
«Στέφαν, τι κάνεις ξύπνιος;»,ρώτησε η Σέλεστ νευριασμένη.
Ο Στέφαν Ντράγκον έκατσε δίπλα της στον καναπέ και την σκέπασε με μία κουβέρτα που είχε φέρει από τον κοιτώνα του. Ήταν δεκαέξι ετών, ψηλός, αρκετά έως και απελπιστικά αδύνατος, με ίσια μαλλιά στο χρώμα του άχυρου και  μεγάλα γαλάζια μάτια.
«Σου κάνω παρέα. Έχω άγχος. Αύριο είναι ο πρώτος αγώνας στο Κουίντιτς και είναι εναντίον του Γκρίφιντορ. Ξέρεις πως έχω άγχος.»,είπε το αγόρι.
«Θα τα πας μια χαρά.»,μουρμούρισε η Σέλεστ και τυλίχτηκε σφιχτά με την κουβέρτα της. «Το Ράβενκλοου δεν είχε ποτέ ξανά τόσο καλό φύλακα.».
Ο Στέφαν χαμογέλασε. «Εσύ όμως, γιατί δεν κοιμάσαι πάλι;».
«Έχω εφιάλτες, Στέφαν.».
«Βασικά, έναν δεν έχεις;».
«Ναι. Αυτόν τον ίδιο από την αρχή του σχολικού έτους.».
«Σέλεστ… το Χόγκουαρτς είναι το πιο ασφαλές μέρος στον κόσμο Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς.»,είπε ο Στέφαν και της έπιασε το χέρι.
Η Σέλεστ δεν απάντησε. Κάθε βράδυ, στα όνειρά της, έβλεπε σκοτεινές μορφές με μαύρους μανδύες και κουκούλες να έρχονται στο Χόγκουαρτς. Το βάδισμά τους απειλητικό. Και καθώς βγάζουν τα ραβδιά τους, μαύρα χέρια απλώνονται και αρπάζουν ότι πολυτιμότερο έχει. Τον Στέφαν, την κολλητή της, την Ερέβια, τους φίλους της από το Ράβενκλοου και την άλλη της κολλητή, την Λαβέρνα από το Σλίθερν και τον γάτο της, τον Λόλιετ. Και από τα ραβδιά των κουκουλοφόρων, φωτιές βγαίνουν και το Χόγκουαρτς τυλίγεται στις φλόγες. Και στο τέλος, μία πράσινη λάμψη πετά και καρφώνεται με δύναμη στο στήθος της. Και τότε πεθαίνει, βλέποντάς τα όλα χαμένα και το Χόγκουαρτς να καίγεται. Και έτσι ξυπνάει.





Θα ήθελα σχόλια για αυτό...Πώς σας φαίνεται...Αν θέλετε συνέχεια.

Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

Friends.

Τραγουδάω. Χορεύω. Ξανατραγουδάω. Και όχι επειδή έχω ωραία φωνή. Αλλά επειδή είχατε δίκιο. Εσείς, τα 5-6 άτομα που διαβάζετε τις καταθλιπτικές κλάψες μου, είχατε δίκιο. Απόλυτο δίκιο. :)
Μιλήσαμε. Νομίζω ότι ουσιαστικά αυτό χρειάζονταν. Να μιλήσουμε. Ζήτησε συγνώμη. Και πήγα μέχρι και στα γενέθλιά του εχθές. Kαι ήταν όπως παλιά, σα να μην πέρασε μία μέρα, σα να μην έχουμε περίπου 4 μήνες να μιλήσουμε. Γελάσαμε. Και ήταν πάντα ο ίδιος καλός "ακροατής", με άκουγε και συμβούλευε. Και απλά ήταν ένα υπέροχο βράδυ.
Ήταν απλά υπέροχο να είμαι και πάλι δίπλα του. Γιατί είναι αυτό που μου είχε πει ο ίδιος. Δε θα άντεχα μία χρονιά χωρίς να του λέω γεια, χωρίς να του μιλάω, ενώ αυτό που θέλω να κάνω, είναι να του μιλάω.  Oπότε χαίρομαι που έγινε αυτό. Υπερβολικά πολύ. Είναι ίσως μία δεύτερη ευκαιρία. Και ο κόσμος σπανίζει να δίνει δεύτερες ευκαιρίες. Οπότε, I guess, θα πρέπει να προσέχω αυτή την ευκαιρία, σα να είναι κάτι εύθραυστο και μοναδικό. Και είναι. Είναι κάτι το μοναδικό. :)
Και, υποθέτω, έχω παραπάνω από ένα λόγους να χαίρομαι καθώς η Ελένη μου είπε οτι είχε καταλάβει προ πολλού πως το crush μου ενδιαφερόταν για εμένα. Πράγμα που σημαίνει πως he may likes me. :blush:

Skies are crying, I am watching
Catching teardrops in my hands
Only silence, as it's ending, like we never had a chance.
Do you have to make me feel like there's nothing left of me?

You can take everything I have
You can break everything I am
Like I'm made of glass
Like I'm made of paper
Go on and try to tear me down
I will be rising from the ground
Like a skyscraper, like a skyscraper

As the smoke clears
I awaken and untangle you from me
Would it make you feel better to watch me while I bleed
All my windows still are broken but I'm standing on my feet

You can take everything I have
You can break everything I am
Like I'm made of glass
Like I'm made of paper
Go on and try to tear me down
I will be rising from the ground
Like a skyscraper, like a skyscraper

Go run run run I'm gonna stay right here
Watch you disappear yeah
Go run run run yeah it's a long way down
But I'm closer to the clouds up here

You can take everything I have
You can break everything I am
Like I'm made of glass
Like I'm made of paper
Ohh
Go on and try to tear me down
I will be rising from the ground
Like a skyscraper, like a skyscraper
Like a skyscraper, like a skyscraper
Like a skyscraper

Σάββατο 20 Αυγούστου 2011

Black

Και τι καταφέρνεις με όλα αυτά που έχεις; Είναι απλά αναμνήσεις στοιβαγμένες μέσα σου, και σε κάνουν να πονάς τόσο μα τόσο πολύ, σα να φουσκώνει το στήθος σου, η καρδιά σου από τον πόνο και την απελπισία. Από τη δυστυχία. Που σου πήραν το πιο πολύτιμο δώρο. Ό,τι πιο όμορφο σου είχαν χαρίσει ποτέ. Εκείνο το ένα πράγμα που σε έκανε χαρούμενο. Το ένα πράγμα που κάνει έναν άνθρωπο άνθρωπο. Την αγάπη τους. Την πήραν πίσω. Αφού τύλιξαν την καρδιά σου με τη θέρμη της αγάπης τους, την πήραν πίσω και άφησαν στη θέση της ένα σωρό από το τίποτα, μερικά μαύρα αγκάθια ίσως που σε τρυπάνε όποτε τους βλέπεις. Και τους βλέπεις συχνά. Εγώ τους βλέπω.
Πρώτα ήταν ο Γιώργος. Είχα βγει με το Θάνο. Και ενώ είχαμε περίπου 3 μήνες ή και παραπάνω να μιλήσουμε, ήρθε. Μου είπε χρόνια πολλά.  Για τη γιορτή που δεν είχα.
Δεν
καταλαβαίνεις
πόσο
πονά;
Λες και με ξέρει λίγες μέρες. Δεν ξέρει πόσο έκλαψα όταν μου έστειλε εκείνο το e-mail, το e-mail με τον τίτλο A last goodbye, πόσο σήμαινε για εμένα αυτό, πως σκέφτηκα να κάνω κακό στον εαυτό μου επειδή με μισούσα που του κατέστρεψα τη ζωή. Και ήρθε έτσι απλά και μου μίλησε. Τα αγκάθια τύλιξαν την καρδιά μου, σαν ένα σαρκοβόρο φυτό, ή μήπως καλύερα ένα σαρκοβόρο θυλαστικό, έτοιμο να κατασπαράξει το θήραμά του, να το κάνει να χαθεί μια για πάντα στην άβυσσο, στο τίποτα.
