Hunger Games

Deep in the meadow, hidden far away
A cloak of leaves, a moonbeam ray
Forget your woes and let your troubles lay
And when it's morning again, they'll wash away
Here it's safe, here it's warm
Here the daisies guard you from every harm
Here your dreams are sweet and tomorrow brings them true
Here is the place where I love you.

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

Born This Way

Για να μην υπάρξει παρεξήγηση: Δε μου αρέσουν τα τραγούιδα της Lady Gaga. Μπορεί να έχει ταλέντο ή φωνή ή οτιδήποτε, απλά δεν είναι του στυλ μου και τα θεωρώ πολύ κλαμπίσια και δε με εξιτάρει η φωνή της. Δεν τα ακούω καθημερινά δηλαδη :Ρ
Ωστόσο δε μπορώ να αρνηθώ το νόημα αυτών των στίχων. Το τραγούδι της Born this Way έχει τόσο νόημα.

I'm beautiful in my way
'Cause God makes no mistakes
I'm on the right track, baby
I was born this way

Άρχισα να καταλαβαίνω πρόσφατα αυτό το νόημα. Θέλω να πω, βρήκα άτομα που με συμπαθούν πολύ, με κάνουν παρέα. Όχι για υποκρισίες, για ψεύτικα χαμόγελα, για ένα ψεύτικο γούστο μουσικής ή τις μάρκες ρούχων που φοράω. Με συμπαθούν επειδή είμαι η Μαρία που ζωγραφίζει, που γράφει, που ακούει καταθλιψούρες τραγούδια, που θέλει 5 ώρες να μάθει 7 παραγράφους στην ιστορία, που ίσως λέει λίγο κλισέ αστεία, βλέπει ταινίες, βγάζει ένα βιβλίο 500 σελίδων άνετα σε μιάμιση μέρα(ή και λιγότερο) και πολλά άλλα. Με συμπαθούν γι'αυτό που είμαι ακριβώς. Επειδή έτσι είμαι.

Να κάνουμε αυτό που έκαναν τα παιδιά του Glee στη 2η σεζόν. Να έχουμε σταμπαρισμένα πάνω μας αυτά που μας χαρακτηρίζουν. Να μην τα κρύβουμε. Και να είμαστε περήφανοι για αυτά.

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011

Aoi Hana


«Τι έγινε;»,ρώτησε η Σέλεστ και ανασηκώθηκε πιάνοντας το κεφάλι της που πήγαινε να σπάσει.
«Εσύ θα μου πεις. Δε μπορούσα να σε ξυπνήσω με τίποτα!»,είπε εμφανώς αγχωμένη η Ερέβια.
«Νομίζω ότι απλά είδα κάτι σαν…όνειρο;»,είπε αβέβαια η Σέλεστ και σηκώθηκε από το κρεβάτι. «Ή σαν όραμα.».
«Όραμα; Μα εσύ δεν έχεις πάει ποτέ σου σε μαθήματα Μαντικής.».
«Ναι, το ξέρω. Αλλά ήταν τόσο αληθοφανές.»,είπε η Σέλεστ και έβγαλε από το μπαούλο της τη στολή του σχολείου στα γρήγορα. «Τι ώρα είναι;».
«Οχτώ και μισή. Ντύσου για να πάρουμε πρωινό. Ξέρεις πώς σήμερα είναι το Κουίντιτς! Δεν θα ‘θελες να χάσουμε τον Στέφαν, έτσι δεν είναι;.»,είπε η Ερέβια σε πιο χαρούμενο τόνο.
Η Ερέβια ήταν αρκετά ψηλότερη από την Σέλεστ, με μακριά, σγουρά καστανόξανθα μαλλιά που τώρα ήταν πιασμένα κότσο και πράσινα μάτια. Φόραγε και εκείνη γυαλιά, αλλά είχε πολύ μεγάλη μυωπία.
Η Σέλεστ ντύθηκε γρήγορα, και αφού φόρεσε στα γρήγορα τον μανδύα της, έβαλε το ραβδί της στην τσέπη της.
«Πάμε για πρωινό;»,ρώτησε η Σέλεστ.
«Φυσικά. Βάζω στοίχημα πως θα δούμε τον Στέφαν πάλι με μαύρους κύκλους.»,είπε η Ερέβια.
Η Σέλεστ χαμογέλασε. Η φίλη της ήξερε πώς να της φτιάχνει το κέφι. «Πάλι έμεινε μέχρι αργά χθες να διαβάζει;»,ρώτησε.
«Έτσι μου είπε ο Λούκας όταν έφευγε για πρωινό.»,είπε η Ερέβια.
Ο Λούκας ήταν στην ίδια ηλικία με το Στέφαν και ήταν τόσο καλοί φίλοι, που ο δεσμός τους έμοιαζε υπερβολικά με τον αδερφικό δεσμό. Ο Λούκας Μπλάκθορν ήταν επίσης εδώ και δύο μήνες το αγόρι της Ερέβιας.
«Αυτό το παιδί δεν έχει κλείσει μάτι από τότε που ήρθαμε εδώ.»,είπε σχεδόν απελπισμένη η Σέλεστ καθώς πήγαιναν προς την τραπεζαρία.
«Όπως εσύ.»,σχολίασε η Ερέβια. «Αχ, κοίτα! Ο καιρός είναι πολύ καλός έξω!»,σχολίασε χαρωπά η Ερέβια.
Πράγματι, η ημέρα, αν και φαινόταν κρύα από τα παράθυρα, τουλάχιστον δεν ήταν βροχερή.
«Πάμε γρήγορα να ευχηθούμε καλή επιτυχία στην ομάδα μας!»,είπε η Σέλεστ και τράβηξε από το χέρι την Ερέβια.
Έφτασαν στην τραπεζαρία. Το τραπέζι του Ράβενκλοου ήταν δίπλα σε αυτό του Γκρίφιντορ. Το μπλε και το χρώμα του μπρούτζου κυριαρχούσαν στο τραπέζι τους, το κόκκινο και το χρυσό στο άλλο. Η Σέλεστ ανησυχούσε. Οι δύο Πότερ, ο Τζέιμς-Σείριος και ο Άλμπους-Σέβερους δεν είχαν χάσει σχεδόν ποτέ αγώνα, κληρονομώντας το ταλέντο και των δύο γονιών τους. Αλλά η ομάδα του Ράβενκλοου είχε προπονηθεί σκληρά.
«Καλημέρα παιδιά!»,είπε χαρούμενα η Ερέβια και έκατσε δίπλα στον Λούκας, ο οποίος έπαιζε με τα αυγά που ήταν μπροστά του. Ο Λούκας ήταν ο ανιχνευτής του Ράβενκλοου από το τρίτο έτος της φοίτησής του στο Χόγκουαρτς.
«Καλημέρα.»μουρμούρισε η Σέλεστ και έκατσε ακριβώς απέναντι, δίπλα στον Στέφαν ο οποίος μπροστά του είχε μόνο ένα ποτήρι με κολοκυθοχυμό. «Πρέπει να φας κάτι.»,είπε στο Στέφαν.
«Έχω άγχος. Ο Τζέιμς Πότερ παίζει κυνηγός.»,είπε ο Στέφαν.
«Και ο Άλμπους Πότερ ανιχνευτής.»,συμπλήρωσε ο Λούκας και τα δύο αγόρια αναστέναξαν ταυτόχρονα με θλίψη στη φωνή τους.
«Είστε τόσο ανόητοι!»,αναφώνησε η Ερέβια. «Θέλω να πω, ξυπνήστε! Θυμηθείτε για λίγο σε ποιον κοιτώνα είστε! Ράβενκλοου! Εδώ μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα! Εσύ!»,είπε και έδειξε το Λούκας δίπλα της. «Παίζεις τρία ολόκληρα χρόνια και έχεις κερδίσει σχεδόν όλους τους αγώνες και είσαι εκπληκτικός στις προπονήσεις! Εσύ!»,συνέχισε δείχνοντας το Στέφαν αυτή τη φορά. «Είσαι ο αρχηγός της ομάδας του Ράβενκλοου από πέρυσι και ένας από τους καλύτερούς φύλακες που είχαμε ποτέ!».
Ο Στέφαν της χαμογέλασε και έτσι η Σέλεστ έβαλε μπροστά του ένα πιάτο με κρέπες με μαρμελάδα βατόμουρο και ο Λούκας ξεκίνησε να τρώει.
«Πάντα η Ερέβια ήταν καλή στο να κάνει τους άλλους να νιώθουν πιο σίγουροι και ικανοί για τον εαυτό τους.»,σχολίασε ο Στέφαν.
«Όντως. Και πάντα ξέρει πώς να σε κάνει χαρούμενο. Αυτή είναι η Ερέβια.»,είπε η Σέλεστ και χαμογέλασε, καθώς έβαζε στον εαυτό της γάλα στο ποτήρι της.
«Και εσύ ξέρεις πώς να προβλέπεις τις κινήσεις κάποιου. Για αυτό άλλωστε είσαι η πρόεδρος της Ομάδας Μαγικού Σκακιού του Ράβενκλοου.»,είπε ο Στέφαν τρώγοντας μία μπουκιά. «Είστε ξεχωριστές.».
«Αυτό λες εδώ και πέντε χρόνια, Στεφ.»,είπε ο Λούκας γυρίζοντας τα μάτια του. «Ξέρουμε τη θεωρία σου. Πιστεύεις πως τα κορίτσια, μαζί τους και η Λαβέρνα έχουν κάτι παραπάνω από τις συνηθισμένες μαγικές δυνάμεις.».
Η Σέλεστ κοκκίνισε. Πάντα ένιωθε άβολα να συζητά αυτό το θέμα. Ειδικά δε όταν ήταν κάτι που δεν ίσχυε και ταυτοχρόνως κατά κάποιο τρόπο την έκανε να φανεί πολύ πιο δυνατή και ικανή μάγισσα από ότι ήταν.
«Εγώ δεν πιστεύω πως αυτά είναι κάτι ιδιαίτερο.»,είπε η Σέλεστ. «Έτσι ήμασταν από μικρές.».
«Όντως.»,είπε η Ερέβια και πήρε ένα κεκάκι.
«Ωχ, η ώρα πήγε εννιά και εννιά και μισή ξεκινά ο αγώνας!»,είπε ο Στέφαν.
«Πάμε!»,συμπλήρωσε σχεδόν τρομαγμένος ο Λούκας και ήπιε στα γρήγορα τον εναπομείναντα καφέ στο ποτήρι του.
«Έι, μικρή.»,είπε ο Στέφαν στη Σέλεστ. Έτσι την έλεγε συνήθως, μικρή. «Πόσο θα πάει το σκορ;».
«Θα νικήσετε 380 προς 230.»,είπε η Σέλεστ απερίσκεπτα και του έκλεισε το μάτι.
«Ευχαριστώ.»,είπε και της ανακάτωσε τα μαλλιά. Η Ερέβια έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο του Λούκας και τα δύο αγόρια έφυγαν βιαστικά.
«Το ξέρεις ότι σκορ που του είπες διαφέρει μόνο 150 πόντους έτσι δεν είναι;»,ρώτησε η Ερέβια και η Σέλεστ ένευσε επειδή έτρωγε. «Αυτό σημαίνει απλά το πιάσιμο της χρυσής ενώ το σκορ των γκολ είναι ίδιο. Και αν το σκορ που είπες είναι σωστό, όπως συνήθως… αναμένεται να δούμε έναν εκπληκτικό αγώνα.»,συνέχισε η Ερέβια και χαμογέλασε.
«Εδώ είστε!»,ακούστηκε μία μελωδική φωνή.
Τα κορίτσια γύρισαν. Ήταν η Λαβέρνα. Η Λαβέρνα, κατά τη Σέλεστ, ήταν η πιο όμορφη από τις τρεις τους. Είχε μακριά ξανθά ολόισια μαλλιά και μεγάλα σκούρα πράσινα μάτια. Ήταν ψηλή και αδύνατη και η φωνή της ήταν εκπληκτική. Τραγούδαγε στη χορωδία του Χόγκουαρτς. Ήταν η Επιμελήτρια του Σλίθεριν.
«Πώς και δεν πήγατε να πιάσετε θέση;»,ρώτησε η Λαβέρνα και έκατσε δίπλα στην Ερέβια.
«Η Σέλεστ είχε μάλλον ένα παράξενο όνειρο και δε μπορούσε να ξυπνήσει εύκολα.»,απάντησε με σχετικά ήπιο και αδιάφορο τόνο η Ερέβια για να μην ανησυχήσει την Λαβέρνα.
«Είδες κάτι τρομακτικό;»,ρώτησε η Λαβέρνα την Σέλεστ ανήσυχη. Αυτή η κοπέλα, η Λαβέρνα Ρέγκουμ, φαινόταν ώρες-ώρες σαν να διαβάζει σκέψεις.