Και με έστειλε σε ένα χειρότερο τίποτα. Με έστειλε σε ένα τίποτα με μία ελπίδα πως ίσως να θέλει να μου μιλήσιε ξανά. Με έστειλε σε ένα τίποτα όπου κόντευα να κλάψω μπροστά σε ένα άτομο που απλά ξέρει το όνομά μου. Με έστειλε σε ένα άζωο, μπεζ τίποτα, ένα τίποτα γεμάτο απελπισία.
Και σήμερα η Μυρτώ. Όχι τόσο η Μυρτώ. Το σπίτι της. Που είναι χτισμένο απέναντι στο δικό μου. Που υπήρξε το σπίτι μου για 11 χρόνια. Το σπίτι όπου ουσιαστικά μεγάλωσα. Μαζί της. Πήγα για να μοιράσω τα προσκλητήρια. Για το γάμο του μεγάλου μου αδερφού.
Μου άνοιξε ο αδερφός της. Ευτυχώς που δε μου άνοιξε αυτή. Με το που είχε πατήσει στην αυλή, η καρδιά μου σφίχτηκε και τα γακάθια ξανάκαναν την εμφάνισή τους, απειλιτικά, έτοιμα να κατασπαράξουν. Έτοιμα να καταστρέψουν. Και εκείνη...εκείνη απλά μου έριξε μία ματιά. Την πιο αδιάφορη που θα μπορούσε να μου ρίξει. Μία ματιά που ρίχνουμε σε ένα αδέσποτο ίσως, το οποίο σιχαινόμαστε. Με το οποίο αηδιάζουμε. Κι άλλα αγκάθια. Τα δάκρυα ήταν έτοιμα να φύγουν. Με το ζότι πίεσα τον εαυτό μου να χαμογελάσει στην οικογένειά της, στα άτομα που ήταν σαν δική μου οικογένεια και να βγάλω δύο τρεις λέξεις από το λαιμό μου. Δε φάνηκαν να το προσέχουν. Γιατί να το προσέξουν άλλωστε.
Στο σπίτι άπλωσα μηχανικά τη μπουγάδα, διάβασα μηχανικά τη μετάφραση. Δεν πίστευα ότι θα ξαναέβλεπα την πόρτα αυτού του σπιτιού να ανοίγει.
Γιατί όλα αυτά πονάνε; Και κάνουν ξανά τα αγκάθια να εμφανίζονται; Να εμφανίζονται και να ανοίγουν πληγές που εν μέρει είχε καταφέρει να επουλώσει το γέλιο του Θάνου ή η καμενιά της Ιωάννας ή οι υπέροχες συζητήσεις με την Κωνσταντίνα;
Είναι άδικο...
Γιατί
να
έχεις
μια
καρδιά;
Ποιο
το
νόημα
να
την
έχεις
αν
ραγίζει
τόσο
εύκολα;
Αν
γίνεται
τόσο
εύκολα
μαύρη;

Why?
Tell me, why?
You don't call me anymore
Don't you want me anymore?

Black
It's all black
It's the colour of my heart
It's the colour of my eyes

But I'm here
Yes I'm here
Everybody seems to mean so much
Everybody seems to think I'm fine

Late
It's too late
I am punishing myself
By admitting it's too late

Laugh
You may laugh
You can laugh at me for days
You may spit me if you want

But I'm here
I'm still here
Everybody seems to mean so much
Everybody seems to think I'm fine

Look at me
There were more to see
There were more to be proud of...

Τρίτη 16 Αυγούστου 2011

Silent.