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

You're gonna shine


Έχω βαρεθεί να ακούω τη γκρίνια του και τη μουρμούρα τους. Δε διαβάζω, δε θα περάσω πουθενά. Και αν δεν περάσω, τι θα γίνει ρε φίλε; Αυτό που είπε ο μπαμπάς προχθές; ‘Θα μας κάνεις να ντρεπόμαστε να δείξουμε το πρόσωπό μας στην κοινωνία.’. Γουάτ δε φακ; Δηλαδή ποιος είσαι εσύ που θα ντραπείς να βγεις έξω σε περίπτωση που εγώ δεν περάσω Αγγλική Φιλολογία για 5 μόρια; Μήπως κατάφερες εσύ τίποτα καλύτερο στη ζωή σου, για να με κάνεις να σε έχω ως πρότυπο; Φυσικά, εσύ ήσουν άριστος μαθητής στην εποχή σου, υπερβολικά καλός στα μαθηματικά, γι’ αυτό πέρασες στην Εφορία, επειδή βγήκες πρώτος στο διαγωνισμό. Όμως, ντιλ γουίθ ιτ, εγώ ΔΕΝ είμαι έτσι. Δεν κοιτάω πώς θα βγάλω λεφτά. Δεν είναι το όνειρό μου να κάνω μία βαρετή γραφειακή δουλειά που θα μου δίνει 5.000 το μήνα. Νομίζεις ότι δε θα μπορούσα να περάσω Νομική, να γίνω Ειρηνοδίκης και να κάθομαι και να τα παίρνω; Ο καθένας θα μπορούσε να το κάνει αυτό. Για ποιο λόγο όμως να καταδικάσει και να κομματιάσει τα όνειρά του με αυτόν τον τρόπο. Εγώ δε θέλω να κάνω κάτι δεδομένο στη ζωή μου. Να γίνω μία ακόμα δικηγόρος. Ούτε να είμαι στο στρατό, χωρίς να μπορώ να ντύνομαι όπως θέλω, ούτε αστυνομία. Δε θέλω τίποτα από αυτά. Εγώ θέλω να κάνω αυτό που μου αρέσει, να σπουδάσω ό,τι θέλω! Γιατί να καταλήξω με όνειρα σπασμένα; Να ακούσω δηλαδή τους τραγικούς σου φίλους που λένε ότι δε δικαιούμαι να ονειρεύομαι; Ότι θέλω θα κάνω και όπως το θέλω, γιατί δε διάβαζα εγώ 6 χρόνια σαν το βλαμμένο για να κάνω ότι θέλετε εσείς και να φοβηθώ τι θα πει ο κάθε καράβλαχος στην Άρτα που δεν ξέρει καν τι θα πει oyasumi nasai, κοροϊδεύει τις ψηλές κάλτσες και ζει σαν τον κλασσικό κάφρο Νεοέλληνα αν δεν περάσω. Duh. Get over it. It’s my moment to shine, even if I fail doing that.