Ακου τη σιωπή. Άκου τη σιωπή κοριτσάκι. Το πως κυλάει το καθαρό νερό από το ρυάκι ανάμεσα στις πέτρες. Πως τα φύλλα πέφτουν απαλά στο μαλακό έδαφος. Πως φυσάει ο αέρας, σφυρίζοντας ανάμεσα στα φύλλα, στα γυμνά κλαδιά, πώς γλύφει τις επιφάνιες των πετρών που είναι καλυμένες με βρύα. Το χορτάρι αναδεύει ελαφρά στο άγγιγμα από τον αέρα. Ο ουρανός είτε είναι γεμάτος απαλά, πουπουλένια σύννεφα, είτε καθαρός. Τα σύννεφα πάντα έχουν παράξενα χρώματα. Κίτρινο και πορτοκαλί, με λίγο ροζ κατά την αυγή του ηλίου. Γκρι όταν ετοιμάζεται για να βρέξει. Κόκκινο, μωβ και έντονο πορτοκαλί στο ηλιοβασίλεμα. Λευκο κατά τη διάρκεια μίας ημέρας δίχως βροχή. Ο καθαρός ουρανός, κοριτσάκι, είναι πιο όμορφος, όμως. Ειδικά το βράδυ. Φαντάσου κοριτσάκι ένα βράδυ, δίχως πανσέληνο, δίχως φεγγάρι, δίχως σύννεφα. Φαντάσου το σκούρο μπλε της νύχτας, κεντημένο με εκατομμύριο ασημένια αστέρια να είναι δικό σου, να απλώνεται απλόχερα μπροστά σου σα μία νέα γη που περιμένει να την εξερευνείς, Φαντάσου τα βάθη αυτής της γης κοριτσάκι. Φαντάσου πόσο όμορφο είναι να κάθεσαι σε μία παραλία και να βλέπεις τα αστέρια να πέφτουν. Ή πάλι τις ημέρες, μπορείς να δεις τα σύννεφα να παίρνουν τόσο παράξενα σχήματα. Και να δεις κάθε πανέμορφο χρώμα, κάθε απόχρωση κρυμμένη εδώ και εκεί. Και μπορείς να μυρίσεις έναν ολόκληρο κόσμο. Και να περιπλανηθείς με τα φτερά της φαντασίας σου σε νέους τόπους. Σε νέα μέρη. Να τα επισκεφθείς και στην πραγματικότητα. Να τραβήξειςπράσινες ή μπλε γραμμές σε ένα χάρτη, ενώνοντας τα μέρη που έχεις επισκεφθεί, μέχρι να γεμίσεις όλο το χάρτη. Να εκτιμάς αυτή τη σιωπή κοριτσάκι. Τη σιωπή της φύσης, των ταξιδιών. Σε κάνει να σκέφτεσαι. Να μαθαίνεις τον εαυτό σου. Να προχωράς μπροστά. Να σκέφτεσαι τις μέρες και τις νύχτες. Τις νύχτες από 'δω και περα.