Look around
Where do you belong
Don't be afraid
You're not the only one


Don't let the day go by
Don't let it end
Don't let a day go by in doubt
The answer lies within

Life is short
So learn from your mistakes
And stand behind
The choices that you make


Face each day
With both eyes open wide
And try to give
Don't keep it all inside

Don't let the day go by
Don't let it end
Don't let a day go by in doubt
The answer lies within

You've got the future on your side
You're gonna be fine now
I know whatever you decide
You're gonna shine

Don't let the day go by
Don't let it end
Don't let a day go by in doubt
You're ready to begin
Don't let a day go by in doubt
The answer lies within.

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2011

Aoi Hana

Θα ποστάρω 2-3 σελίδες, γιατί είναι τεράστιο και τη συνέχεια θα τη βάλω άλλη φορά :D



 Κεφάλαιο Πρώτο

Κρύος Νοέμβρης
Η Σέλεστ Θορν ήταν δεκαπέντε χρονών και φοιτούσε στο πέμπτο έτος στη Σχολή Χόγκουαρτς για Μαγείες και Ξόρκια. Είχε καταταχθεί στον κοιτώνα Ράβενκλοου, στον κοιτώνα των σοφών και των μορφωμένων. Η ίδια όμως πίστευε πως εκεί πήγαιναν και τα δημιουργικά άτομα, ως επί τω πλείστων.
Θυμόταν ακόμα τη μέρα της επιλογής της πεντακάθαρα. Κοντή, με τα μαλλιά της πλεγμένα σε κοτσίδες, αποχαυνωμένη από το υπέροχο κάστρο, περίμενε μαζί με την Ερέβια και τη Λαβέρνα την Επιλογή. Την Ερέβια Σταρσάιν την ήξερε από μωρό. Οι μητέρες του ήταν καλές φίλες από το Χόγκουαρτς και οι πατεράδες τους γείτονες από μικροί. Τη Λαβέρνα την είχαν γνωρίσει στο Δημοτικό των Μαγκλ. Αν και καθαρόαιμες και οι δύο, οι γονείς του επέμειναν να έχουν μία φυσιολογική παιδική ηλικία με Μαγκλ συμμαθητές. Σύντομα, έκαναν παρέα με τη Λαβέρνα Ρέγκουμ και έμαθαν πως και εκείνη είναι μάγισσα. Από τότε ήταν αχώριστες. Η Σέλεστ θυμάται ακόμα που ένας στρογγυλοπρόσωπος καθηγητής, η καθηγήτρια ΜακΓκόνακαλ των Μεταμορφώσεων και Υποδιευθύντρια φώναξε το όνομά της από μία μακριά περγαμηνή. Η Σέλεστ είχε κάτσει σε ένα άβολο μικρό σκαμνί και το Καπέλο της Επιλογής τοποθετήθηκε στο κεφάλι της. Της μίλησε λίγο για όλους τους κοιτώνες γενικά και μετά βροντοφώναξε «ΡΑΒΕΝΚΛΟΟΥ!». Η Σέλεστ είχε κάτσει στο τραπέζι των Ράβενκλοου, δίπλα στον Στέφαν Ντράγκον, με τον οποίο μίλαγε, μέχρι που η Ερέβια ήρθε δίπλα της. Προς έκπληξη όλων, η Λαβέρνα τοποθετήθηκε στο Σλίθεριν.
Και όμως, πέντε χρόνια αργότερα, είχε κρατήσει τη φιλία της και με τη Λαβέρνα και με την Ερέβια και, φυσικά, είχε γίνει φίλη με το περίεργο αγόρι που άκουγε στο όνομα Στέφαν Ντράγκον. Η ζωή κυλούσε ήρεμα, με διαγωνίσματα, υψηλές βαθμολογίες, εξάσκηση στα ξόρκια μεταμορφώσεων, που ήταν σχετικά αδύναμη και γνωριμίες με παιδιά όχι μόνο από το Ράβενκλοου, αλλά και από το Σλίθεριν, χάρη στη Λαβέρνα. Γενικά, της άρεσε πολύ η ζωή στο Χόγκουαρτς. Τόσο, που από το τρίτο έτος και μετά, είχε αποφασίσει να περνάει τα Χριστούγεννα εκεί. Ήταν ένα από τα πιο μαγικά μέρη του κόσμου.
Μέχρι την φετινή χρονιά. Με το που πάτησε το πόδι της στο Χόγκουαρτς ξεκίνησαν οι εφιάλτες. Βασικά, ήταν ο ένας και μοναδικός, ολόιδιος και πάντα ολοζώντανος εφιάλτης του πύρινου Χόγκουαρτς και των αγαπημένων της ανθρώπων νεκρών. Δεν είχε βρει νόημα σε αυτό τον εφιάλτη. Είχε ελέγξει όλους τους Ονειροκρίτες της βιβλιοθήκης, είχε πάει ακόμα και στο Απαγορευμένο Τμήμα της βιβλιοθήκης μία νύχτα, αλλά όλα τα βιβλία έλεγαν το ίδιο: επικείμενος κίνδυνος. Όμως τι κίνδυνος ήταν αυτός; Και ποιος απειλούνταν; Το Χόγκουαρτς; Εκείνη και οι φίλοι της; Πραγματικά, η Σέλεστ δεν έβγαζε νόημα και έτσι απλά αποφάσισε να αφήσει το χρόνο να δείξει τι σήμαινε το όνειρο.
Η Σέλεστ πήγε πίσω στο δωμάτιο των κοριτσιών και πήγε στο μπάνιο. Λούστηκε και μετά χτένισε τα μακριά, ολόισια μαύρα μαλλιά της. Η Σέλεστ ήταν ένα αρκετά όμορφο κορίτσι. Τα μαλλιά της ήταν μαύρα, σαν τα φτερά του κορακιού, μακριά μέχρι τη μέση και ολόισια και είχε μεγάλα μελί μάτια με πράσινες αποχρώσεις γύρω από την κόρη, τα οποία σκούραιναν όταν ήταν αφηρημένη ή έκλαιγε. Ήταν σχετικά κοντούλα και μικροκαμωμένη για την ηλικία της, με κατάλευκο δέρμα, φακίδες και μαύρα γυαλιά που πότε τα φόραγε και πότε όχι, επειδή τα ξέχναγε από εδώ και από εκεί.
Ως χαρακτήρας, η Σέλεστ ήταν ένα άτομο πολύ διαβαστερό. Δεν ήθελε να απογοητεύσει τους γονείς της, ειδικά μάλιστα τη μητέρα της που δούλευε στο Τμήμα Μαγικού Δικαίου και ήταν πάντα η καλύτερη της τάξεώς της. Ήταν αρκετά ντροπαλή κοπέλα και έκανε δύσκολα φίλους. Τις άρεσε πολύ η μουσική και η ζωγραφική και συχνά ονειροπολούσε κατά τη διάρκεια μερικών μαθημάτων ή όταν διάβαζε. Διάβαζε πολλά εξωσχολικά βιβλία και έκανε εκδρομές τα καλοκαίρια με την Ερέβια και τη Λαβέρνα όπου πιο μαγικά και εξωτικά μπορούσαν, αρκεί να ήταν κοντά στη φύση. Ήταν γενικά αισιόδοξος άνθρωπος, σπάνια σταματούσε να κάνει κάτι. Εάν μάλιστα έβαζε κάτι στο μυαλό της, δε τη σταματούσε κανείς.
Η Σέλεστ έκατσε στο κρεβάτι της και έπιασε το ραβδί της. Μουρμούρισε: «Φώτισε!» και ένα μικρό φως εμφανίστηκε.
Πήρε στα χέρια της το βιβλίο των μεταμορφώσεων. Έπρεπε να εξασκηθεί και άλλο σε αυτό το μάθημα, ειδικά με τα ΚΔΜ να αιωρούνται απειλητικά στον ορίζοντα. Δεν είχε μεγάλο πρόβλημα, απλά μερικές φορές οι μεταμορφώσεις της δεν ήταν όπως θα έπρεπε.
Διάβασε ξανά τις οδηγίες του βιβλίου για το πώς έπρεπε να μεταμορφώσει μία βελόνα σε σπίρτο. Πήρε βαθιά αναπνοή και κλήτευσε μία από τις βελόνες που βρίσκονταν στο συρτάρι της. Η βελόνα ήρθε στο χέρι της. Ετοιμάστηκε να πει το ξόρκι ώσπου…
Όλα ήταν σκοτεινά. Η μορφή με τη σκούρα μπλε κάπα προχωρούσε στο σκοτάδι και ίσα που φαίνονταν. Μια άσπρη γάτα πετάχτηκε μπροστά στη φιγούρα, η φιγούρα την κλώτσησε και η γάτα νιαουρίζοντας πονεμένα χάθηκε στο σκοτάδι. Η μορφή σταμάτησε, ανέβηκε δύο-τρία σκαλοπάτια και χτύπησε μία πόρτα που ούτε καν φαινόταν. Η πόρτα άνοιξε
«Σε ακολούθησε κανείς;»,ρώτησε μία αντρική φωνή.
«Ποτέ δε με ακολουθούν.»,απάντησε με αλαζονεία η γυναίκα με την μπλε σκούρα κάπα. Παρ’ όλο που τη φώτιζε το αχνό φως από το εσωτερικό του σπιτιού, το πρόσωπό της δε φαινόταν εξαιτίας της κάπας.
«Πέρνα μέσα, Ορόρα.»,είπε ο άνδρας και άνοιξε λίγο περισσότερο την πόρτα.
«Ευχαριστώ Κάσσιε. Ξέρω πως πάντα μπορώ να βασίζομαι πάνω σου.»,είπε η γυναίκα, η Ορόρα και αφού μπήκε μέσα στο σπίτι έβγαλε την κουκούλα της κάπας.
Ήταν μία γυναίκα εξαιρετικής ομορφιάς. Δεν έμοιαζε να είναι πάνω από τριάντα πέντε. Είχε μακριά ξανθά σπαστά μαλλιά μέχρι τους ώμους και μελένια μάτια. Ο άντρας μέσα στο σπίτι ήταν συνομήλικός της, με καστανόξανθα ολόισια μαλλιά, λίγο μακριά, και γκρι μάτια τόσο ανοιχτά που έλεγες πως είναι άσπρα.
«Τι έγινε, Ορόρα;»,ρώτησε ο Κάσσιος αγχωμένος καθώς πήγαν στο σαλόνι του σπιτιού. «Το μήνυμά σου ήταν κοφτό και μου φάνηκες…τρομαγμένη.».
Φαινόταν καθαρά πως η γυναίκα αυτή δεν είχα τρομοκρατηθεί ποτέ στη ζωή της.
«Ναι. Είμαι. Η δύναμη της ανιψιάς μου φαίνεται πως έχει μεγαλώσει. Νιώθω τις δονήσεις του μυαλού της. Εξελίσσεται μέρα με τη μέρα.»,είπε η Ορόρα και έκατσε σε έναν καναπέ. Τα ξανθά της φρύδια σχεδόν είχαν ενωθεί από την ανησυχία.
«Και τι θα κάνουμε για αυτό;»ρώτησε ο Κάσσιος, προσφέροντάς της ένα ποτήρι που μόλις εμφάνισε με το ραβδί του.
Η Ορόρα πήρε το ποτήρι και χαμογέλασε σατανικά. «Θα την πλησιάσουμε εκ των έσω.».
«Σέλεστ;».
Η Σέλεστ άνοιξε τα μάτια της. Ο κοιτώνας ήταν κατάφωτος, το ραβδί της και το βιβλίο μεταμορφώσεων πεσμένα στο κρεβάτι της και η Ερέβια την ταρακουνούσε.