Κυριακή 14 Αυγούστου 2011

remember how to put back the light in my eyes

Το έχω βαρεθεί. Το έχω απλά βαρεθεί. Σε τέτοιο βαθμό που έχω σιχαθεί τον εαυτό μου και δε θέλω καν να σκέφτομαι πως υπάρχω. Και τι που μιλάγαμε για την Ιωάννα προχθές για την αυτοκτονία; Έχει δίκιο είναι πολύ εγωιστικό. Αλλά ποιος θα νοιαστεί αν εγώ σταματήσω να υπάρχω; Κανείς προφανέστατα. Η ζωή θα συνεχιστεί, τίποτα δε θα αλλάξει.
Έχω βαρεθεί να μου λένε πως είμαι ξινή. Βασικά, αυτός είναι ο χαρακτήρας μου. η απότομη, ειρωνική, σπαστική, βλαμμένη, ξινή Μαρία, που δεν έχει φίλους και κανείς δε τη συμπαθεί. Που είναι μόνιμα το φυτό ντυμένο στα μαύρα που κάθεται μόνο του στα διαλείμματα στο σχολείο και σκιτσάρει, ενώ οι άλλοι παίζουν μπουγέλο. Που την κοροϊδεύουν για τις ενδυματολογικές της προτιμήσεις. Που είναι μόνιμα με τη μύτη κρυμμένη πίσω από ένα βιβλίο, είτε αυτό είναι σχολικό, είτε λογοτεχνικό. Που ζωγραφίζει αηδίες. Που δεν έχει δική της ζωή και ουσιαστικά ζει μέσα από τον Άντριαν Ιβάσκοφ, τη Ρόουζ Χάθαγουεϊ, το Χάρι Πότερ, τη Λένα Ντουκέιν και τη ξαδέρφη της τη Ρίντλεϊ, τον Έραγκον ή οποιοδήποτε άλλο χαρακτήρα βιβλίου.
Έχω βαρεθεί να ακούω από παντού πως είμαι ένα ειρωνικό τέρας, πως η συμπεριφορά μου δεν είναι καλή και πως είμαι ψυχρή. Παντού κακά λόγια για τη Μαρία, ενώ κανείς δεν έχει κάτσει να την ακούσει ποτέ. Και, οκέι, δε με ενδιαφέρει αν μου το λέει η μαμά μου ή η αδερφή μου. Έχω συνηθίσει να πληγώνομαι από αυτές, να μου λένε πως θα είμαι μόνη μου μια ζωή. Αλλά για ποιο λόγο άγνωστα άτομα που δε με έχουν γνωρίσει καν και απλά έχουν διαβάσει ένα-δύο ποστ μου σε ένα φόρουμ με κρίνουν αρνητικά. Ξέρουν τι εστί Μαρία;