Κυριακή 28 Αυγούστου 2011

Turn the page

Move on. It's just a chapter in the past. But don't close the book, just turn the page.


Οκ, μόλις συνειδητοποίησα πως ο τύπος που μου αρέσει ίσως να είναι ένα από τα καλύτερα, πιο γλυκά άτομα σε όλο τον κόσμο... Και δεν το λέω επειδή μου αρέσει, τζίζους, απλά επειδή όντως είναι πολύ καλό άτομο.
Χθες που βγήκαμε, πάλι λέγαμε τα κλασσικά μας καμμένα και γελάγαμε. Σε κάποια φάση όμως αυτός το πήγε στο πιο σοβαρό. Στο θέμα της ανασφάλειας. Και πιο συγκεκριμένα της δικής μου.
Ξέρει πως έχω θέμα με τους ανθρώπους και τις ανθρώπινες σχέσεις γενικότερα. Είμαι πολύ ντροπαλή, δύσκολα μιλάω πρώτη, όταν είμαι σε μεγάλη παρέα νιώθω άβολα, κοκκινίζω και μιλάω λίγο, και γενικότερα δε δείχνω πολύ από αυτό που είμαι, γιατί απλά ντρέπομαι, είμαι κλειστό άτομο. Και γι'αυτό φαίνομαι βαρετή στην αρχή. Και επίσης, σπάνια λέω σε κόσμο να βγει μαζί μου, και αν κάποιος βγει μαζί μου, θα του σπάσω 100% τα νεύρα ρωτώντας τον αν περνάει καλά μαζί μου. :Ρ Σε αυτό φταίει μάλλον το ότι πληγώθηκα πολλές φορές πολύ σύντομα, οπότε έχω αυτό το όλο θέμα.
Όμως χθες....τι καλός που ήταν. Είπε ότι δε χρειάζονται τέτοια κόμπλεξ. Τέτοιες ανασφάλειες. Ότι είμαι πολύ ενδιαφέρων χαρακτήρας, οπότε δε χρειάζεται να ανησυχώ για τέτοια. Όμως, είπε πως θα ήταν καλό να το αποβάλλω όλο αυτό. Να είμαι δηλαδή λίγο πιο ανοιχτή στους ανθρώπους, να τους εμπιστεύομαι, ώστε να βλέπουν και οι άλλοι πόσο ενδιαφέρον άτομο είμαι. Γαι παράδειγμα έφερε την Ελένη, τη φίλη μου που μας γνώρισε. Που έκανε κάτι μήνες(γύρω στους 4 υποθέτω) να με συμπαθήσει. Είχε δίκιο. Απόλυτο δίκιο.
Πρέπει να ξεχάσω όλο αυτό. Όχι, όχι. Δεν πρέπει να το ξεχάσω. One can forgive but should never forget είπε η Marjane Satrapi(για την οποία θα τα πω σε άλλη ανάρτηση), και έχει δίκιο. Πρέπει να τα κρατήσω όλα αυτά μέσα μου. Όμως, θα πρέπει να γίνει όπως σε ένα βιβλίο. Να αφήσω πίσω μου εκείνα που διάβασα. Τα διάβασα. Ανήκουν στο παρελθόν. Πρέπει όμως να κρατήσω ανοιχτό το βιβλίο μπροστά μου και να συνεχίσω να διαβάζω το παραμύθι, το οποίο δεν ξέρω αν έχει τελειωμό. Πρέπει όμως να συνεχίσω να διαβάζω...

Falls On Me
Fuel


I've seen you hanging round
This darkness where I'm bound
And this black hole I've dug for me
And silently within
With hands touching skin
The shock breaks my disease
And I can breathe


And all of your weight
All you dream
Falls on me it falls on me
And your beautiful sky
The light you bring
Falls on me it falls on me

Your faith like the pain
Draws me in again
She washes all my wounds for me
The darkness in my veins
I never could explain
And I wonder if you ever see
Will you still believe?

And all of your weight
All you dream
Falls on me it falls on me
And your beautiful sky
The light you bring
Falls on me it falls on me

Am I that strong
To carry on?
I might change your life
I might save my world
Could you save me?

And all of your weight
All you dream
Falls on me it falls on me
And your beautiful sky
The light you bring
Falls on me it falls on me

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011

Aoi Hana

Αoi Ηana
Ένα fan fiction σε Χαριποτερική διάσταση από εμένα

Πρόλογος
Ο Εφιάλτης

Η Σέλεστ Θορν άνοιξε τα μάτια της. Κοίταξε τις βαριές, μπλε σκούρες κουρτίνες που έπεφταν πάνω από το κρεβάτι της. Πάλι ο εφιάλτης.
Αναστέναξε και κατέβηκε από το ψηλό κρεβάτι με το παχύ στρώμα και έβαλε προσεχτικά τις παντόφλες της. Δεν ήθελε να ξυπνήσει τα υπόλοιπα κορίτσια που κοιμόντουσαν ήρεμα. Έδεσε τη ρόμπα γύρω από τη μέση της. Όσο ζεστό και αν ήταν το κάστρο, ο Νοέμβριος δεν ήταν καιρός που επέτρεπε να κυκλοφορείς με ένα αμάνικο νυχτικό. Βγήκε έξω από το υπνοδωμάτιο και κατέβηκε στην αίθουσα αναψυχής.
Επικρατούσε ηρεμία. Οι δείχτες του ξύλινου μεγάλου ρολογιού που στις άκρες τους είχαν κοράκια έδειχναν τέσσερις το πρωί. Το τζάκι ήταν αναμμένο, με μερικά κάρβουνα να σιγοκαίνε. Οι πολυθρόνες δίπλα στο τζάκι είχαν δύο βιβλία από τη βιβλιοθήκη πάνω τους και στα τραπεζάκια ήταν περγαμηνές. Με ένα κούνημα του ραβδιού της, η Σέλεστ τοποθέτησε τα βιβλία στα σωστά ράφια της μεγάλης βιβλιοθήκης που κάλυπτε ένα μεγάλο μέρος του τοίχου. Τα λάβαρα του κοιτώνα κρέμονταν στον πέτρινο τοίχο. Το παράθυρο κοίταγε στο πάρκο του κάστρου, το οποίο ήταν ολοσκότεινο. Μόνο τα αστέρια φώτιζαν τον ουρανό.
Η Σέλεστ έκατσε σε έναν από τους καναπέδες και κοίταξε έντονα το κατάλευκο άγαλμα της ιδρύτριας του κοιτώνα που στόλιζε το χολ πριν την είσοδο στο κύριο μέρος της αίθουσας αναψυχής του Ράβενκλοου.
«Πιθανότατα εσύ δεν είχες τέτοια προβλήματα.»,μουρμούρισε στο άγαλμα της Ροβένα Ράβενκλοου.
«Όταν ξεκινάς να μιλάς σε αγάλματα μάγων πεθαμένων εδώ και χιλιετίες, είναι καλό να εξετάσεις το κεφάλι σου.».
«Στέφαν, τι κάνεις ξύπνιος;»,ρώτησε η Σέλεστ νευριασμένη.
Ο Στέφαν Ντράγκον έκατσε δίπλα της στον καναπέ και την σκέπασε με μία κουβέρτα που είχε φέρει από τον κοιτώνα του. Ήταν δεκαέξι ετών, ψηλός, αρκετά έως και απελπιστικά αδύνατος, με ίσια μαλλιά στο χρώμα του άχυρου και  μεγάλα γαλάζια μάτια.
«Σου κάνω παρέα. Έχω άγχος. Αύριο είναι ο πρώτος αγώνας στο Κουίντιτς και είναι εναντίον του Γκρίφιντορ. Ξέρεις πως έχω άγχος.»,είπε το αγόρι.
«Θα τα πας μια χαρά.»,μουρμούρισε η Σέλεστ και τυλίχτηκε σφιχτά με την κουβέρτα της. «Το Ράβενκλοου δεν είχε ποτέ ξανά τόσο καλό φύλακα.».
Ο Στέφαν χαμογέλασε. «Εσύ όμως, γιατί δεν κοιμάσαι πάλι;».
«Έχω εφιάλτες, Στέφαν.».
«Βασικά, έναν δεν έχεις;».
«Ναι. Αυτόν τον ίδιο από την αρχή του σχολικού έτους.».
«Σέλεστ… το Χόγκουαρτς είναι το πιο ασφαλές μέρος στον κόσμο Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς.»,είπε ο Στέφαν και της έπιασε το χέρι.
Η Σέλεστ δεν απάντησε. Κάθε βράδυ, στα όνειρά της, έβλεπε σκοτεινές μορφές με μαύρους μανδύες και κουκούλες να έρχονται στο Χόγκουαρτς. Το βάδισμά τους απειλητικό. Και καθώς βγάζουν τα ραβδιά τους, μαύρα χέρια απλώνονται και αρπάζουν ότι πολυτιμότερο έχει. Τον Στέφαν, την κολλητή της, την Ερέβια, τους φίλους της από το Ράβενκλοου και την άλλη της κολλητή, την Λαβέρνα από το Σλίθερν και τον γάτο της, τον Λόλιετ. Και από τα ραβδιά των κουκουλοφόρων, φωτιές βγαίνουν και το Χόγκουαρτς τυλίγεται στις φλόγες. Και στο τέλος, μία πράσινη λάμψη πετά και καρφώνεται με δύναμη στο στήθος της. Και τότε πεθαίνει, βλέποντάς τα όλα χαμένα και το Χόγκουαρτς να καίγεται. Και έτσι ξυπνάει.