Μου αρέσει που λυπόμουν φέτος στο χωριό αυτές τις 13 μέρες που ήμουν τον Kevin. Που η μαμά του τον έσυρε από την Αμερική Ελλάδα, σε ένα κατσικοχώρι στη μέση του πουθενά και δεν ξέρει λέξη ελληνικά. Μου θύμιζε τόσο πολύ εμένα. Δεν είχε με ποιον να μιλήσει, εκτός από τη γιαγιά, τη μαμά και τον πατριό του. Αλλά χαμογελούσε. Χαμογελούσε τόσο πολύ. πόσες ήταν οι φορές που χαμογέλασα πραγματικά φέτος; Μετρημένες στα δάχτυλα ίσως. Ο Γιώργος με έκανε να χαμογελώ….αλλά… Και η Ελένη με κάνει να χαμογελώ, αλλά δεν είναι φίλη μου, δυστυχώς, είναι συμμαθήτριά μου. Και ο Θάνος δε μου μιλά. Και η Μαριάννα δεν έχει καν το κινητό μου. Και απομακρυνθήκαμε με τη Μυρτώ-δεν έμαθα καν πως βρήκε αγόρι.
Και τώρα έρχεται ο Πάνος και μου λέει ότι είμαι ψυχρή. Ότι δε με συμπαθεί σχεδόν κανείς. Η Βάσω μου λέει ότι είμαι απότομη. Η μαμά….η μαμά και τι δε λέει. Σίγουρα θα έπαιρνε άλλο παιδί αν μπορούσε. Κάποιο που να μιλά λιγότερο και να διαβάζει περισσότερο. Κάποιο λιγότερο αποτυχημένο.
«Δες το θείο Τάκη και τη θεία Ματίνα.»,μου είπε προχθές η Ιωάννα, που έκλαιγα και πήγαμε βόλτα μέχρι τα παγκάκια. «Η κόρη τους… ήταν 15. Ξύπνησε ένα πρωί σαν όλα τα παιδιά του κόσμου και το απόγευμα ήταν νεκρή. Αυτοκινητιστικό. Επειδή ένας χαμένος ανέβηκε με 90 ή παραπάνω πάνω στο πεζοδρόμιο. Δεν έφταιγε καν εκείνη. Νομίζεις ότι η ζωή τους είναι ίδια από τότε; Και εγώ σαν εσένα, έχω σκεφτεί πως δεν έχει νόημα όλο αυτό… Η ζωή. Μετά σκέφτομαι ότι θα ήταν πολύ εγωιστικό. Ότι θα άφηνα πίσω μου τους ανθρώπους που με έφεραν στον κόσμο, δύο…συμπαθητικά αδέρφια και κάτι εκπληκτικές φίλες. Οπότε δεν το κάνω.».
«Ναι αλλά δεν πρέπει να κάνουμε και κάτι για τον εαυτό μας;»,είχα ρωτήσει. «Βαρέθηκα να είμαι η καλή. Η καλή που κάνει όλα τα χατίρια, το βαρετό κορίτσι που δε θα κοιτάξει ποτέ κανείς. Θέλω να κάνω κάτι για μένα. Ακόμα και αν αυτό σημαίνει να πειράξω τον εαυτό μου. Ξέρεις πόσες φόρες το έχω κάνει;».
Και είδε τα σημάδια, τις αχνές κατάλευκες γραμμές κατά μήκος της αριστερής αρτηρίας και με κοίταξε νευριασμένη. «Μην το ξανακάνεις. Ποτέ. Για κανέναν. Όσο και να πονάς. Τόσα άτομα σε αγαπάνε. Και θα τους έλειψες. Κάπως…πρέπει να προχωράμε.».
Να προχωράμε. Αλλά για ποιον να προχωρήσω; Για ποιον; 

i know i can’t take one more step towards you
cause all that's waiting is regret
don’t you know Ι’m not your ghost anymore
you lost the love i loved the most

i learned to live, half alive
and now you want me one more time

who do you think you are?
runnin’ ’round leaving scars
collecting a jar of hearts
tearing love apart
you’re gonna catch a cold
from the ice inside your soul
don’t come back for me
who do you think you are?

i hear you’re asking all around
if i am anywhere to be found
but i have grown too strong
to ever fall back in your arms

i've learned to live, half alive
and now you want me one more time

who do you think you are?
runnin’ ’round leaving scars
collecting a jar of hearts
and tearing love apart
you’re gonna catch a cold
from the ice inside your soul
don’t come back for me
who do you think you are?

it took so long just to feel alright
remember how to put back the light in my eyes
i wish i had missed the first time that we kissed
cause you broke all your promises
and now you’re back
you don’t get to get me back

who do you think you are?
running around leaving scars
collecting a jar of hearts
and tearing love apart
you’re gonna catch a cold
from the ice inside your soul
so don’t come back for me
don't come back at all

who do you think you are?

Κυριακή 31 Ιουλίου 2011

Lena Duchannes

Το κουλό του να διαβάζεις για τη Lena Duchannes και να την καταλαβαίνεις 100%. Αυτή είχε ένα κολιέ γεμάτο πολύτιμα σκουπίδια. Ένα μενταγιόν κοράκι, ένα καπάκι αναψυκτικού, μία μαύρη χάντρα, μία κόκκινη κλωστή, μία παραμάνα, ένα χρυσό αστεράκι και πόσα άλλα. Για κάποιους αυτά είναι το τίποτε. Για εκείνη ήταν τα πάντα.
Εγώ έχω ένα κουτί γεμάτο πολύτιμα σκουπίδια.Ένα βιβλιαράκι ξενοδοχείψν για το Ντουμπάι.Έμα χαρτονόμισμα των 5 ντίχραμ και κάμποσα ασημένια κέρματα ντίχραμ. Την κρατούλα που είχε δέσει το ξενοδοχείο από το Ντουμπάι στη βαλίτσα μου με τον αριθμό 263. Ένα μισό εισητήριο της πτήσης G9 282 την 25η Οκτωβρίου 2009 απο την Αθήνα για Sharjah. Και άλλο ένα μισό εισητήριο της πτήσης G90281 αυτή τη φορά την 29η Οκτωβρίου 2009 απο Sharjah για Αθήνα. Άλλο ένα μικροσκοπικό μπλε εισητήριο-κάρτα που μας επέτρεψε να παίξουμε 4 ώρες σε ένα χιονοδρομικό κέντρο μέσα στο Ντουμπάι. Μια μικρή κάρτα με μία τρισδιάστατη πασχαλίτσα στην οποία μία φίλη μου ευχόταν χρόνια πολλά. Ένα ζευγάρι 3D γυαλιά από το Allou! Fun Park.  Μία καρτ ποστάλ της 4ης ταινίας Χάρι Πότερ. Ένα καπελάκι από το πάρτι του κυρίου των αρχαίων στο φροντηστήριο. Το εισητήριο από το λεωφορείο που μας πήγε για μπάνιο με την Ελένη και το Θάνο. Τα φετινά εισητήρια Άρτα-Καλαμάτα και Καλαμάτα-Άρτα.Μία συλλογή από χρησιμοποιημένες τηλεκάρτες. Δύο τρία μικρά μολύβια 4Β.
Και έτσι συνειδητοποίησα πόσο μοιάζω με την Lena. Και αυτή δεν έχει πραγματική ζωή.
Όμως συνειδητοποιώ ότι παρ'όλα αυτά για εμένα, για τη Lena, αυτά τα σκουπίδια κάνουν τη διαφορά. Αυτά τα σκουπίδια είναι που μας θυμίζουν τις χαρούμενες και σημαντικές στιγμές. Αυτό που αξίζει για εμάς. Αυτό που μας έκανε να γελάσουμε και να περάσουμε καλά...


Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

I had the time of my life with you

Και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα. Με τα γράμματα από τον κανένα, σε ένα ορφανό αγόρι που οι γονείς του είχαν πεθάνει σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, από το οποίο ο ίδιος κέρδισε ένα σημάδι σε σχήμα κεραυνού. Το αγόρι έμενε με το θείο και τη θεία του. Το όνομά του ήταν Χάρι Πότερ.

Ακόμα θυμάμαι ξεκάθαρα πόσο μιρκοσκοπική ήμουν. Ήμουν σχεδόν 7. Με δυσκολία διάβαζα όταν πήγαμε σινεμά με την τότε καλύτερή μου φίλη και τον αδερφό της. Προσπαθούσα τόσο τραγικά πολύ να διαβάσω τους υποότιτλους, αλλά δε μπορούσα. Μετά ψιλοπαράτησα το θέμα.

Ώσπου γνώρισα την Αλεξάνδρα. Ήμουν 9 περίπου. Παίζαμε ένα υποτιθέμενο σκάκι όταν στο δωμάτιο εισέβαλλε η 14χρονη τότε Ανθή.
'Διαβάζεις βιβλία;',με ρώτησε.
'Κάτι λίγα.',απάντησα. 'Δεν έχουμε πολλά στο σπίτι.'
Χαμογέλασε. 'Έλα εδώ.',μου είπε και με πήρε από το χέρι. Πήγαμε στο δωμάτιό της και μου έδωσε ένα λεπτό σχετικά βιβλίο που είχε ως τίτλο το 'Ο Χάρι Πότερ και η Φιλοσοφική Λίθος'.
Και κάπως έτσι το ταξίδι ξεκίνησε.
Καθόμουν στο δωμάτιο, στον καναπέ, πάνω στην εσοχή του τζακιού, στο δέντρο και διάβαζα, διάβαζα, διάβαζα.