Θα ήθελα σχόλια για αυτό...Πώς σας φαίνεται...Αν θέλετε συνέχεια.

Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

Friends.

Τραγουδάω. Χορεύω. Ξανατραγουδάω. Και όχι επειδή έχω ωραία φωνή. Αλλά επειδή είχατε δίκιο. Εσείς, τα 5-6 άτομα που διαβάζετε τις καταθλιπτικές κλάψες μου, είχατε δίκιο. Απόλυτο δίκιο. :)
Μιλήσαμε. Νομίζω ότι ουσιαστικά αυτό χρειάζονταν. Να μιλήσουμε. Ζήτησε συγνώμη. Και πήγα μέχρι και στα γενέθλιά του εχθές. Kαι ήταν όπως παλιά, σα να μην πέρασε μία μέρα, σα να μην έχουμε περίπου 4 μήνες να μιλήσουμε. Γελάσαμε. Και ήταν πάντα ο ίδιος καλός "ακροατής", με άκουγε και συμβούλευε. Και απλά ήταν ένα υπέροχο βράδυ.
Ήταν απλά υπέροχο να είμαι και πάλι δίπλα του. Γιατί είναι αυτό που μου είχε πει ο ίδιος. Δε θα άντεχα μία χρονιά χωρίς να του λέω γεια, χωρίς να του μιλάω, ενώ αυτό που θέλω να κάνω, είναι να του μιλάω.  Oπότε χαίρομαι που έγινε αυτό. Υπερβολικά πολύ. Είναι ίσως μία δεύτερη ευκαιρία. Και ο κόσμος σπανίζει να δίνει δεύτερες ευκαιρίες. Οπότε, I guess, θα πρέπει να προσέχω αυτή την ευκαιρία, σα να είναι κάτι εύθραυστο και μοναδικό. Και είναι. Είναι κάτι το μοναδικό. :)
Και, υποθέτω, έχω παραπάνω από ένα λόγους να χαίρομαι καθώς η Ελένη μου είπε οτι είχε καταλάβει προ πολλού πως το crush μου ενδιαφερόταν για εμένα. Πράγμα που σημαίνει πως he may likes me. :blush:

Skies are crying, I am watching
Catching teardrops in my hands
Only silence, as it's ending, like we never had a chance.
Do you have to make me feel like there's nothing left of me?

You can take everything I have
You can break everything I am
Like I'm made of glass
Like I'm made of paper
Go on and try to tear me down
I will be rising from the ground
Like a skyscraper, like a skyscraper

As the smoke clears
I awaken and untangle you from me
Would it make you feel better to watch me while I bleed
All my windows still are broken but I'm standing on my feet

You can take everything I have
You can break everything I am
Like I'm made of glass
Like I'm made of paper
Go on and try to tear me down
I will be rising from the ground
Like a skyscraper, like a skyscraper

Go run run run I'm gonna stay right here
Watch you disappear yeah
Go run run run yeah it's a long way down
But I'm closer to the clouds up here

You can take everything I have
You can break everything I am
Like I'm made of glass
Like I'm made of paper
Ohh
Go on and try to tear me down
I will be rising from the ground
Like a skyscraper, like a skyscraper
Like a skyscraper, like a skyscraper
Like a skyscraper