Δεν ήταν απλά ένα βιβλίο. Αρχικά ήταν ένα πείσμα. Όσο δε με άφηναν οι δικοί μου να διαβάσω, τόσο έκρυβα τα βιβλία σε συρτάρια, κάτω από το κρεβάτι και έμπαινα στην ντουλάπα να το διαβάσω. Θυμάμαι καθαρά πως το 7ο το αγόρασα κρυφά. Αλλά μετά από ένα σημείο και μετά δεν ήταν απλά μία σειρά βιβλίων. Ήταν τα πάντα.

Μεγάλωνα παρέα με το Χάρι και ήθελα, βαθιά μέσα μου, και εγώ να λάβω μία μέρα το Hogwarts Acceptance Letter.

Όμως είμαι απλά μία Μαγκλ, σε έναν απαίσιο Μαγκλ κόσμο, γεμάτο με άλλους Μαγκλ, χειρότερους από εμένα, που δεν ξέρουν τιποτα από μαγεία, τίποτα από χαμόγελο και χαρά.

Και έτσι σκέφτομαι πως εγώ δεν είμαι σαν αυτούς. Όπως ειπώθηκε και κάπου στο 3ο βιβλίο, οι Μαγκλ δε βλεπουν τίποτα. Δεν παρατηρούν. Οι άλλοι Μαγκλ, αυτοί που δεν ξέρουν τι θα πει η λέξη Μαγκλ και που γυρίζουν ειρωνικά τα μάτια τους όταν τους λέω πως έληξε όλη μου η παιδική ζωή με την πρεμιέρα στις 13/7, δεν έχουν μπει σε αυτόν τον κόσμο. Δεν έχουν διαβάσει αυτή τη σειρά. Δεν περίμεναν με αγωνία να βγει το επόμενο βιβλίο. Δεν έφτιαξαν κολιέ με το σύμβολο των Κλήρων και δεν έκλαψαν με τις αναμνήσεις του Σνέιπ. Δεν διάβασαν τα βιβλία.
Μέσα από αυτά εγώ έμαθα να βλέπω χιλιάδες πράγματα που αγνοούσα και είχα ξεχάσει. Τη δύναμη της φιλίας. Τη δύναμη της αγάπης. Το πόσο σημαντικό είναι να γυρνάς πίσω, ακόμα και αν έχεις φύγει. Το νόημα του να μην τα παρατάς και να ελπίζεις πάντα, ακόμα και στις πιο σκοτεινές στιγμές. Το πόσο σημαντικό είναι να είσαι ο εαυτός σου, ακόμα και αν σου παίρνουν τα πράγματα και σε φωνάζουν Loony. Το πόσο ωραίο είναι να υπάρχουν 2 δίδυμοι που σε κάνουν πάντα να γελάς. Πόσο γενναίο είναι να πολεμά κανείς για να κάνει ένα κόσμο καλύτερο...Τα σοφά λόγια ενός σοφού γέρου. Το πώς η αγάπη αλλάζει έναν άνθρωπο. Τη δυσκολία που υπάρχει ανάμεσα στο σωστό και το εύκολο. Το ότι υπήρχε ένα άτομο που αγαπούσε κάθε τι τερατώδες καθώς εμπιστεύονταν το χαρακήτρα του..
Τζόαν....σε ευχαριστώ που μου χάρισες την πιο μαγική και επική παιδική ηλικία. Νομίζω πρέπει να είμαι ευτυχισμένη που ο Χάρι ήταν φίλος μου από τα 9 μέχρι τα 14. Που μπορούσα να έχω ένα κόσμο κατάδικό μου, ένα κόσμο μαγείας, ένα κόσμο που αγαπούσα και που αγαπώ.
ϟ All was well ϟ

Απλά ακούστε το...

-After all this time?
-Always.

Mischief Managed.
You're just as sane as I am.








The ones that love us never truly leave us. You can always find them in here.

I solemnly swear to carry this story with me for the rest of my life.